ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΦΑΛΚΟΥ

Τον Τάσο Φάλκο τον γνώρισα ως Καθηγητή μου στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Συγκεκριμένα φοιτούσα στο Γ΄ εξάμηνο και είχα επιλέξει το μάθημα Μεθοδολογία και Τεχνογραφία της Επιστημονικής Έρευνας, το οποίο δίδασκε ο κατά κόσμον Αναστάσιος Αρβανιτάκης. Εκεί στα έδρανα κάποιου αμφιθεάτρου του πρώτου ορόφου του Πανεπιστημίου πρωτοσυνάντησα τον ακαδημαϊκό, λογοτέχνη μα πάνω απʼ όλα Δάσκαλο για μένα. Θυμάμαι επίσης πως κάποια στιγμή αργότερα ενδιαφερόμενος για τη φιλοσοφία του Παρμενίδη, πήρα το θάρρος να χτυπήσω την πόρτα του γραφείου του, για να μάθω για τον Ελεάτη φιλόσοφο. Ακριβώς από κείνη τη στιγμή ξεκινάει μια φιλία, στο πλαίσιο της οποίας και θα αναλύσω σημεία του πολύπλευρου έργου του, που μου έμειναν βαθύτατα χαραγμένα. Ας συνεχίσω όμως να ξετυλίγω το κουβάρι αυτής της φιλίας. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τότε ελάχιστη σχέση είχα με τη λογοτεχνία. Το ενδιαφέρον μου κινούνταν στα αυστηρά όρια της φιλοσοφίας. Οι κουβέντες πλήθαιναν και παρά τις παραινέσεις του Καθηγητή μου να αρχίσω να διαβάζω λογοτεχνία, συνέχισα να ενδιαφέρομαι αποκλειστικά και μόνον για τη φιλοσοφία. Μέχρι που μια μέρα με προέτρεψε να διαβάσω κάποια λογοτεχνικά έργα του Μαρκές. Του αντέτεινα πως ο δισταγμός μου απέναντι στη λογοτεχνία έγκειτο στο γεγονός, ότι η λογοτεχνία υφίσταται στη σφαίρα της φαντασίας και ως εκ τούτου δεν είναι παιδί της αλήθειας. Η απάντηση που έλαβα ήταν η εξής:
«Η λογοτεχνία και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την υψηλή λογοτεχνία, είναι φιλοσοφία και έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει βαθύτατες ανθρώπινες αλήθειες, αγγίζοντας ευαίσθητες ανθρώπινες χορδές.»
Άλλωστε, κατά τον Φάλκο, ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες που υπήρξαν ποτέ, είναι ο Πλάτων. Στη συνέχεια, ανακάλυψα μεταξύ άλλων και το έργο του Φάλκου, τον οποίον τώρα πλέον θεωρώ έναν από τους σημαντικούς λογοτέχνες της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας και ποίησης. Η φιλία αυτή υπήρξε σημαδιακή για εμένα, διότι πέρα από τη γνωριμία με μια σπάνια και χαρισματική προσωπικότητα άρχισα να υποκύπτω κι εγώ στον πειρασμό της γραφής και στους κρυμμένους θησαυρούς της λογοτεχνίας. Αν δεν είχα γνωρίσει τον Φάλκο, ίσως να μην είχα αποπειραθεί ποτέ να γράψω ποίηση και διηγήματα και ως εκ τούτου τον θεωρώ τον άνθρωπο που με μύησε στη λογοτεχνία.

Τον Φάλκο ασφαλώς δεν τον χαρακτηρίζει μονάχα το συγγραφικό ταλέντο, αλλά μέσα από το έργο του, που ο ίδιος αποκαλεί Μητρόπολη, φανερώνεται μια φιλοσοφία με επίκεντρο την ηθική. Η ηθική αυτή δεν αφορά κάποιο θρησκευτικό δόγμα μα μήτε μια συγκεκριμένη θεωρία που προσπαθεί να απαντήσει στο περίφημο σωκρατικό ερώτημα: Πώς πρέπει να ζει κάποιος; Τον Φάλκο τον απασχολεί περισσότερο η ηθική στο πλαίσιο των ανθρωπίνων σχέσεων, η απουσία της οποίας ευθύνεται κατά μέγιστο βαθμό για τα σημερινά ανθρώπινα δεινά. Τα έργα του Φάλκου χαρακτηρίζονται από την ιστορία του νεότερου ελληνισμού, η οποία αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο ασκεί την τέχνη και αναπτύσσει τη φιλοσοφία του. Όπως ακριβώς ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διατρέχει τη νεοελληνική ιστορία μέσα από τις ταινίες του και επιζητά την αποκρυπτογράφηση της ελληνικής ψυχής, έτσι και ο Φάλκος καλεί τον αναγνώστη να σταθεί κριτικά απέναντι στην ιστορία και τις ουκ ολίγες τραγωδίες που επεφύλαξε στον νεότερο ελληνισμό. Το ζητούμενο στον Φάλκο δεν είναι ο καταλογισμός των ευθυνών στους υπαίτιους, ώστε να επουλωθούν οι πληγές και να τελειώνουμε με τα ιστορικά διλήμματα που αναζωπυρώνονται διαρκώς και δυστυχώς κρατάνε ακόμη διχασμένη την ελληνική ψυχή. Το ζητούμενο στα έργα του Φάλκου αποδίδεται πολύ εύστοχα σε ένα από τα αφηγήματα της Νύχτας μέσω της συνομιλίας του με τον Μικρασιάτη Κ. Ζ.: Στα έργα σου αναφέρεις τον πόθο για ενότητα των ορφικοπυθαγορείων, τον πόθο της ψυχής να ξαναβρεί τη θέση της που έχασε . Θυμάμαι κάποτε σε μια από τις συζητήσεις μας, αποκρίθηκε:
«Η νεότερη ελληνική ιστορία είναι γεμάτη τραγωδίες, από τις οποίες δυστυχώς δεν διδαχθήκαμε. Μετά την μικρασιατική καταστροφή και τα χιλιάδες θύματα των Ελλήνων της Ιωνίας και του Πόντου ήρθε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Είχαμε ως λαός τη φαεινή ιδέα, αμέσως μετά την Κατοχή να αφεθούμε σε μια άνευ προηγουμένου αλληλοεξόντωση, θαρρείς και πάνω από όλα ήμαστε αριστεροί και δεξιοί και όχι Έλληνες. Ούτε αυτές οι τραγωδίες δεν στάθηκαν ικανές να μας προβληματίσουν. Έπειτα ήρθε ο διωγμός των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στα μέσα της δεκαετίας του ʼ50. Και όμως η μοίρα επεφύλασσε κι άλλα: Την επταετία της χούντας και το κυπριακό, πληγές που μέχρι και σήμερα δεν έχουν επουλωθεί. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς αυτήν την ιστορία, τη γεμάτη τραγωδίες;»
Ο Φάλκος και η γενιά του θα ζήσουν την εποχή που εκτείνεται από την Κατοχή και έπειτα. Ο ίδιος μου έλεγε για τα άψυχα κορμιά που συναντούσε πεσμένα στους δρόμους της γειτονιάς, καθώς πήγαινε να παίξει ως παιδί. Τι παιχνίδι άραγε ήταν αυτό και πώς επέδρασε στις παιδικές ψυχές είναι ένα ζήτημα που το γνωρίζουν μονάχα όσοι κουβαλάνε στα μύχια της ψυχής τους τις εικόνες αυτές. Η γενιά αυτή γνώρισε τη φρικτή πλευρά της ζωής από πρώτο πρόσωπο, πράγμα που γνωρίζω καλά από τα βιώματα του πατέρα μου και των θείων μου που ανήκουν κι αυτοί στη γενιά του Φάλκου. Αυτό το οποίο είναι δεδομένο για τις νεότερες γενιές, δηλαδή η πάγια ικανοποίηση του αισθήματος της πείνας, για τη γενιά του Φάλκου δεν ήταν. Τα θύματα που κείτονταν στους δρόμους των ελληνικών αστικών και υπαίθριων περιοχών την περίοδο της Κατοχής, είχαν πεθάνει στην πλειοψηφία τους από υποσιτισμό και ασιτία.
Εύλογα θα αντιτείνει κανείς την αντίρρηση πως αυτές οι εποχές, οι εικόνες και οι παραστάσεις ανήκουν στο παρελθόν, οπότε ποιο είναι το όφελος της επανεμφάνισής τους στη σύγχρονη λογοτεχνία; Το να κυριαρχεί ο μηρυκασμός των τραγικών βιωμάτων ως πρωτεύον λογοτεχνικό μοτίβο ασφαλώς μειώνει το ίδιο το έργο, αλλά το να διατηρείται μια στάση ηθελημένης αγνόησης των εν λόγω συμβάντων, για να μην προκαλούνται αισθήματα δυσφορίας στον αναγνώστη, φανερώνει, πέρα από μια φοβία αντιμετώπισης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, και μια στάση επικίνδυνη για τη συλλογική μνήμη. Ο Φάλκος απέχει ρητά από τη νεότευκτη μόδα των ιστορικών μυθιστορημάτων, που άλλοτε λειτουργούν στο πλαίσιο της ανασύστασης του παρελθόντος και άλλοτε εγκλωβίζονται στη μεταμυθοπλαστική απόπειρα, η οποία ουκ ολίγες φορές εμφανίζεται ελλείψει αξιόλογων λογοτεχνικών εγχειρημάτων, που θα προσέφεραν νέα μυθολογήματα στο αναγνωστικό κοινό. Ο Φάλκος χρησιμοποιώντας μοτίβα της πρόσφατης ιστορίας διεισδύει στα ψυχικά βάθη των ηρώων του, και μέσα από τα βιώματά τους προσπαθεί να διαμορφώσει έναν νέο ανθρώπινο χαρακτήρα με ήθος οικουμενικό, έναν νέο ανθρωπισμό. Θυμάμαι να τονίζει τα εξής:
«Αν θέλουμε να διδαχθούμε από τα λάθη μας και αν επιθυμούμε να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του πολιτισμού, τότε θα πρέπει, παρά τις όποιες διαφορές μας, να σεβαστούμε μια πανανθρώπινη αξία, την αξία της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Δεν δικαιολογείται καμία ιδεολογία και κανένα καθεστώς που σέβεται τον άνθρωπο να προσθέτει κι άλλους νεκρούς στο όνομα της οποιασδήποτε τάξης πραγμάτων και της οποιασδήποτε “προόδου”. Αν η αξία της ανθρώπινης ζωής είχε αποτελέσει την αρχή την οποία θα αποδέχονταν όλοι οι πολιτισμοί, τότε δεν θα υπήρχαν τα αμέτρητα θύματα της ιστορίας, και τραγωδίες όπως αυτές της μικρασιατικής καταστροφής και της Κατοχής θα είχαν αποφευχθεί.»
Αυτή η στάση του Φάλκου, που αναδύεται συνεχώς μέσα από τα έργα του, αγγίζει με έναν σαφή τρόπο το ζήτημα της ηθικής και του επαναπροσδιορισμού της από την ανθρωπότητα. Στο μυθιστόρημα Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο, ο Φάλκος έχει εναποθέσει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία στον ήρωα του έργου, τον Δοξιάδη. Κάποια στιγμή ο ψυχαναλυτής του Δοξιάδη γοητευμένος από την προσωπικότητα του ασθενή του, θα μάθει μέσω ενός γράμματος του Δοξιάδη κάποιες από τις πλευρές του :
«Ο Εμφύλιος δεν πρόσθεσε πολλά στην κοσμοθεωρία μου. Μα συνειδητοποίησα καλύτερα αυτά που έβλεπα στην Κατοχή. Οι γερμανοί ήτανε άνθρωποι κι αυτοί, μα ήταν ξένοι. Κι αυτό με διευκόλυνε να ρίχνω αλλού τα κρίματα. Μα στον Εμφύλιο κλονίστηκαν τα άλλοθι. Βέβαια μπορείς και πάλι να μεταθέσεις την ευθύνη και την ενοχή στους ξένους, γιατί αυτοί αποφάσισαν νʼ αλληλοσκοτωθούμε. Μα τις σφαγές τις κάναμε εμείς! Το έγκλημα δίχως υπεκφυγές έπεσε πάνω στο κεφάλι μας! […] Σε μια στιγμή φαντάστηκα ότι ξυπνάει η ιστορική μνήμη, πως όλα όσα γίνηκαν ποτέ, βγαίνουν στην επιφάνεια. Οπότε οι άνθρωποι απελπίζονται, βλέποντας τη φριχτή τους ιστορία. Τότε κατάλαβα το νόημα της λήθης. Μα στον Εμφύλιο συμπέρανα πως είναι ταπεινό κι ανάξιο να καταφεύγουμε στη λήθη.»
Η φιλοσοφία του Φάλκου ασφαλώς δεν εμμένει στη νεότερη ελληνική ιστορία, ξεπερνά τα σύνορα της χώρας και αντλεί παραστάσεις από τα βιώματα της παγκόσμιας ιστορίας. Στο πεζογράφημα Το χρονικό των δικαίων που ξετυλίγεται στη Θεσσαλονίκη της κατοχής, υπάρχει ένα επεισόδιο όπου ένας τυφλός Εβραίος συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και οδηγείται σε ένα στρατιωτικό καμπαρέ. Εκεί ο τυφλός γρονθοκοπείται ανελέητα από έναν μηχανικό πυγμάχο-ρομπότ. Αν το επεισόδιο αυτό καταδεικνύει μια αναμφισβήτητη αλήθεια, τότε αυτή αποκαλύπτει το τι είναι σε θέση να πράξει ο άνθρωπος με τη χρήση της τεχνολογίας και της επιστήμης, όταν η ηθική είναι απούσα. Ας θυμηθούμε επίσης δύο άλλα φρικτά εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που ακούν στο όνομα Χιροσίμα και Ναγκασάκι, και που υπήρξαν αποτέλεσμα ενός φρικτού επιστημονικού επιτεύγματος. Την έλλειψη της ηθικής, τόσο στην επιστήμη όσο και στην πολιτική εξουσία θα την αποτυπώσει εύστοχα ο Φάλκος στο παρακάτω ποίημά του :

Ο λήσταρχος κι ο δικαστής
μιλούσαν για την ομορφιά
κοιτάζοντας μια καλιακούδα
ενώ η επιστήμη λυσσασμένη
έσφαζε μες στην αγορά

Η ηθική θα απασχολήσει τον Φάλκο και σε άλλα επίπεδα, όπως στην περίπτωση του Heidegger. Χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο, ο Φάλκος αναφέρεται στο γερμανό φιλόσοφο λέγοντας τα εξής :
«Ο Heidegger, […] που ήταν κι αυτός φιλόσοφος και ποιητής και γνώρισε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, παρέμεινε ο ίδιος.» […] Την άλλη μέρα μου έφερε ένα ποίημα για τον Heidegger. Το χαρακτήρισε ως «σάτιρα», δεν ξέρω ακριβώς γιατί:

Αυτή την άνοιξη
κάθε πρωί
μέσα στο λερωμένο φως
βρίσκαμε μαραμένο κι ένα δέντρο!
Αλλά δεν χάνουμε το θάρρος μας.
Θα φέρουμε καινούργια δέντρα φιλοσοφικά
που δεν προσβάλλονται από τη δυσωδία,
που μεγαλώνουν και προκόβουν
μέσα στο λερωμένο φως.

Τη γενικότερη στάση του Heidegger την σχολιάζουν κι άλλοι ακαδημαϊκοί, μεταξύ αυτών και ο Θανασάς, ο οποίος ενώ αναγνωρίζει το μεγάλο έργο του γερμανού φιλοσόφου, επισημαίνει ωστόσο πως ήταν άνθρωπος δειλός, στερούμενος αρχών και ηθικού αναστήματος . Επίσης χαρακτηρίζει αφελή την προσπάθεια του Heidegger να καθοδηγήσει πνευματικά το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και να οδηγήσει τον Führer . Η συζήτηση αυτή ασφαλώς θίγει ένα καίριο ζήτημα που ταλανίζει και την εποχή μας, και αναφέρεται στο ρόλο του διανοουμένου σε μια κοινωνία. Η θέση του Φάλκου είναι άκρως σημαντική και αναφέρει χαρακτηριστικά :
«Ρωτώ για τους δεσμούς ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία. Λέει πως στην κλασική εποχή η ποίηση και η φιλοσοφία ήταν συνενωμένες. Με το ξεχώρισμα τους, η ποίηση έγινε φτωχότερη, και η φιλοσοφία μια κατάξερη πεδιάδα, που την διασχίζουν πέντε ειδικοί.»
Αν για τον Φάλκο οι διανοούμενοι της εποχής μας καλούνται να αντεπεξέλθουν σε έναν σημαίνοντα κοινωνικό ρόλο, τότε αυτός εύστοχα αποτυπώνεται στους παρακάτω στίχους :

Αυτός ο άγγελος συριακής τεχνοτροπίας
πρόσωπο ακέριο
στήθος παλικαρίσιο
φτερά της Δίκης
είνʼ ένας άγγελος πολεμιστής
Μʼ αυτή τη σάλπιγγα σκοτώνει κι ανασταίνει

Το χρέος της σύγχρονης διανόησης συμβαδίζει με την αισιόδοξη ποιητική παρακαταθήκη του Φάλκου, που αποτελεί και τον επίλογο του μυθιστορήματος Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο :

Εμείς λοιπόν
με τα καμένα πρόσωπα τα σκοτεινά
θα δέσουμε τα χέρια μας
με τʼ άλλα χέρια τα πικρά κι αμίλητα

θα πάρουμε τη σάλπιγγα απʼ τα χώματα

Οπωσδήποτε μέσα από το έργο του Φάλκου αναδύεται μια φιλοσοφία με οικουμενική ηθική, πράγμα που τον απαλλάσσει πρωτίστως από το στοιχείο του ελληνοκεντρισμού και δευτερευόντως από την απόπειρα ανασύστασης και επαναπροσδιορισμού της ελληνικότητας . Τα πεζογραφικά μοτίβα που χρησιμοποιεί μπορεί να προέρχονται στην πλειοψηφία τους από τη νεότερη ελληνική ιστορία, ωστόσο αυτά μετουσιώνονται σε διδάγματα οικουμενικού και πανανθρώπινου χαρακτήρα. Επίσης, το έργο του ανήκει εν μέρει στον μαγικό ρεαλισμό, χωρίς βέβαια να ανάγεται αποκλειστικά σʼ αυτόν .
Ισχυρή είναι και η παρουσία της αρχαιοελληνικής παράδοσης, με επίκεντρο την Ορέστεια του Αισχύλου, την Ηλέκτρα του Σοφοκλή και τα έργα Ορέστης και Ηλέκτρα του Ευριπίδη. Ο Φάλκος θα ξαναδώσει υπόσταση στις Ερινύες, οι οποίες κατατρύχουν τους ήρωές του, και δεν θα διστάσει να θίξει στον σύγχρονο άνθρωπο το ζήτημα της ιστορικής-συλλογικής ευθύνης. Κατά τον Φάλκο δεν δύναται να υπάρξουν αθώοι: Η ευθύνη διαχέεται σε όλους τους λαούς για όσα φρικτά διαπράχθησαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο , αφού τα εγκλήματα αυτά τα έκαναν άνθρωποι με την ανοχή ή και την άγνοια άλλων συνανθρώπων μας. Εν ολίγοις το δικό μας το γένος τα διέπραξε. Ασφαλώς τα όσα συμβολίζουν οι Ερινύες δεν είναι αρεστά στην πλειονότητα των ανθρώπων, και έξοχα ο Αισχύλος στις Ευμενίδες δια στόματος Απόλλωνα θα τις περιγράψει ως εξής : «Πέσαν σε ύπνο οι σιχαμένες / κόρες, γριές, παμπάλαια / γεννήματα / που ούτε θεός ούτε / άνθρωπος ούτε θηρίο / έρχεται κοντά τους». Στο σημείο στο οποίο μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τον Φάλκο είναι ότι ενοχοποιεί τις νέες γενιές για εγκλήματα τα οποία διέπραξαν οι πρόγονοί τους. Οπωσδήποτε η διατήρηση της ιστορικής-συλλογικής μνήμης και η διάχυσή της μέσα στα σχολεία και την κοινωνία ευρύτερα, είναι και θα είναι ευθύνη της κάθε γενιάς. Και τούτο όχι μόνο για να μην ξαναέρθουν τέτοιοι χαλεποί καιροί, αλλά κυρίως για να γνωρίζουμε τι είναι σε θέση να πράξει η ανθρώπινη φύση, όταν οι περιστάσεις και οι συνθήκες την αποκτηνώσουν.
Πρέπει ακόμα να τονίσουμε ότι στους αρχαίους τραγικούς ποιητές οι Ερινύες εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της μητροκτονίας που έχει διαπράξει ο Ορέστης, και στην οποία είναι συνένοχη η αδελφή του Ηλέκτρα. Στον Φάλκο οι Ερινύες είναι γέννημα-θρέμμα της πρόσφατης ιστορίας, γιʼ αυτό άλλωστε αγγίζουν τον καθένα μας και αποτελούν ένα πολιτισμικό φαινόμενο παγκόσμιας εμβέλειας.
Η ανάλυση του πολυσύνθετου λογοτεχνικού έργου του Φάλκου ασφαλώς δεν εξαντλείται σε κάποιες λιγοστές σελίδες, διότι μέσα από το έργο του αποκαλύπτεται κι ένα ισχυρό φιλοσοφικό οικοδόμημα, που χρήζει περαιτέρω ενασχόλησης. Στο άρθρο αυτό επιχείρησα να φωτίσω κάποιες από τις όψεις του έργου του, το οποίο ευελπιστώ ότι θα ανακαλυφθεί και από άλλους με το πέρασμα του χρόνου.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

Με αφορμή το ποίημα Λιτανεία των Μαρτυριών για έναν απόντα φίλο κάνω την εξής παρατήρηση: Οι καλοί ποιητές γράφουν ισότιμα κατά το πλείστον ποιήματα. Κάποια ξεχωρίζουν, αλλά όχι πάρα πολύ. Αλλά μερικοί ποιητές έγραψαν κάποιο ποίημα, όπου συμπύκνωσαν τη φιλοσοφία και την τεχνική τους, που μόλις το διαβάσεις, καταλαβαίνεις αμέσως τον ποιητή, ποιες είναι οι αγωνίες του, τι θέλει βασικά να πει, πού έφτασε η φαντασία και η εκφραστική του, με λίγα λόγια καταλαβαίνεις την «ψυχή» του. Τέτοια ποιήματα είναι λ.χ. η Ιερά οδός του Σικελιανού, η Ιθάκη του Καβάφη, το Ναυάγιο της Κίχλης του Σεφέρη, το Μεθυσμένο καράβι του Ρεμπώ, το Θαλασσινό κοιμητήρι του Βαλερύ κ.ά. Η Ιερά οδός και η Ιθάκη του Φάλκου είναι η Λιτανεία (Μαρτυρίες για έναν απόντα φίλο, σσ. 126-7):

Στέκομαι εδώ ταιριάζοντας αταίριαστα κομμάτια

Μες στην απελπισία μου
παίρνω τον δρόμο για τον λόφο
απʼ όπου πρωταντίκρισα τη λιτανεία
Την βλέπω μπρος μου σα να ήταν χθες
Κινούσε από μεγάλα βάθη
και προχωρούσε αργά μέσα σε φως θλιμμένο
μια λιτανεία ανθρώπων και ψυχών
Και ξαφνικά
σαν κάποιος να ʼδωσε το σύνθημα
υψώθηκαν φωνές δοξαστικές
σαν έκρηξη χιλίων μουσικών οργάνων
τα χρώματα φωτίστηκαν και δέσαν με τη μουσική
κι η γη φάνηκε ως μέρος του ουρανού
τα πάντα ενώθηκαν και γίναν
κρύσταλλο μουσικό
Για μια στιγμή -μόνο για μια στιγμή-
φαντάστηκα πως όλα δέναν μεταξύ τους
πως είχαν κάποιο νόημα
πως θα ʼβρισκα το μυστικό τους
Πάνω σʼ αυτό πήρε να σκοτεινιάζει
θαμπώσανε τα χρώματα
και κάποιος πήρε να φωνάζει
με μια τρομαχτική φωνή
κλονίστηκε η πορεία
σκόρπισαν οι ψυχές σαν τα πουλιά
κι ο κόσμος έγινε ξανά παράταιρα κομμάτια

Το ποίημα αυτό με το υποβλητικό του μεγαλείο και τον πηγαίο λόγο, μοιάζει να συγγενεύει με ποιήματα στα οποία παρατηρείται μια εναλλαγή φωτός και σκότους «ψυχολογικής» μάλλον τάξεως, εκεί που ο ευαίσθητος άνθρωπος κάτω από την αφόρητη πίεση του πόνου υψώνεται για λίγο στο φως, για να καταπέσει πάλι στην απόγνωση. Αλλά το ποίημα αυτό προχωράει και παραπέρα. Πρόκειται για μια αγωνιώδη και απόλυτα συνειδητή προσπάθεια ολόκληρης ζωής, συνεχώς ανανεούμενη, να συνδέσει τα ασύνδετα, να βγάλει κάποιο νόημα απʼ τον διασπασμένο και αντιφατικό κόσμο μας. Το ποίημα δηλαδή είναι στο βάθος φιλοσοφικό, μα διόλου εγκεφαλικό. Σε κάποιες προνομιούχες στιγμές όλες οι ψυχικές και διανοητικές δυνάμεις συνενώνονται, με την ελπίδα να βγάλουν κάποιο νόημα από αυτήν την εναλλαγή φωτός και σκοταδιού, ώστε να βγάλουν κάποια τελική απόφανση για το τι είναι ο άνθρωπος και ο βίος του, αν τελικά η ζωή είναι φως ή σκοτάδι. Ο Φάλκος το προσπάθησε αυτό σε όλη τη ζωή του. Στο ποίημα αυτό συμπεραίνει πως τα διάφορα κομμάτια είναι αδύνατο να συνδυαστούν με τρόπο που να βγαίνει κάποιο νόημα. Για κάποιον που αποκλείει τη μονόπλευρη θεώρηση, τα προκρούστεια κρεβάτια και τους φαντασμένους προφήτες με τις έτοιμες λύσεις, ο κόσμος φαίνεται απόλυτα διασπασμένος. Κι αυτό η συνείδησή μας δυσκολεύεται να το δεχτεί. Αυτή είναι η αγωνία του φιλοσόφου-ποιητή. Άραγε είμαστε καταδικασμένοι να προσπαθούμε αιώνια να ταιριάξουμε αταίριαστα κομμάτια; «Αν το σκοτάδι φαίνεται παντοτινό / παντοτινή κι η μοίρα του φωτός» (κγ΄). Άραγε αυτή είναι η μοίρα μας, να κυμαινόμαστε αιώνια ανάμεσα στο σκότος και το φως, ανάμεσα στο συν και το πλην, ανάμεσα στο μηδέν και το ένα; Και ποιο το νόημα αυτού του μετεωρισμού, αυτής της δίχως τέλος παλινδρόμησης;
Όταν ένα θέμα σε απασχολεί βασανιστικά, ποτέ δεν μένεις ικανοποιημένος και θέλεις να το ξαναψάξεις και να το πεις και μʼ άλλους τρόπους. Έτσι στο ίδιο το βιβλίο, λίγες σελίδες παρακάτω, λέει περίπου το ίδιο πράγμα σε «πεζό» τώρα λόγο, που όμως είναι αδύνατο να τον ξεχωρίσεις από τον ποιητικό. Ο ήρωας του έργου διηγείται μια φανταστική ιστορία για τέσσερις φοιτητές του πολυτεχνείου που ανάλαβαν να παραδώσουν στο τέλος των σπουδών τους ένα ζωγραφικό έργο που να εκφράζει τις βασικές τους εμπειρίες. Ο πρώτος παρουσίασε ένα έργο φωτεινό, γιατί παρόλο το σκοτάδι, κατά τη γνώμη του τα καλά επικρατούν στο τέλος. Ο δεύτερος εκφράζοντας την εμπειρία του απʼ τη ζωή έβαλε να ισορροπούν το φως και το σκοτάδι. Ο τρίτος σαν απαισιόδοξος ή πιο ρεαλιστής, έφτιαξε έναν πίνακα «που τον διασχίζουν μόνο μερικές αναλαμπές, όσο για να τονίσουν το σκοτάδι.» Το ενδιαφέρον έχει τι έκανε ο τέταρτος μαθητής, που εκφράζει και τον ήρωα-συγγραφέα:
«Ο τέταρτος μαθητής δεν παρουσίασε έναν πίνακα, αλλά πολλά χαρτιά και δοκιμές. Ήταν κυρίως πρόσωπα, κάτι σαν άγγελοι, άλλοτε φωτεινοί κι άλλοτε μαύροι, που όμως δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, ήταν κάπως ξεκάρφωτοι, και η εντύπωση αυτή τονίζονταν από τους κύκλους που περιέβαλαν και κατά κάποιο τρόπο απομόνωναν κάθε μορφή. «Εγώ, απολογήθηκε ο μαθητής, αυτά τα χρόνια αγωνίστηκα να καταλήξω κάπου. Έβαζα μπρος πότε τις φωτεινές μορφές, πότε τις σκοτεινές. Πότε μεγάλωνα τις μεν και μίκραινα τις δε. Άλλοτε αναζητούσα μερικά σημεία, που να συνδέουν κάπως τʼ ασυμβίβαστα, αλλά απέρριπτα στο τέλος κάθε συνδετική γραμμή. Έτσι μου έμεινε μόνο η προσπάθεια για μια σύνθεση, που ίσως είναι αδύνατο να γίνει ή που δεν είμαστε προορισμένοι να πραγματοποιήσουμε εμείς.» (σσ. 133-5).
Λίγοι λογοτέχνες κατόρθωσαν το παράδοξο να πουν το ίδιο πράγμα χωρίς να «επαναλαμβάνονται». Το ποίημα και το «πεζό» έχουν την ίδια δύναμη, την ίδια υποβλητικότητα, την ίδια αγωνία, την ίδια ακριβώς ποιότητα. Και αυτό δείχνει, κοντά στα άλλα, το αδιάπτωτο της τέχνης του Φάλκου.
Το αγωνιώδες και ατέρμονο ζύγισμα φωτός και σκοταδιού είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της αδημοσίευτης, αλλά τελειωμένης Λίμνης. Ανάλογα αγωνιώδη ερωτήματα έχει θέσει και στους Δίκαιους και στη Νύχτα, απʼ την οποία αντιγράφω το παρακάτω απόσπασμα (από το αφήγημα «Οι Δίκαιοι» σ. 181):
«Εκείνο που μας χαρακτηρίζει πάνω απʼ όλα, είναι η παθιασμένη αγάπη μας για τη ζωή, κάθε μορφή ζωής. Μια αγάπη εντελώς παράφορη […] Όχι, δεν έχουμε επιχειρήματα πως η ζωή αξίζει να αγαπηθεί και να συντηρηθεί. Μήπως εσύ έχεις αντίθετα επιχειρήματα, οριστικά, αποφασιστικά;»
Η αντίθεση φωτός και σκότους, που είναι αδύνατο να καταλήξει σε μια σύνθεση, παρά μόνο βεβιασμένα, εικονικά και τεχνητά, εκφράζεται βέβαια και αλλού, σε ποιήματα και σε πεζά. Ξεχωρίζει, θαρρώ, το Γκρίζο του δρόμου (Σχεδιάσματα με φως):

Αισθανόμουν σαν κάποιος που αμίλητος
ανεβαίνει στο γκρίζο του δρόμου
περιστέρια στο χέρι κρατώντας,
όταν ξάφνου τα χρώματα λύγισαν
και σκοτείνιασε πριν απʼ τη Δύση
Και περίμεναν όλοι τα θαύματα
μα στο νου τους γυρνούσαν τα γκρίζα

Να φυλάξω το φως επιχείρησα
της καρδιάς εκπληρώνοντας χρέος
Και τη μέρα αφαιρούσα τα γκρίζα
μα το βράδυ τα πρόσθετε η Νύχτα

Για την ιστορία του πράγματος, θα αναφέρω τα όσα μου διηγήθηκε ο Φάλκος σχετικά με τη σύνθεση της Λιτανείας.
Στις 21. 12. 1997 είχε συνθέσει την παρακάτω Λιτανεία:

Αυτούς που προχωρούν βαθιά συλλογισμένοι,
Αυτούς που έσβησαν από παντού τα λόγια τους
και δεν αναστενάζουν πια,
Αυτούς που λύγισαν σαν τις μακριές λαμπάδες
και γέρνουνε το χέρι τους στη γη,
Αυτούς που τώρα ξεθωριάζουν
μέσα στη φαντασία του Θεού,

Άνθρωπε εσύ των νιάτων και της συμφοράς,
μην τους περιφρονείς.
Ήταν κι αυτοί παιδιά της γης και τʼ ουρανού
και κράτησαν στα χέρια τους το φως.
Άνθρωπε εσύ κλειστέ δυσπρόσιτε περήφανε,
ρίξε τους μια ματιά
καθώς βαδίζουν δίπλα δίπλα σκοτεινοί
κι από καρδιάς ελέησον

Μετά από 20 περίπου μέρες, στις 13. 1. 1998, συνέθεσε τη δεύτερη Λιτανεία, αυτήν που ήδη μνημονεύσαμε. Η προγενέστερη Λιτανεία, που ως περιεχόμενο είναι ολότελα διαφορετική από τη νέα, είναι βέβαια ένα συγκινητικό και ανθρώπινο ποίημα, αλλά η δεύτερη Λιτανεία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο ποίημα του Φάλκου, ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της γλώσσας μας.

ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΚΟΣ-ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

(τιμητικός τόμος για τον άνθρωπο και το έργο του)

Η επιτροπή που αποτελείται από τους Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά, ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Χαρά Μπακονικόλα, Καθηγήτρια Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σωκράτη Δεληβογιατζή, Καθηγητή φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, Γιάννη Τζανή, διδάκτορα Φιλoσοφικής Σχολής και λογοτέχνη, και Πέτρο Μπέσπαρη, φιλόλογο, λογοτέχνη, αποφάσισε να εκδώσει έναν τόμο με μελέτες, κρίσεις, εντυπώσεις κτλ. για τον λογοτέχνη και φιλόσοφο Τάσο Φάλκο-Αρβανιτάκη με ευκαιρία την αποχώρησή του από την ενεργό πανεπιστημιακή διδασκαλία και τη συμπλήρωση πενήντα ετών πνευματικής δημιουργίας. Βέβαια το δημιουργικό έργο του Φάλκου δεν έχει κλείσει, αλλά τα κύρια χαρακτηριστικά του έχουν διαμορφωθεί, και μάλιστα πολύ νωρίς.
Συγκεντρώσαμε τις προϋπάρχουσες μελέτες, συνοπτικές κριτικές, παρατηρήσεις κτλ. δημοσιευμένες ή χειρόγραφες, ενώ παράλληλα απευθυνθήκαμε σε αρκετούς ανθρώπους του πνεύματος ζητώντας να γράψουν κάτι με ευκαιρία την έκδοση του τόμου. Από εκείνους που γνώρισαν προσωπικά τον συγγραφέα ζητήσαμε να μη παραλείψουν να γράψουν και για τον άνθρωπο, όχι μόνο για το έργο του, και να παραθέσουν χωρία περισσότερα από ό,τι συνηθίζεται, ώστε να φαίνεται ο λόγος του συγγραφέα, που το έργο του είναι σχετικά δυσεύρετο. […]

ΓΡΑΦΟΥΝ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ, λογοτέχνης
ΤΑΣΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ, λογοτέχνης, Ακαδημαϊκός
ΚΡΙΤΩΝ AΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ, λογοτέχνης
ΡΟΥΛΑ ΑΛΑΒΕΡΑ, λογοτέχνις
ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ, λογοτέχνης
ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, λογοτέχνης
ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ, κριτικός
ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ-ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, λογοτέχνις
ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, λογοτέχνης
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΑΝΩΒΟΛΙΩΤΗΣ (Γ. Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ), λογοτέχνης
ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΚΩΣΤΑΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΥΓΕΛΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
GASTON-HENRY AUFRERE, κριτικός
ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ, λογοτέχνις, κριτικός
ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, λογοτέχνης, Ακαδημαϊκός
ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΒΑΡΝΑΛΙΔΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
SIMON DE BEAUVOIR, λογοτέχνις
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΤΣΑΞΗΣ, λογοτέχνης
ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΟΓΛΟΥ, λογοτέχνης
ΣΜΑΡΩ ΓΑΪΤΑΝΙΔΟΥ, ηθοποιός
ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ, κριτικός
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ, λογοτέχνης
ΗΡΑΚΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, φιλόλογος
ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, μηχανικός
ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ, λογοτέχνης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΚΟΥΔΙΝΑΣ, φιλόλογος
ΠΕΤΡΟΣ Δ. ΓΛΕΖΟΣ, λογοτέχνης
ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ-ΜΙΛΛΙΕΞ, λογοτέχνις, κριτικός
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΔΕΛΗΒΟΓΙΑΤΖΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, φιλόλογος
ΣΤΕΛΙΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ, Επίκ. Καθηγ. Παν/μίου
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, λογοτέχνις, Ακαδημαϊκός
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ, λογοτέχνης
ΒΑΣΙΛΕΙΟς ΔΟΥΚΑΚΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΛΙΝΑ ΔΩΔΟΥ, φιλόλογος
DANIELLE DUMAS, κριτικός
PIERRE EUCHART, ζωγράφος
ΙΑΣΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, λογοτέχνης, κριτικός
ΝΙΚΟΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Ακαδημαϊκός
ΙΟΥΛΙΑ ΙΑΤΡΙΔΗ, λογοτέχνις
ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΜΒΡΙΩΤΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΒΒΑΘΑΣ, δημοσιοφράφος
ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ, Επίκ. Καθηγ. Παν/μίου
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ακαδημαϊκός
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΠΟΥΣΙΔΗΣ, λογοτ. μουσ. ζωγράφος
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, λογοτέχνης
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΕΛΛΑΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΚΑΡΤΕΡ, λογοτέχνης, κριτικός
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Ακαδημαϊκός
ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΛΙΔΑΣ, λογοτέχνης
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ, λογοτέχνης
ΑΝΝΑ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Καθηγ. Παν/μίου
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΕΡΑΜΕΥΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΜΑΡΙΝΑ ΚΟΚΚΙΝΙΔΟΥ, Δρ Φ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΜΑΝΤΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ, λογοτέχνης
ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Καθηγ. Παν/μίου
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΩΣΤΙΔΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΑΖΑΝΑΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΒΑΪΟΣ ΛΑΖΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου, κριτικός
ΘΕΜΗΣ ΛΙΒΕΡΙΑΔΗΣ, λογοτέχνης
ΣΟΦΙΑ ΛΙΠΑΡΙΔΟΥ, δημοσιογράφος, κριτικός
ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ, κριτικός
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΩΛΕΔΑΚΗΣ, Ακαδημαϊκός
ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, λογοτέχνης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΝΕΣΤΩΡ ΜΑΤΣΑΣ, λογοτέχνης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, φιλόλογος, κριτικός
ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ (ΗΒΗ ΣΚΑΝΔΑΛΑΚΗ), λογοτέχνις
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου, κριτικός
ΝΙΚΟΣ ΜΗΛΙΩΡΗΣ, λογοτέχνης
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ, δημοσιογράφος
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ακαδημαϊκός
ΧΑΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΟΛΑ, Καθηγ. Παν/μίου, κριτικός
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ, λογοτέχνης
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΝΕΚΟΣ, λογοτέχνης
ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΕΣΠΑΡΗΣ, φιλόλογος, λογοτέχνης
ΓΚΙΚΑΣ ΜΠΙΝΙΑΡΗΣ, ηθοποιός
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ, φιλόλογος
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΤΑΝΙΑ ΜΥΛΩΝΑ, δημοσιογράφος
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΝΑΣΙΟΥΤΖΙΚ, λογοτέχνης
ΜΑΡΙΑ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ-ΔΕΛΗΒΑΝΗ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ, λογοτέχνης
ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ, λογοτέχνης
ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ, λογοτέχνης
ΚΩΣΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, λογοτέχνης
ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ, λογοτέχνις
ΜΑΡΙΑ ΠΑΛΛΑ, φιλόλογος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗΣ, πολιτικός
ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΠΑΣ, λογοτέχνης
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΣΙΩΠΗΣ, λογοτέχνης
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ, πτυχ. Παν/μίου
ΘΕΟΠΗ ΠΑΡΙΣΑΚΗ, Αναπλ. Καθηγ. Παν/μίου
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΑΣΧΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΤΕΡΕΖΑ ΠΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΑΛΑΛΑ, Ακαδημαϊκός
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΟΣ, λογοτέχνης
ΛΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΡΑΤΣΙΚΑΣ, κριτικός
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΟΖΟΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ, πτυχ. Παν/μίου
ΝΟΤΗΣ ΡΥΣΣΙΑΝΟΣ, λογοτέχνης
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΡΩΜΑΣ, λογοτέχνης
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, λογοτέχνης
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, λογοτέχνης
GUY SAUNIER, Καθηγ. Παν/μίου
PIERRE-MAXIME SCHUHL, Ακαδημαϊκός
ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΖΗΣΗΣ ΣΚΑΡΟΣ, λογοτέχνης
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΣΚΑΛΙΔΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, ζωγράφος
ΣΤΑΘΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ακαδημαϊκός
ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, δημοσιογράφος, κριτικός
ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΟΓΙΟΓΛΟΥ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΦΥΡΟΕΡΑΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΑΤΑΚΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΖΑΜΑΛΙΚΟΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΗΣ, Δρ Φ., λογοτέχνης, κριτικός
ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ, λογοτέχνις
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ, Καθηγ. Παν/μίου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, λογοτέχνης
ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΤΣΟΜΠΑΝΑΚΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου,
ΜΑΡΩ ΤΣΟΥΡΑΠΑ, φιλόλογος
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, λογοτέχνης
ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ ΦΑΛΚΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΗΣ, Καθηγ. Παν/μίου, λογοτέχνης
ΓΕΩΡΓΗΣ ΧΑΛΑΤΣΑΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΛΑΤΣΑΣ, λογοτέχνης, κριτικός
ΤΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, λογοτέχνης
ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Καθηγ. Παν/μίου
ΚΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Καθηγ. Παν/μίου
Χρονικά Ισραηλιτικού Συμβουλίου (ανώνυμο)
ΚΑΙΤΗ ΧΩΤΙΔΟΥ, δημοσιογράφος