Παιχνίδι αιχμηρό

Από μικρό παιδί κάνω παιχνίδια με τις λέξεις.
Μ΄ άρεσε πάντα να τις βάζω στη σειρά
Να τους αλλάζω θέση, να τις κοιτώ από μακριά
Να βάζω ανάμεσά τους άλλες, καινούριες.
Σαν χελιδόνια μοιάζανε στο σύρμα
στου τετραδίου τις γραμμές.
Σαν να μιλούσαν μεταξύ τους
Για κάποιο αιώνιο μυστικό
Για κάποιο μαγικό ταξίδι.
Μου άρεσαν πολύ οι λέξεις που είχαν λ
Όπως κυκλάμινο, λουλούδι, αεροπλάνο
Γιαννούλα, θάλασσα, ποδήλατο, λιμάνι.
Μετά αγάπησα πολύ όλα τα γράμματα
Κι’ άρχισαν να μου λεν τα μυστικά τους
Να παίρνουν μόνα τους μια θέση στο λευκό χαρτί
και να μου ψιθυρίζουν τ’ όνομά τους.

Καμμιά φορά μου φεύγουν απ’ τα χέρια οι λέξεις
Δεν τις προλαβαίνω
Και τρέχουν-τρέχουν και πετούν σαν μεθυσμένες.
Κουράζομαι για να τις κυνηγώ
Μου παίρνει και μερόνυχτα.
Λ ί γ ο ι πιστεύουν ύστερα πόσο πονάει
των λέξεων το παιχνίδι
Και πως τα δάκρυα στο χαρτί κάνουν λακκούβες
Και οι λεξούλες μου σκοντάφτουν και χτυπάνε.
Κι’ αν είσαι μέσ’ σ’ αυτούς τους λ ί γ ο υ ς
Και μόνο τότε βλέπεις την αλήθεια
Πως είν’η ποίηση παιχνίδι αιχμηρό.
Πως
Καμμιά φορά
Για να φτιάξεις ένα στίχο
Ίσως πρέπει να χάσεις ένα φίλο σου
ή ένα κομμάτι της υπόληψής σου.
Πρέπει να εκτεθείς
Αν αγαπάς τόσο πολύ
Τα παιδικά παιχνίδια με τις λέξεις.

Μάνα

Το διάνεμά σου μεσ’ στο σπίτι

Σαν να μην έχεις φύγει από καιρό.

Κάπου-κάπου θαρρώ πως τις νύχτες

Κάποιος ποτίζει το βασιλικό

Και σα δροσίσει τα χαράματα

Κλείνει απαλά το τζάμι.

Νά ρχεσαι

Να με ξυπνάς

Και να μου σκεπάζεις την πλάτη

Όπως τότε.

Να μου διαβάζεις στη γωνιά μας

απ’ το παλιό αναγνωστικό.

Έχει άλλη γλύκα ο Παπαδιαμάντης

απ’ το στόμα σου, μάνα

Άλλο βάρος τα Συναξάρια.

Φθινοπωρινά σινιάλα

Δρόσισαν πια τα βραδάκια στη βεράντα
δεν είναι να μένεις μέχρι αργά.
Κι’ η θάλασσα στο βάθος απόμακρη
Σαν να μη την αγγίξαμε ποτέ.

Οι σκόρπιες εφημερίδες στο τραπέζι
σαλεύουν στα φθινοπωρινά σινιάλα
κι’ οι μικροί ανεμόμυλοι στις γλάστρες με τους κάκτους
έχουν τρελλαθεί!
Τακτοποιώ τα καλοκαιρινά μου λάφυρα στα γυάλινα βάζα
προσέχοντας μη σπάσει ο μικρός ιππόκαμπος
και τ’ αυτιά της Αφροδίτης.
Κοχύλια, βότσαλα, μεγάλα και μικρά
ασπρα, μαύρα και χρωματιστά
τ’ αραδιάζω με σπουδή στο περβάζι.
Πόσα καλοκαίρια χωράνε σ’ ένα σπίτι!
Αν είχαν στόμα.

Παίρνω μέσα τις ψάθινες καρέκλες.
Μάζεψε και τα μαξιλάρια απ’ το πεζουλάκι
Έρχεται βροχή.

Τέλος Αυγούστου

Ύστατες προσπάθειες παράτασης του Καλοκαιριού!

Καθηλωμένη κάτω απ’ τ’ αρμυρίκι
Κάνω πως δεν τα βλέπω τα καράβια.
Ακίνητη, το επόμενο προσμένω
Έρχεται γύρω στα μεσάνυχτα.
Πιάνει Αστυπάλαια κι’ Αμοργό.
Κι’ έχει ένα φεγγάρι τον Αύγουστο!
Ίσως το επόμενο, το γρήγορο
που πιάνει Πειραιά χαράματα.

Μα με προσπέρασε κι’ αυτό.

Κι’ οι αποσκευές μου αζήτητες στην προκυμαία.

24 Αυγούστου 2007
Πώς να πατήσεις στην ορεινή χώρα;
Έτσι που έγινε απ’ την αλμύρα η ψυχή σου.
Και τα μάτια της
Έτσι που άνοιξαν πελώρια
Πώς να τα κλείσεις πάλι.

Και ξαφνικά.

Και ξαφνικά φάνηκε ο άγγελος
Που κάθε χίλια χρόνια ταράζει τη λίμνη.
Και τρέχουν όλοι να πλυθούν.
Αιμορραγούν οι πληγές
Κι’ η ματιά τους ελπίζει.
Σημαίνουν οι καμπάνες στη μικρή μας πόλη
Ανάβουν τα φώτα στις εξώπορτες.
Τρέχουν και τα παιδιά αλαφιασμένα
σκορπώντας βάγια και λουλούδια.
Κάτι περιμένουν.
Απ’ το βουνό σφυρίζει ο άνεμος πανηγυρίζων.
Ο τρελλός αλαλάζει:
Η λίμνη γίνηκε θάλασσα!
Και πελώρια κύματα
Σκεπάζουν τους ανύποπτους.
Οι άτολμοι οπισθοχωρούν
Κρύβοντας τις πληγές στο πρόσωπό τους.
Λίγοι αναδύονται λευκοφόροι
Μ’ έναν ήλιο παράσημο στο μέτωπο
Και με πυξίδα στο χέρι τους να δείχνει ουρανό!

Και να,
Που οι λίμνες γίνονται θάλασσες.
Αρκεί ο άγγελος να ταράξει τα νερά.
Αρκεί ένα χέρι θεϊκό
ν’ ανοίξει το δίαυλο.
Αρκεί να χεις την πίστη
των προσερχομένων
στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Περιγελώντας τον καιρό

Παράξενο κι’ ανέλπιστο πού ρθε το Καλοκαίρι.

Η μάνα μου κι η Παναγιά

κρατώντας με απ’ το χέρι

μου δείχνουνε τα πέλαγα.

Με νοιάζονται

Και με ταϊζουν τρυφερά γάλα και μέλι.

Κι’ ένα καράβι ολόλευκο

Ολόλαμπρο, ανθοστόλιστο

Με καπετάνιο αρχάγγελο και βασιλιά

Φάνηκε στ’ Αγιονέρι.

Κοχύλια, φρούτα και βιολιά

Παιχνίδια με τον άνεμο

Κόκκινες φυσαρμόνικες

Στων τζιτζικιών το στόμα.

Περιγελώντας τον καιρό

κρεμώ στου γλάρου του φτερό

το παιδικό μου πρόσωπο.

Βιογραφικό

Η Νόνη Σταματέλου γεννήθηκε στο χωριό Τσουκαλάδες Λευκάδας το Μάϊο του 1960.Απόφοιτη της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.Ζει και δημιουργεί στα Γιάννενα.Καθηγήτρια στο 7ο Γενικό Λύκειο Ιωαννίνων,με έντονη εκπαιδευτική και πολιτιστική δράση.Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά.Τιμήθηκε με το 1ο βραβείο για τα ποιήματα της “Μάνα” και “Παιχνίδι αιχμηρό”στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό ποίησης Βόλου (2008).Λυρική ποιήτρια με δυναμική εικονοπλασία και σύγχρονο λόγο.Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου.Έχει εκδόσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο “Παιχνίδι αιχμηρό”εκδ.Gutenberg .Υπό έκδοσιν είναι η ποιητική της συλλογή “Πικέ φουστανάκι”,απ’ την οποία έλαβε τιμητική διάκριση το ομώνυμο ποίημα στους Δελφικούς αγώνες ποίησης 2010.