(Σαν τελευταία συμβολική χειρονομία αποχαιρετισμού επιτρέψτε μου, αντί στεφάνου στη μνήμη του, να ανασύρω από τα χαρτιά μου κάτι ευτελές, με τον ίδιο τρόπο που ανέσυρα τις θύμησες από ένα παρελθόν κάμποσο μακρινό. Είναι στιγμιότυπα της παρουσίας του στην τάξη αποτυπωμένα στο χαρτί· ένα χαρτί που έκανε το γύρο των θρανίων. Είναι γεμάτο υπονοούμενα που δεν θα καταλάβετε, αλλά αρκεστείτε σε τούτο: έχει γεννηθεί από ένα παράδοξο είδος θαυμασμού)

Για τον Ανδρέα Μπελεζίνη, κριτικό της λογοτεχνίας, εραστή της μοντέρνας ποίησης και παρουσία της ελληνικής πνευματικής ζωής μίλησαν και θα μιλήσουν άλλοι, αρμοδιότεροι από εμένα. Εγώ, που τον συνάντησα ως δάσκαλο, θα ήθελα να συνεισφέρω το δικό μου ελάχιστο σε μια ιχνογράφηση της προσωπικότητάς του: λίγες αναμνήσεις, σύντομες μεν –γεννημένες στη διάρκεια ενός σχολικού χειμώνα– αλλά έντονες. Γνώρισα τον Μπελεζίνη στο φροντιστήριό του, όπου φοίτησα για να προετοιμαστώ για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Ήταν μια εποχή βεβαιοτήτων και αναμονής, καθώς η δεκαετία του ʼ70 προχωρούσε προς το τέλος της. Βεβαιοτήτων, γιατί αρκετά πράγματα ήταν δεδομένα: το σχολείο είχε την αξία του, οι σπουδές στο πανεπιστήμιο οδηγούσαν σʼ ένα πτυχίο και αυτό ήταν αρκετό για μια εργασιακή πορεία ζωής. Αναμονής, γιατί το μέλλον σίγουρα θα έφερνε κάτι ποθούμενο. Αρκετοί περίμεναν την επανάσταση, πολύ περισσότεροι περίμεναν την Αλλαγή, λιγότεροι περίμεναν απλώς τον επόμενο δίσκο των Τζέθρο Ταλ. Η χώρα είχε αφήσει πίσω της μια πνιγηρή επταετία και το να κάθεται μια παρέα δεκαοχτάρηδων στο ζαχαροπλαστείο του Μουσείου και να τραγουδά αντάρτικα τραγούδια (Θεέ μου, πόσο ντεμοντέ ακούγεται σήμερα…) ήταν πράξη επαναστατική. Στο φροντιστήριο πηγαίναμε όχι για να υποκαταστήσουμε το σχολείο αλλά για να συστηματοποιήσουμε μια ορισμένη γνώση. Αισθανόμαστε τη σιγουριά μιας μηχανής που μπαίνει με ασφάλεια στις ράγες (ήμουν σε τμήμα «καλών μαθητών»). Είχαμε δασκάλους με μεταδοτικότητα, ανθρώπους που μας δημιουργούσαν αυτό το αίσθημα ασφάλειας. Σʼ αυτό ειδικά ο Μπελεζίνης ίσως να μην κατείχε την πρώτη θέση· ακούγαμε να λένε ότι από τους συνεταίρους του ο Σταύρος Πάντος ήταν ο ανεκτίμητος στυλοβάτης, ο Κωνσταντίνος Ανδρακάκος η πιο στιβαρή προσωπικότητα, ο Ορφέας Μυτιληναίος άνθρωπος των ελασσόνων τόνων αλλά γνώστης πραγμάτων. Ο Μπελεζίνης κρατούσε για τον εαυτό του το ρόλο του πρωταγωνιστή. Είχε τους προβολείς στραμμένους επάνω του, ήταν η ατραξιόν της βραδιάς· το ήξερε και το χαιρόταν. Είχαμε μάθει να περιμένουμε σε κάθε συνάντηση και μιαν αμίμητη ατάκα. Κρεμόμασταν από τα χείλη του για το επόμενο ξέσπασμα θεατρικότητας, σημειώναμε με θέρμη τις παρεκβάσεις από τη διδασκαλία… Αχ αυτές οι παρεκβάσεις! Πετούσε απροειδοποίητα στίχους από Εγγονόπουλο και Καρυωτάκη και με άφθαστη ευκολία γεφύρωνε Ευριπίδη και Σαραντάρη. Από αυτόν ακούσαμε για Γκάτσο και Εμπειρίκο (αυτούς τους είχαμε ακουστά), για Τζόυς και Έζρα Πάουντ και Ανδρέα Μπρετόν (αυτούς πρώτη φορά τους ακούγαμε). Αν η παιδαγωγική διατείνεται ότι η πράξη της διδασκαλίας είναι εντέλει μια παράσταση, ο Μπελεζίνης ήταν ολόκληρος η ενσάρκωση της ηθοποιίας. Τι μας μετέδωσε; Κάτι όχι εύκολο να το αναγνωρίσει κανείς· κάτι περισσότερο από γνώσεις: την αίσθηση ότι ήμασταν μέρος ενός συνόλου, μιας ομάδας σε απογείωση· αυτό που τα εγχειρίδια αποκαλούν «πνεύμα μονάδος». Κάθε φορά που έμπαινε στην τάξη υποκλινόταν –από σεβασμό, μας εξηγούσε ο ίδιος, προς τους μελλοντικούς ηγέτες της κοινωνίας. Λίγες μέρες πριν τις εξετάσεις έμπαινε στην τάξη θριαμβευτικά κραδαίνοντας μια σκούπα και φώναζε «Θα σαρώσουμε». Αμάθητοι εμείς (γιατί δεν ξέραμε ότι αυτό το έκανε σταθερά κάθε χρόνο), είχαμε προ πολλού παραδοθεί στα κόλπα του…

Μεγαλώνοντας έμαθα πως δεν ήταν εύκολος ως χαρακτήρας. Τον έλεγαν αμετακίνητο στις απόψεις του, ίσως κι εριστικό. Ποια λέξη θα έβρισκα εγώ να τον χαρακτηρίσω, αν ήμουν υποχρεωμένος να εκφραστώ μονολεκτικά; Νομίζω αυτήν: ήταν εμπνευστικός.