Ακούστε εδώ

Αγαπητέ μου θείε Τάκη

Γράμμα σου στέλνω θείε μου
που ‘σαι στη Νέα Υόρκη,
κι ίσως με πάρεις προς τα ‘κει
να νοικοκυρευτώ,
ν’ αλλάξουνε τα όνειρα,
να φτιάξουνε οι στόχοι
και να χαράξω μια γραμμή
να την ακολουθώ.

Πόσο λυπάμαι μ’ αυτά που σου γράφω,
μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς.

Κρέμασα το πτυχίο μου σε κάδρο στο σαλόνι
και κουβαλάω ντενεκέ σε μια οικοδομή,
ακούω στο ραδιόφωνο και ο καημός φουντώνει
του Στέλιου τα παράπονα ετούτη τη στιγμή.

Πόσο λυπάμαι μ’ αυτά που σου γράφω,
μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς.

Τέλειωσα μαθηματικά, κοντεύουν τρία χρόνια
και με ακρίβεια μετρώ το κάθε τι κακό,
δυο ώρες θέλεις, θείε μου, Αιγάλεω-Ομόνοια
και ασφυκτικά αισθάνεσαι μέσα στο αστικό.

Πόσο λυπάμαι μ’ αυτά που σου γράφω,
μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς.

Έγινε Βουλή ο καφενές

Έλα να σου πω το μυστικό μου
έλα στην παρέα μας να μπεις
κι όλα τα προβλήματα του κόσμου
φως μου, θα τα λύσουμε εμείς.
Κάτω από του καφενέ την τέντα
λέμε πράγματα λογής-λογής
κανούμε παγκόσμια κουβέντα
περί Δύσης και Ανατολής.

Ένα γύρο όλοι καθισμένοι
κι έγινε Βουλή ο καφενές
μέσα στα προβλήματα κρυμμένη
φλόγα που ανάβει με φωνές.

Είν’ η ώρα κάπως περασμένη
αν θέλεις καληνύχτα να μου πεις
αύριο τηλέφωνο με παίρνεις
είν’ η ώρα της πολιτικής.
Πέσαμε στα δίχτυα της κουβέντας
που δεν τελειώνει μια ζωή
στα προβλήματά μας άλλο ένα
αχ, πώς θα ξυπνήσουμε πρωί.

Ένα γύρο όλοι καθισμένοι
κι έγινε Βουλή ο καφενές
μέσα στα προβλήματα κρυμμένη
φλόγα που ανάβει με φωνές.
Άλλα λένε οι εφημερίδες
κι άλλα το ραδιόφωνο ηχεί
είσαι μοιρασμένη σε παρτίδες
αχ, πατρίδα μου άμυαλη, μικρή.

Η ζωή μας τελειώνει

Φεύγουν τα χρόνια
και θυμίζει η τροχιά τους
σπίθες τη νύχτα
που τις σέρνει ο βοριάς
και το φορτίο τους
σέρνουν στο πέρασμά τους
πάνω στους ώμους μας
στα φύλλα της καρδιάς

Η ζωή μας τελειώνει
καφενείο και ταβέρνα
η ζωή μας τελειώνει
μ’ήρωες του σινεμά
η ρουτίνα μας κερνάει
για να πιούμε άλλο ένα
απ’τα χρόνια μας που φεύγουν
γύρω μας ειρηνικά
τόσο απλά, τόσο ρηχά
τόσο συνηθισμένα.

Τα χρόνια αλλάζουν αριθμούς
και ταξιδεύουν
μα δεν αλλάζουνε
τα βάσανα για μας
και το φορτίο τους
αφήνουν όπως φεύγουν
πάνω στους ώμους μας
στα φύλλα της καρδιάς

Η ζωή μας τελειώνει
καφενείο και ταβέρνα
η ζωή μας τελειώνει
μ’ήρωες του σινεμά
η ρουτίνα μας κερνάει
για να πιούμε άλλο ένα
απ’τα χρόνια μας που φεύγουν
γύρω μας ειρηνικά
τόσο απλά, τόσο ρηχά
τόσο συνηθισμένα

Επιστροφή

Στη τσέπη πέντε τάλιρα και πάω στην Αθήνα
χαράμισα τα νιάτα μου εδώ στην ξένη γη.
Στα χρόνια που εδούλευα και προκοπή δεν είδα
αχ, πόσο ενοστάλγησα την κάθε σπιθαμή.

Οι φάμπρικες κι οι μηχανές στη σκέψη μας αμπάρα
μας κλέβουνε τα όνειρα και μένουμε φτωχοί.
Στους ώμους το σακάκι μου, στην τσέπη τα τσιγάρα
στου τρένου το διάδρομο για την επιστροφή.

Και φτάνουμε το σούρουπο μες στο σταθμό Λαρίσης.
Ποτέ δεν το περίμενα πως θα με καρτερείς.
Με της χαράς τα κλάματα ελπίδες να γεμίσεις
τη μέχρι τώρα αδέσποτη και άδεια μου ζωή.

Τα βάσανα

Άτιμη ζωή, κρυμμένο
τι μου φύλαγες;
Να χαλάσεις τα όνειρά μου
παραφύλαγες;

Θαρρείς ότι τα βάσανα
γυρεύουν να με φάνε
και κάνουν βόλτες μέσα μου
χορεύουν, τραγουδάνε.

Ό,τι χτίζω το γκρεμίζεις
με τις φλόγες σου με καις.
Μου ‘χεις κάνει τους καημούς σου
δεσμοφύλακες.