Το 1914 ο Viktor Šklovskij, ένας από τους πρωτεργάτες του ρωσικού φορμαλισμού, τόνιζε τα εξής:

Στις μέρες μας η παλαιά τέχνη είναι ήδη νεκρή, ενώ η νέα δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Τα πράγματα είναι επίσης νεκρά – έχουμε χάσει την αίσθηση του κόσμου. […] Μόνον η δημιουργία νέων καλλιτεχνικών μορφών μπορεί να αποκαταστήσει την αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο, να αναστήσει τα πράγματα και να άρει την απαισιοδοξία .

Η εισαγωγική αυτή παράθεση θα μας οδηγήσει συνειρμικά στην κρίση της νεοελληνικής ποίησης, την οποία ο Βαγενάς ονοματίζει μεταξύ άλλων και ως κρίση του ελεύθερου στίχου σημειώνοντας πως: «…σήμερα βρισκόμαστε όχι στην αρχή αλλά στο τέλος μιας ποιητικής εποχής». Η παρατήρηση αυτή αντανακλά μια υπάρχουσα και διαιωνιζόμενη κατάσταση, η οποία πλέον λειτουργεί ως ένας εν δυνάμει απειλητικός βρόχος για την ποιητική γραφή του σήμερα, αλλά και του αύριο. Μετά τη γενιά του ʼ30 και τις δύο πρώτες μεταπολεμικές γενιές φαίνεται πως η ποιητική γραφή ολοένα και συχνότερα εμφανίζει πολλαπλά δείγματα μιας αναιμικής κατάπτωσης και εν γένει ανικανότητας να εκφράσει αισθητικές αξίες εφάμιλλες των προαναφερθεισών γενεών. Τούτο ασφαλώς το γεγονός δεν είναι αποκομμένο από τις εποχές και τις εγγενείς κοινωνικές συνθήκες που γεννάνε την εκάστοτε ποιητική γραφή. Η γενιά του ʼ30, επί παραδείγματι, επανέφερε τον προβληματισμό πάνω στην ελληνικότητα και παρά τις αντικρουόμενες απόψεις γύρω από το μύθο του ελληνοκεντρισμού που καλλιέργησε ή όχι, σχετίζεται με το μοντερνισμό και την πρωτοποριακή γραφή μέσα σʼ ένα ιστορικό περιβάλλον, όπου οι νωπές μνήμες και τα βιώματα του Αʼ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών, καθώς και το ξέσπασμα του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου προσφέρουν ένα συνταρακτικό ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο. Όπως επίσης και οι δύο πρώτες μεταπολεμικές γενιές θα γαλουχηθούν υπό το σκοτεινό φως της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου φτάνοντας στην επταετία της χούντας κατά το τέλος της οποίας εκκολάπτεται η γενιά του ʼ70. Τα ιστορικό-κοινωνικά ερεθίσματα αν μη τι άλλο είναι ισχυρότερα σε σχέση με αυτά της περιόδου που θα ακολουθήσει από τη μεταπολίτευση έως το σήμερα, όπου η γενιά του ʼ80 και η θεματική του ιδιωτικού οράματος θα στιγματίσουν και θα τελματώσουν την ποιητική γραφή έως και τις ημέρες μας. Οι νόρμες της κοινωνικής συμπεριφοράς, που διαμορφώθηκαν με την επικράτηση του καπιταλισμού στις δυτικές κοινωνίες από τη δεκαετία του ʼ50 κι έπειτα μαζί με την εντεινόμενη διάχυση των φαντασιακών του σημασιών (οι οποίες βαθμηδόν υιοθετήθηκαν στην πλειοψηφία τους από την ελληνική κοινωνία) προήγαγαν το κοινωνικό πρότυπο του άκρατου ατομικισμού, πράγμα που δεν άφησε ανεπηρέαστη την ποιητική γραφή. Ο μαρασμός των κοινωνικών οραμάτων και της κοινωνικής αλληλεγγύης σε συνδυασμό με την κατάλυση της προσωπικότητας, που προσπαθεί μάταια να ανασυσταθεί στο «όνειρο» του νεοπλουτισμού, είχαν αναμφίβολα τον αντίκτυπό τους και στην ποίηση, αφαιρώντας κατʼ ουσίαν μια ευρύτερη πολιτισμική οπτική και αισθητική προσέγγιση από αυτήν. Φαίνεται πως το ιδιωτικό όραμα που χαρακτηρίζει τις ύστερες μεταπολεμικές γενιές αποτελεί μια σπασμωδική αντίδραση στο φαντασιακό σχήμα του ατόμου-νεόπλουτου αντιπαραβάλλοντας σε αυτό το άτομο-ποιητή, που είναι εγκλωβισμένος στα προσωπικά αδιέξοδα, στις ψυχολογικές ανασφάλειες και στην μοναξιά του σύγχρονου αστικού πολιτισμού, πράγμα στο οποίο αναλίσκεται θεματικά ανεπιτυχώς η σύγχρονη ποιητική γραφή. Ασφαλώς τα προαναφερθέντα θεματικά μοτίβα απασχόλησαν και τις προηγούμενες ποιητικές γενιές, αλλά στην εποχή μας πέραν του ότι τείνουν να λάβουν το χαρακτήρα μιας μονομανίας, εκφράζονται πάντοτε στο ασφυκτικό πλαίσιο του ιδιωτικού οράματος, στο οποίο έχει εγκλωβιστεί το άτομο όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Καστοριάδης :

Αν δεν περιθωριοποιηθεί [το άτομο] (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια) του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μια ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι.

Αν αυτό το φαινόμενο επιβεβαιώνεται θεματικά λειτουργώντας ως εμπόδιο για την παραγωγή μιας νέας εμπνευσμένης γραφής, τότε η διαπίστωση του Βαγενά πως ο ελεύθερος στίχος προσιδίασε τον καθημερινό λόγο φτωχαίνοντας κατʼ αυτόν τον τρόπο τον ποιητικό λόγο, ανέδειξε άλλη μία προβληματική της σύγχρονης ποίησης. Σε συνδυασμό με ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρεί ο Βαγενάς και ανάγεται στο εξής:

…ποτέ στα σοβαρά περιοδικά της προνεωτερικής περιόδου δεν δημοσιεύονταν, αναλογικά, τόσοι ασήμαντοι στίχοι όσο σήμερα˙ καμία σοβαρή εφημερίδα δεν θα αφιέρωνε όπως στις ημέρες μας μιαν ολόκληρη σελίδα της για να παρουσιάσει, ως ποιητικά σημαντικές, ερασιτεχνικές στιχουργικές ενασχολήσεις

Παρατηρείται το γεγονός πως οι αιτίες της σημερινής κρίσης της ποίησης είναι πολυποίκιλες και πολυδιάστατες. Με βάση τις δύο αυτές αποφάνσεις του Βαγενά και σε συνδυασμό με το φαινόμενο της εμφάνισης των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών κατά τη δεκαετία του ʼ90 στη νεοελληνική κοινωνία (που βαθμιαία συνετέλεσαν στη διαμόρφωση νέων πολιτισμικών προτύπων) παρατηρείται ένα γενικότερο πολιτισμικό στίγμα που αποδίδεται εύστοχα από τον τίτλο ενός βιβλίου του Κορνηλίου Καστοριάδη: Η άνοδος της ασημαντότητας . Το ζητούμενο στη νεοελληνική πολιτισμική έκφραση ως επί το πλείστον δεν σχετίζεται πλέον με αξιολογικά κριτήρια, αλλά βυθίζεται στα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας κατά Warhol, εν πλήρη απουσία οιουδήποτε ταλέντου . Κάτι εφάμιλλο συμβαίνει στην ποίηση του ιδιωτικού οράματος όπου το ζητούμενο του ταλέντου έχει εξαλειφθεί εν πολλοίς, αλλά το αξιοπερίεργο έγκειται στο ότι δεν αναζητούνται πλέον τα όποια αξιολογικά κριτήρια ενός ταλέντου και η συζήτηση γύρω από την ποίηση δεν πραγματεύεται τέτοιου είδους ζητήματα. Ναι μεν, όπως αναφέρει ο Βαγενάς : «…η εποχή μας… χαρακτηρίζεται από το πνεύμα του μεταμοντέρνου, από αυτό που περιγράφεται ως διάβρωση του υποκειμένου και της ταυτότητας, ως διάλυση συνεκτικών οραμάτων, με λίγα λόγια από την κυριαρχία του απόλυτου σχετικισμού…» αλλά θα έπρεπε να τεθούν εκ νέου ή τουλάχιστον να συζητηθούν τα αξιολογικά κριτήρια της εμπνευσμένης ποιητικής γραφής. Πριν από αυτήν τη συζήτηση όμως θα πρέπει να διαυγάσουμε σε ποια σημαινόμενα αναφέρονται τα σημαίνοντα ταλέντο και αξία (αισθητική). Εγχείρημα δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο αφού θα απαιτήσει το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή πολλών ποιητών, κριτικών, καθηγητών και εν γένει διανοουμένων που ασχολούνται με την ποίηση, αλλά η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συζήτησης γίνεται όλο και πιο επιτακτική.
Διότι ελλείψει ταλέντου πολλοί ποιητές (σχήμα οξύμωρο αφού η ποίηση και οιαδήποτε μορφή τέχνης προϋποθέτει το ταλέντο, αλλά και αυτή η άποψη σήμερα είναι υπό συζήτηση) άρχισαν να καταφεύγουν σε έναν ποιητικό λόγο, που τον χαρακτηρίζει η καινοθηρία και τα δημιουργήματα αυτού αφορούν ποιήματα-σπαζοκεφαλιές. Άλλοτε πάλι επικρατεί ο καθημερινός λόγος, ο οποίος στο πλαίσιο της ποιητικής γραφής χαρακτηρίζεται από την έλλειψη της οιασδήποτε αισθητικής αξίας, από την απουσία εικόνων και νοήματος, καθώς και από την παντελή απουσία συνθετικής και συνδηλωτικής ικανότητας, ώστε να γράφονται ολιγόστιχα ποιήματα που ασφυκτιούν, με λιγοστό λεξιλόγιο να αποδώσουν συμπυκνωμένα όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα της ανθρωπότητας. Άλλοτε πάλι ελλείψει ταλέντου καταφεύγουν οι ποιητές στη βωμολοχία και το υβρεολόγιο, ώστε το όποιο σοκ να αντισταθμίσει την ευχάριστη έκπληξη μιας εξαιρετικής ποιητικής γραφής. Κι αν αυτά τελούνται σε ένα επίπεδο μέτριας ποιητικής γραφής που εκφράζει την πλειονότητα των σημερινών ποιητών, εξίσου απογοητευτικό φαινόμενο παρουσιάζει και η σημερινή καλή ποίηση, η οποία δεν δείχνει να διαθέτει μια δυναμική τέτοια, που να της επιτρέψει να ξεφύγει από τον μηρυκασμό των μεγάλων ποιητών του μοντερνισμού. Κι όμως τα όσα κατακρίνονται από πλευράς γράφοντος στην παράγραφο αυτή κατʼ άλλους είναι ποίηση και μάλιστα εξαιρετική. Επομένως τίθεται το ερώτημα τι είναι ποίηση σήμερα; Διότι μας είναι πιο εύκολο να αποφανθούμε για το τι υπήρξε ποίηση κατά το παρελθόν αφού κάθε εποχή είχε και τα δικά της αξιολογικά κριτήρια , αλλά επανέρχομαι στο μείζον ερώτημα: η δική μας εποχή ποια αξιολογικά κριτήρια διαθέτει, αν καταρχήν διαθέτει ;
Μια άλλη πτυχή της έλλειψης ταλέντων ευθύνεται για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που παρατηρείται εν μέρει στα ποιητικά δρώμενα και έγκειται στο εξής γεγονός: πως ακριβώς λόγω αυτής της κατάστασης και της συναίσθησής της από ορισμένους νεότερους ποιητές διαμορφώθηκαν με μια πρωτόγνωρη δυναμική κλίκες και συντεχνίες, ώστε να διασώσουν αλληλολιβανίζοντας εαυτούς με την ύστατη ελπίδα διαιώνισης της υστεροφημίας τους σε κάποια ανθολογία ή ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας . Την ατμόσφαιρα αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να τη χαρακτηρίζει το μότο: Ας ενωθούμε για να μην ξεχαστούμε. Προϋπόθεση εισόδου σε τέτοιες συντεχνιακές ομάδες δεν αποτελούν αξιολογικά ή ποιοτικά κριτήρια ποιητικής γραφής, αλλά (λυκο-)φιλίες προς προάσπιση κοινών συμφερόντων. Κι όμως μονάχα στην ποίηση παρατηρούνται τέτοιου είδους συντεχνιακές ομάδες; Και αποτελούν μονάχα φαινόμενο της εποχής μας; Ασφαλώς και όχι, διότι πέραν του ότι τέτοια φαινόμενα υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στις πολιτισμικές και κοινωνικές εκφάνσεις του ανθρωπίνου βίου, αντικατοπτρίζουν επακριβώς το πελατειακό κράτος που στήθηκε μεταπολιτευτικά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Και αν αυτό το φαινόμενο έλαβε τις ιδιάζουσες διαστάσεις που έλαβε στη νεοελληνική πραγματικότητα, πρέπει να θυμηθούμε πως σε μια πρώτη υβριδική μορφή είναι ήδη γνώριμο στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, όπως για παράδειγμα αποτυπώνεται στη θεωρία της κοινωνικής ανταλλαγής , η οποία έχει επαληθευτεί σε πλείστες δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο εύλογα θα τεθεί ένα ακόμη ερώτημα: Σε αυτές και μόνο τις κοινωνικό-πολιτισμικές αιτίες αναλίσκεται η κρίση της σημερινής ποίησης; Και τι ακριβώς συμβαίνει άραγε στα αμιγώς ποιητικά δρώμενα αν και μόνο εάν τεθεί το ερώτημα εντός του αυστηρού πλαισίου της ποιητικής τέχνης;
Αναγκαστικά θα επιστρέψουμε στην ύπαρξη ή μη των ταλαντούχων -και επομένως μεγάλων- ποιητών. Διότι φαίνεται πως δεν παρουσιάστηκαν ταλαντούχοι ποιητές εφάμιλλοι της γενιάς του ʼ30 , πράγμα που επισημαίνεται και από τον Βαγενά , ο οποίος όμως διατηρεί την επιφύλαξη πως σημαντικοί ποιητές υπάρχουν και σήμερα, αλλά λόγω των διαφορετικών λογοτεχνικών συνθηκών δεν μπόρεσαν να παράγουν αντίστοιχα μεγάλα ποιητικά έργα. Δυστυχώς αυτό αποτελεί μια πραγματικότητα και ο ίδιος επισημαίνει σε άλλη επιφυλλίδα πως δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία πενήντα έτη δεν έχουν εμφανιστεί ποιητικά έργα εφάμιλλα αυτών της ακμής του μοντερνισμού . Ωστόσο θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν μια τέτοια απαίτηση -το να γράφονται δηλαδή κατά τακτά χρονικά διαστήματα μεγάλα ποιητικά έργα- διαθέτει έστω και κάποια λογικά ερείσματα. Αν προχωρήσουμε σε μια σύγκριση με την επιστήμη των μαθηματικών θα δούμε πως στην τελευταία υπήρξαν τέσσερις μεγάλοι περίοδοι όπως αναφέρει ο Bell : Η Βαβυλωνιακή, η Ελληνική, η Νευτώνεια (η περίοδος γύρω στον 18ο αιώνα) και τέλος η περίοδος από τον 19ο αιώνα ως τις ημέρες μας. Ας σημειωθεί πως από την Ελληνική περίοδο (με σημείο αναφοράς τον Χρυσό Αιώνα του Περικλή) μέχρι την Νευτώνεια μεσολάβησαν σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια. Γιατί λοιπόν να μην χρειαστεί να περάσουν ανάλογα χρονικά διαστήματα και στην ποίηση για να εμφανισθούν ποιητικά έργα εφάμιλλα της ακμής του μοντερνισμού ; Στο σημείο αυτό όμως επιβάλλεται να ειπωθούν ορισμένα πράγματα για τις συνέπειες του μοντερνισμού στη νεοελληνική ποίηση και να τεθούν και ορισμένα εύλογα ερωτήματα:
1. Ακόμα και οι μετέπειτα σημαντικοί ποιητές (των δυο μεταπολεμικών γενεών και της γενιάς του ʼ70) δεν έγραψαν την εξαιρετική ποίηση που συνέγραψαν οι ποιητές της γενιάς του ʼ30. Επομένως, είτε υπάρχουν εξίσου σημαντικοί ποιητές, όπως υποστηρίζει ο Βαγενάς , είτε δεν υπάρχουν. Ωστόσο δεν έχει ουσία να αναρωτιόμαστε πάνω σε αυτό το ζήτημα, διότι δεν υπάρχουν εξίσου σημαντικά ποιητικά έργα. Η δε ποιητική γραφή από τη γενιά του ʼ80 -την επονομαζόμενη γενιά του ιδιωτικού οράματος- έως τις μέρες μας φαίνεται να υστερεί σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες, ενώ το χαρακτηριστικό της γνώρισμα αποτελεί η αυτοπαγίδευση στη συνεχή επανάληψη του έργου των μεγάλων. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης ποίησης είναι πως άμεσα ή έμμεσα παραπέμπει και θυμίζει την ήδη γνώριμη γραφή των μεγάλων, χωρίς να προσθέτει κάτι καινούριο ή κάτι διαφορετικό. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Είτε οι μεγάλοι ποιητές του μοντερνισμού εξαντλήσανε τις δυνατότητες του ελεύθερου στίχου , δηλαδή πως ότι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε ήδη και πως ότι ήταν να γραφτεί, γράφτηκε ήδη, είτε δεν το επέτρεψαν οι κοινωνικό-πολιτισμικές συνθήκες. Αυτό μένει να φανεί με την πάροδο του χρόνου.
2. Ένα άλλο σημαντικό φαινόμενο που εμφανίστηκε σε σχέση με τους μεγάλους ποιητές του μοντερνισμού έχει να κάνει και με το εξής γεγονός: Πως αυτομάτως θεοποιήθηκαν οι μεγάλοι και οτιδήποτε έχει γραφτεί από αυτούς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο καλλιτεχνικό κομψοτέχνημα. Θαρρείς και δεν υπάρχουν μέτρια ή ακόμη και κακά ποιήματα ανάμεσα στο σύνολο του έργου τους, για το οποίο και ξεχώρισαν. Πως δεν τολμήθηκε από κριτικούς κυρίως να υψωθεί ένας κριτικός λόγος απέναντι στους μεγάλους ποιητές, κυρίως σε ότι αφορά κάποιες μέτριες συλλογές ή ποιήματά τους και να θεωρείται ως θέσφατο και πρότυπο για μίμηση οτιδήποτε γράψανε αυτοί, προσδίδοντας στις αντίθετες φωνές το στίγμα μιας προδοτικής βλασφημίας και ιεροσυλίας. Ασφαλώς δεν γίνεται αναφορά σε κακεντρεχή κριτική του τύπου «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια», αλλά σε κριτική με επιχειρήματα. Ισχύει εν ολίγοις ο άγραφος κανόνας πως οτιδήποτε έχει γραφτεί από τους μεγάλους είναι ανέγγιχτο , σε αντίθεση με παραδείγματα που βρίσκουμε στην αρχαιότητα . Δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της αξίας τους και ειδικότερα των σημαντικών τους έργων, τα οποία τυγχάνουν παγκόσμιας αναγνώρισης, όπως άλλωστε και οι ίδιοι. Εκείνο που τίθεται ως θέμα υπό διερώτηση, αφορά τις λογικές που δημιούργησαν μια ψυχολογική σκιά στην ύστερη ποιητική παραγωγή και το βάρος ενός ασύλληπτου στην ιδέα και μόνο μεγαλείου, που δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ποτέ, εν ολίγοις, ένα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο της ύστερης ποιητικής παραγωγής με προκαθορισμένη την οροφή της όποιας επιτυχίας.
Συνελόντι ειπείν, από τη μια η ποίηση του ιδιωτικού οράματος δεν έχει δώσει μεγάλα έργα μέχρι στιγμής, αλλά από την άλλη ακόμα κι αν έδινε ή δώσει κάποτε στο μέλλον, τούτα θα θεωρηθούν εν τη γενέσει τους ως παιδιά ενός κατώτερου θεού ή αν προτιμάτε ως τέκνα μιας εκ των προτέρων προσληφθείσας ως κατώτερης ποίησης.
Σκοπός του άρθρου τούτου είναι να προκαλέσει μια ευρύτερη συζήτηση και έναν γενικότερο προβληματισμό για το μέλλον της σύγχρονης ποιητικής γραφής, αποτελώντας το πρώτο από μια σειρά άλλων άρθρων που θα ακολουθήσουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Šklovskij, V. (1914) όπως αναφέρεται στους Fokkema, D. και Ibsch, E. (1997), Θεωρίες Λογοτεχνίας του Εικοστού Αιώνα. Αθήνα: Πατάκη, σελ. 38
Βαγενάς, Ν. (2003), “Ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα;” Το Βήμα, 18.05.2003
Κατά τον Βαγενά άλλωστε: «…η ελληνικότητα ως δόγμα, δηλαδή με τη μορφή του εθνοκεντρισμού, και ως αξιολογικό κριτήριο της ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας δεν εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930 αλλά τον 19ο αιώνα…» στο Βαγενάς, Ν. (1997), “Ο μύθος του ελληνοκεντρισμού” στο Βαγενάς Ν. (επιμ.) Μοντερνισμός και Ελληνικότητα. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 14-29. Μια ευρύτερη προβληματική γύρω από τον μύθο του ελληνοκεντρισμού στην πολιτική και πολιτισμική του εκδοχή αναπτύσσει ο Κώστας Αξελός στο Αξελός, Κ. (2010), Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας. Αθήνα: Νεφέλη
Καζαντζής, Τ. (1985) “Μεταπολεμική ποίηση: ακαταστασία και διευθετήσεις”, Περιοδικό Σημειώσεις 25, όπως αναφέρεται στο Μαρκόπουλο, Θ. Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής, ο πεζογράφος, ο κριτικός. Αθήνα: Σοκόλη, σελ. 34.
Γαραντούδης, Ε. (1998) Ανθολογία νεότερης ελληνικής ποίησης 1980-1997. Οι στιγμές του νόστου. Αθήνα: Νεφέλη, όπως αναφέρεται στο Μαρκόπουλο, Θ. όπ. π. Κατά τον γράφοντα το ιδιωτικό όραμα
συνεχίζει να αποτελεί την κύρια θεματική έκφραση και των επόμενων γενεών αν βέβαια δύναται να ξεχωρίσουμε τις επόμενες γενιές (αυτές δηλαδή που ακολουθούν αυτήν του ʼ80) καθώς φαίνεται πως ελάχιστα και μάλιστα ελάσσονα στοιχεία τις διαφοροποιούν μεταξύ τους.
Η Κοκκινίδου, Μ. (2006) στην εισαγωγή της Ανθολογίας Νέων Ποιητών (υπό τον τίτλο Συνθέσεις, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας) παρουσιάζει νέους ποιητές και ποιήτριες, στην πλειοψηφία τους ανήκοντες στις γενιές του ʼ90 και του 2000 (υφίσταται ασφαλώς ένα μείζον ζήτημα χαρακτηρισμού και οριοθέτησης των ποιητικών γενεών και ασφαλώς δεν φτάνει μονάχα να θεωρείται ως κριτήριο σύστασής τους η χρονολογία πρώτης γραφής), και αποφαίνεται πως: “Η σύγχρονη ποίηση στερημένη από κοινωνικά και συλλογικά οράματα που έδωσαν μεγαλειώδεις ποιητικές συνθέσεις στο παρελθόν, εκφράζει σήμερα το υποκείμενο και το ιδιωτικό πάθος, την καθημερινή ιστορία, το ατομικό δράμα, τη «μικρή» σύνθεση. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι αυτού του είδους η ποίηση δεν μπορεί να είναι σημαντική”. Μένει ασφαλώς να αποδειχθεί η τελευταία απόφανσή της, που μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται να διαθέτει τέτοια δυναμική πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Καστοριάδης, Κ. (2000) Η Άνοδος της Ασημαντότητας. Αθήνα: Ύψιλον, σελ. 24
Βαγενάς, Ν. (2000) “Το εκφραστικό αδιέξοδο της ποίησης”. Το Βήμα, 26.11.2000
Βαγενάς, Ν. (2001) “Η κρίση του ποιητικού λόγου”. Το Βήμα, 14.01.2001
Καστοριάδης, οπ. παρ. σημ. 7
Τέτοια παραδείγματα βρίθουν στη νεοελληνική κοινωνία ξεκινώντας από το λαϊκό τραγούδι όπου για να γίνει κανείς τραγουδιστής δεν απαιτείται πλέον να διαθέτει μια χαρισματική φωνή, όπου ένας ζωγράφος δεν είναι απαραίτητο να διακρίνεται στην αναπαραστατική τέχνη και καταλήγοντας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (όπου τα πτυχία των Πανεπιστημίων εξισώθηκαν εν μια νυκτί με αυτά των ΤΕΙ) στην οποία πλέον δεν απαιτούνται εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες προκειμένου να φοιτήσει κανείς σε αυτήν, σε μια κοινωνία όπου οι πάντες μπορούν να γίνουν και να κάνουν τα πάντα, αφού τα ποιοτικά κριτήρια τείνουν να εξαλειφθούν ολοκληρωτικά.
Βαγενάς, οπ. παρ. σημ. 2
Στο σημείο αυτό είναι εύλογο να επισημανθεί το γεγονός πως ουκ ολίγοι ποιητές και καλλιτέχνες εν γένει παραγκωνίστηκαν κατά την εποχή τους και η καλλιτεχνική τους αξία δεν έτυχε αναγνώρισης, για να αναδειχθούν σε ύστερες εποχές με διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια, όπως π.χ. οι φωβιστές, ο Βαν Γκογκ κ.α.
Υπάρχει ασφαλώς και η αντίθετη θέση, ότι στην τέχνη δεν χρειάζονται αξιολογικά κριτήρια. Διότι στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, η θέσπιση ή η επικράτηση αξιολογικών κριτηρίων ίσως να λειτουργούσε περιοριστικά ως προς την καλλιτεχνική έκφραση. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως δεν θα είχε κανένα νόημα να αναφερόμαστε σε κρίση της ποίησης ή να γράφονται πάσης φύσεως κριτικές για ποιήματα, διότι απλούστατα μια τέτοια θέση αποκλείει αυτομάτως την αναγκαιότητα και το ρόλο της κριτικής της λογοτεχνίας.
Φάλκος, Τ. (1999), Οι Αετοί και τα Κοράκια. Θεσσαλονίκη, σελ. 63
Craib, I. (2000), Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία. Από τον Πάρσονς στον Χάμπερμας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 130
Κατά πολλούς, άποψη άλλωστε που συμμερίζεται και ο γράφων, ουδεμία από τις μετέπειτα γενιές δεν μπόρεσε να πλησιάσει τα «ιερά τέρατα» της γενιάς του ʼ30, γράφοντας ανάλογα ποιητικά έργα.
Βαγενάς, οπ. παρ. σημ. 2
Βαγενάς, οπ. παρ. σημ. 9
Bell, E.T., (1992), Οι Μαθηματικοί. Τόμος Ι. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 25
Στο σημείο αυτό η ακμή του μοντερνισμού παρουσιάζεται παραδειγματικά ως χρονικό σημείο αναφοράς, διότι δύναται κάλλιστα να επισημανθούν άλλες χρονικές περίοδοι στην ελληνική (και όχι μόνο) ποίηση π.χ. εποχή συγγραφής των ομηρικών επών, εμφάνισης των μεγάλων τραγικών της αρχαιότητας κλπ.
Βαγενάς, όπ. παρ. σημ. 2
Κατά τον γράφοντα, με ήσσονες αποκλίσεις και οι μετέπειτα γενιές αυτής του ʼ80 δύναται να θεωρηθούν πως συνεχίζουν την ποιητική του ιδιωτικού οράματος.
Πράγμα που μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί και για την έμμετρη ποίηση από τους αντίστοιχους μεγάλους του ομοιοκατάληκτου στίχου.
Εύλογα θα ερωτηθεί ο οποιοσδήποτε τι θεωρείται κακή, μέτρια και καλή ποίηση και πότε ένα ποίημα αντιστοιχεί σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς.
Πριν μερικά χρόνια σε τοπική επαρχιακή εφημερίδα της Κεντρικής Μακεδονίας ένας φιλόλογος δημιούργησε ένα βήμα απʼ όπου καλούσε νέους δημιουργούς να παρουσιάσουν το έργο τους, στο οποίο ασκούσε κριτική και παρέβαλλε σχόλια. Κάποιος συνάδελφός του έστειλε ένα ποίημα του Ρίτσου, παρουσιάζοντάς το ως δημιούργημα νέου ποιητή. Ο φιλόλογος που αρθρογραφούσε δεν αναγνώρισε πως ήταν του Ρίτσου και προχώρησε σε κριτικά σχόλια, όπου συνιστούσε στο νέο δημιουργό να κάνει κάποιες αλλαγές στο έργο του, τονίζοντας μεταξύ άλλων τι έπρεπε να διορθώσει στη γραφή του και σε ποια σημεία αυτή έπασχε. Έπειτα ο άλλος φιλόλογος αποκάλυψε στην εφημερίδα πως ήταν του Ρίτσου και ο καθένας μπορεί να φανταστεί το τι επακολούθησε (όπως π.χ. τόλμησε να δώσει συμβουλές σε ποίημα του Ρίτσου πέραν του ότι δεν το αναγνώρισε κλπ.). Αυτή ακριβώς η νοοτροπία, πως η κριτική οφείλει να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τη φήμη και το όνομα του ποιητή, αφορά μια κακώς εννοούμενη κριτική που κατευθύνεται από επικρατούσες κοινωνικές αναπαραστάσεις, του τύπου, αφού είναι ποίημα μεγάλου άρα πρέπει να μου αρέσει ή οφείλω να το «καταλάβω» εγώ ο αδαής, που τόλμησα και μόνον να σκεφτώ πως το ποίημα αυτό δεν μου άρεσε.
Είναι άξιο λόγου να μελετήσει κανείς τα αποσπάσματα 40, 56, 57, 105, 106 του Ηρακλείτου με σημαντικότερο το απόσπασμα 42 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τον Όμηρο αξίζει να τον διώξουν απʼ τους αγώνες και να τον ραπίσουν (το ίδιο και τον) Αρχίλοχο». Η τραγωδία Ιππόλυτος του Ευρυπίδη που μας σώζεται είναι η δεύτερη (διασκευή της πρώτης), διότι η πρώτη είναι γνωστή ως Ιππόλυτος «Καλυπτόμενος», αφού ο Ευριπίδης κάλυψε το πρόσωπό του από ντροπή όταν άκουσε ένα χωρίο του έργου του, που παιζόταν στους δραματικούς αγώνες και το κοινό άρχισε τις έντονες αποδοκιμασίες, δες και Σακαλής Ι. (2005), Ευριπίδου Ιππόλυτος, Εισαγωγή. Αθήνα: Πατάκης, σελ. 9