Η Ηφαίστου με τρεις διαβάτες.
Ένας μαρμάρινος κορμός
ακέφαλος
με πολύπτυχο χιτώνα
με καθηλώνει σε φλογερή απιστία.

Οι δρόμοι που παίζει
παραδίπλα ο μπουζουξής
κι αυτοί ερημικοί,
ιδανικοί για τυχαίες συναντήσεις με σκοπούς
μελωδίες και κίνητρα χαμένων παρτίδων
Πλασμένοι με όλα τα υλικά της ευθιξίας ,
κομμένες κεφαλές του κερδώου Ερμή
στεφανωμένες με φτερά μόρτιδων.
«Κάτω απ΄ το πουκάμισό μου η καρδιά μου σβήνει.»

Μόλις πέρασε ανάμεσα απ΄ τα κάγκελα,
πατώντας με γυμνές ρόδες τα ερείπια,
το τελευταίο τραίνο.
Στρώνω χιτώνα τον ίσκιο μου
απέναντι απ΄ του Ηφαίστου τον ναό,
στις πατημασιές του Άγιου Στέφανου.

Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί για μονάχους μονομάχους
με συμπεριλαμβάνουν στα μνημεία .
Δραπετεύεις διαγωνίως από τις αμαρτίες των γονέων,
περπατάς όλο ευθεία τον μονόδρομο
με τα συμμετρικά κομμένα πάρε, δώσε
στρίβεις το νόμισμα και το πετάς στον αέρα.
Από όποια πλευρά κι αν με δεις
είμαι χαρακτηρισμένος:
ρεμπέτης και Ιουδαίος απλανής.

Το επιτύμβιο έγραφε εξαρχής:
Στοά Απώτερου
Τάφος παιχνιδιών.
Με αναστημένη την αγωνία.
Στο κοριτσάκι με τα σπίρτα
λογο-δοσμένος.