Ι. Η υπόθεση Kiš 1

Η διεθνής φήμη του Danilo Kiš προέκυψε, ως ένα βαθμό, ως αποτέλεσμα της υπόγειας, αλλά άγριας 6ετούς διαμάχης μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων της Γιουγκοσλαβίας σχετικά με το μυθιστόρημά του, Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς. […] Για να κατανοήσει κανείς το σκάνδαλο, χάρη το οποίο έγινε διάσημος ο Kiš (εάν δεν γινόταν ούτως ή άλλως χάρη στο ταλέντο του), πρέπει να ανατρέξει στο κλίμα της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνικής κοινότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Παρόλο που η δομή του γιουγκοσλαβικού συστήματος φαινομενικά υποσχόταν στους συγγραφείς έναν σχετικό βαθμό ελευθερίας, τα λογοτεχνικά ιδρύματα—περιοδικά, επιτροπές απονομής βραβείων, πανεπιστημιακά τμήματα—ελέγχονταν από μια εδραιωμένη ομάδα λογοτεχνών που ακολουθούσαν την κομματική γραμμή. Επιπλέον, κάποιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ειδικά μεταξύ των γραφειοκρατών σε θέματα πολιτισμού, ενδεχομένως να θεωρούσαν, μυστικά, προτιμότερη την άμεση λογοκρισία και τον σταλινισμό, από τις διαβουλεύσεις που απαιτούνταν για τον αποκλεισμό ενός ιδεολογικά «ακάθαρτου βιβλίου» από τα ράφια των βιβλιοθηκών. Η “υπόθεση Kiš” έγινε, λοιπόν, η απροσδόκητη αποκάλυψη της αδικαιολόγητης επιτυχίας και της ξεδιάντροπης συμφεροντολογίας των εκλεκτών που διοικούσαν αυτά τα ιδρύματα. Ιδιαίτερα καθώς το σκάνδαλο παρατεινόταν, καταστρέφοντας την καριέρα και τη φήμη πολλών γραφειοκρατών, μπορεί κάποιος να φανταστεί πόσο πολύ αυτοί οι νομιμόφρονες κρατικοί υπάλληλοι εύχονταν να επέμβει το κράτος για να υποστηρίξει τους ανθρώπους του, φιμώνοντας τους βλάσφημους παρείσακτους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

Το βιβλίο Ένας Τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1976 και έγινε δεκτό με διθυραμβικές κριτικές. Ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή του, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι το βιβλίο ήταν προϊόν λογοκλοπίας. “Κάποιοι υποστήριξαν ότι το έγραψε κάποιος ρώσος μετανάστης που πέθανε στο Παρίσι το ʼ30, άλλοι ότι το έγραψε κάποιος άλλος ρώσος μετανάστης που πέθανε άλλη χρονολογία και όχι στο Παρίσι, και σιγά-σιγά άρχισαν να αναφέρονται ονόματα”. Οι φήμες άρχισαν να δημοσιεύονται σε άρθρα και να εξαπλώνονται· κύματα νέων άρθρων απέρριπταν τις φήμες, εξαπλώνοντάς τις ακόμη περισσότερο και προωθώντας νέες φήμες. Ανακοινώθηκε σε περιοδικό η δημοσίευση ενός άρθρου με τίτλο “Ένας τάφος για τον Ντανίλο Κις”, αλλά όταν το τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε, δεν υπήρχε άρθρο με αυτό το όνομα. Όπως αποδείχθηκε, το άρθρο κόπηκε όταν η αρχισυνταξία προσέλαβε δυο ειδικούς οι οποίο βρήκαν το άρθρο “όχι μόνο χωρίς αξία, αλλά ακόμη και ʽεπικίνδυνο”. Ύστερα από αρκετούς μήνες αναμονής, το άρθρο μετονομάστηκε σε “Κολιέ από κλεμμένα μαργαριτάρια” και δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο σε διαφορετικό περιοδικό, το Oko. Ο συγγραφέας του άρθρου, Dragoljub Golubvić, ήταν πρώην ρεπόρτερ χωρίς κατάρτιση ή εμπειρία στη λογοτεχνική κριτική. Το άρθρο του, μια απόπειρα λογοτεχνικής πολεμικής, ήταν αντίστοιχης αξίας.
Ο Golubvić ξεκινούσε το προκλητικό του άρθρο επιτιθέμενος σε εικαστικούς που ζωγραφίζουν αντίγραφα αριστουργημάτων και ισχυριζόμενος ότι οι αντίστοιχοι λογοτέχνες προξενούν μεγάλο κακό στην κουλτούρα ενός πολιτισμού. Αναγορεύοντας τον εαυτό του υπερασπιστή του δημόσιου συμφέροντος και της εθνικής πολιτιστικής καθαρότητας και ακεραιότητας, συνεχίζει εστιάζοντας την επίθεσή του εναντίον του Kiš. Η κύρια θέση του ήταν ότι ο Kiš είναι ένας εξωφρενικός, ξεδιάντροπος και αδέξιος λογοκλόπος που σφετερίστηκε την “πνευματική ιδιοκτησία” του Joyce, του Medvedev, του Réau, του Borges, του Haupt, του Štajner και, ενδεχομένως, άλλων. Παραθέτει επίσης κάποια άλλα παράπονα, όπως ότι οι ιστορίες αφορούν αποκλειστικά στασιαστές εβραίους, τα ονόματα των χαρακτήρων είναι επινοημένα, κάποια από τα “έγγραφα” δεν είναι γνήσια κλπ.
Όμως, χωρίς να το γνωρίζει ο Golubvić, το περιοδικό Oko έστειλε το άρθρο προκαταβολικά στον Kiš. Δημοσίευσαν την απάντησή του στο ίδιο τεύχος μαζί με την επίθεση του Golubvić. Η προσεκτικά διατυπωμένη απάντηση του Kiš παρουσίαζε δώδεκα παραθέματα από το άρθρο του Golubvić και προχωρούσε ανασκευάζοντας επιδέξια κάθε ισχυρισμό αυτής της συγκεχυμένης λιβέλλου με καθαρό χλευασμό. Πραγματικά, η απάντηση του Kiš ήταν ολοφάνερα εχθρική· συγκρίνει τον Golubvić με τους ναζί και υποθέτει ανοιχτά ότι ο Golubvić δεν είναι παρά ένα πιόνι, που παρέχει εκδούλευση στους ισχυρούς αντιπάλους του Kiš, σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την εύνοια αυτών των λογοτεχνικών γραφειοκρατών. “Αυτοί που σας προσέλαβαν,” έγραφε χαιρέκακα ο Kiš, “έχουν κάνει τη δουλειά τους με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία—προφορικά και ανώνυμα. Να ξέρετε ότι την πατήσατε!”
Στο επόμενο τεύχος του Oko εμφανίστηκαν τέσσερα άρθρα σχετικά με τη συζήτηση. Δύο ακαδημαϊκά άρθρα υποστήριζαν το δικαίωμα του Kiš να αντλεί από πηγές, ενώ η απάντηση του Golubvić, “Επιχειρήματα και κίνητρα: Γιατί δεν μπορώ να αντιπαρατεθώ με τον Danilo Kiš,” δημοσιεύτηκε μαζί με την ανταπάντηση του Kiš, “Πήλινοι στόχοι”. Αυτό ήταν αρκετό για τον Golubvić. Κατατροπωμένος σε αυτήν τη διανοητική μάχη, εγκατέλειψε τις δημοσιεύσεις εναντίον του Kiš και υπέβαλε μήνυση για δυσφήμιση (χάνοντας και τις δύο φορές την υπόθεση στο δικαστήριο), ισχυριζόμενος ότι ο Kiš είχε βλάψει την τιμή και την υπόληψή του.
Σε αυτό το σημείο, το καστ των χαρακτήρων άλλαξε. Ο Predrag Matvejević, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας και μόνιμος λιβελλογράφος, ανέλαβε να αναζωπυρώσει τη φλόγα του σκανδάλου ως αυτόκλητος υπερασπιστής του Kiš, δημοσιεύοντας ένα άρθρο σε άλλο τεύχος του Oko. Στην απάντησή του στον Golubvić, ο Kiš υπέθετε εμμέσως την πιθανότητα να βρίσκεται η ʽκλίκαʼ των άμουσων γραφειοκρατών [(αλλού ο Kiš τη χαρακτηρίζει ʽCosa Nostraʼ) …] πίσω από την προσπάθεια της ατίμωσής του. Τώρα, ο Matvejević προχωρά ένα βήμα παραπέρα: αναφέρει ονόματα. Ειδικότερα κατονομάζει τους B. Sćepanović, M. Bulatović και Dragoljub M. Jeremić. Κατηγορεί τον Jeremić, “ίσως τον ισχυρότερο άντρα της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας” […], ότι χρησιμοποίησε την επιρροή του στην κριτική επιτροπή, το διάστημα πριν από το ξέσπασμα του σκανδάλου στον τύπο, ώστε ο Kiš να μην λάβει το αναγνωρισμένο βραβείο Andrić και το βραβείο της πόλης του Βελιγραδίου (Βραβείο Οκτώβρη). Ειδικά για το Βραβείο Οκτώβρη, νικητής αναδείχθηκε ο Jeremić.
Από αυτό το σημείο και μετά, η υπόθεση διαιωνιζόταν από μόνη της. Κάθε φορά που ο Matvejević κατηγορούσε ή ασκούσε κριτική στην Cosa Nostra, ο Jeremić απαντούσε. Παρόλο που μονίμως ισχυριζόταν ότι δεν θα ανακατευθεί σε αυτήν την εξευτελιστική συζήτηση, συνέχιζε να τροφοδοτεί την κριτική με καταιγισμό δηλώσεων, με τις οποίες ο Matvejević, μόνιμα καυστικός, εύκολα αποδείκνυε ότι ο Jeremić αποτελούσε την επιτομή της απάτης και της αχρειότητας: συμφεροντολόγος, σκεύος του κόμματος, σοβινιστής και εθνικιστής που υπέσκαπτε την ενότητα του γιουγκοσλαβικού κράτους, αντισημίτης, κακός μαρξιστής, χείριστος συγγραφέας και, τέλος, τραμπούκος που απέκλειε τους ταλαντούχους, ασκώντας την επιρροή που είχε αποκτήσει με το να κρατά την κομματική γραμμή.

Στην αρχική του υπερασπιστική απάντηση, “Χτυπήματα κάτω από τη μέση με ξένο χέρι”, ο Jeremić δείχνει να αποφεύγει να ξεκαθαρίσει τη θέση του, υπερασπιζόμενος από τη μια το δικαίωμά του να πάρει το βραβείο από τον Kiš, αρνούμενος από την άλλη ότι έκανε κάτι τέτοιο. Συνεχίζει επαναλαμβάνοντας τις κατηγορίες του Golubvić για λογοκλοπή και, τελικά, υπαινίσσεται ότι ο “Matvejević, ο Kiš και άλλοι έχουν οργανώσει συνωμοσία, μια φατρία”. Ο Jeremić ποτέ δεν αντιπαρατέθηκε πραγματικά· απλώς, κάθε κατηγορία που του επέρριπταν οι αντίπαλοί του την επέστρεφε εναντίον τους. Και ήταν γελοίο ο πιο ισχυρός άντρας των γιουγκοσλαβικών γραμμάτων, ο οποίος διοικούσε στην πραγματικότητα τα περισσότερα ιδρύματα που μοίραζαν διορισμούς, προαγωγές, επαίνους και προσβολές, να ισχυρίζεται ότι υπήρχε συνωμοσία εναντίον του.
Όμως αυτό που έκανε την υπόθεση να εκραγεί σε σκάνδαλο ήταν μια απίστευτη απρέπεια εκ μέρους του Jeremić. Σε μια από τις απαντήσεις του, παρατήρησε ότι “άνθρωποι που ζουν 400 χιλιόμετρα μακριά δεν πρέπει να χώνουν τη μύτη τους στις δουλειές του Βελιγραδίου”. Ο Matvejević ήταν καθηγητής στο Zagreb, ενώ ο Jeremić στο Βελιγράδι. Με το να πει ότι ο Matvejević δεν είχε λόγο να σχολιάζει τα λογοτεχνικά γεγονότα του Βελιγραδίου («χωράφια» του Jeremić, σαν να λέμε), εισήγαγε τον παλιό ανταγωνισμό, τον οποίο αποσιωπούσε η ενωτική ηγεσία του Tito, ανάμεσα στους Σέρβους και τους Κροάτες. Σημειώθηκε πραγματική φρενίτιδα άρθρων που κατήγγειλαν το διχαστικό πνεύμα του άρθρου του Jeremić. Ο Matvejević εκμεταλλεύτηκε αυτήν τη συγκυρία όχι μόνο για να καταγγείλει τον εθνικισμό του Jeremić, αλλά και για να κριτικάρει το νέο, βραβευμένο βιβλίο του τελευταίου και να αποδείξει την απουσία οποιασδήποτε αρετής σε αυτό. Μέχρι το τέλος του 1977, ο Jeremić συνέχιζε να καταγγέλλει τους λασπολόγους, βουλιάζοντας ο ίδιος όλο και πιο βαθιά στο αγανακτισμένο του παραλήρημα, διατηρώντας ωστόσο την ισχυρή του θέση.
Τελικά, τη άνοιξη του 1978, ύστερα από μήνες σχετικής σιωπής, ο Kiš, ο οποίος απείχε από τη συζήτηση γύρω από τον ίδιο, εξέδωσε το Μάθημα Ανατομίας. Ο εκδότης είχε καταφέρει να κρατήσει μυστική τη έκδοση του βιβλίου—ίσως λόγω ανησυχίας, μήπως κάποιος προσπαθούσε να το λογοκρίνει, ίσως για να διατηρήσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού—, το οποίο έκανε κυριολεκτικά πάταγο μόλις κυκλοφόρησε. Τα δοκίμια στο Μάθημα Ανατομίας περιέγραφαν την προσωπική ποιητική θεωρία του Kiš και αντιμετώπιζαν συνολικά τους λιβέλους εναντίον του, υπάγοντας όλα τα μικροπρεπή τους σημεία σε μια πειστική εξήγηση, γεμάτη παραπομπές και εύστοχα παραθέματα, σχετικά με το γιατί γράφει όπως γράφει. Για να δώσουμε μια ιδέα για τη μέθοδο του Kiš, θα παραθέσουμε αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου.

[…] Ωστόσο, αν δεν ήταν ο κίτρινος τύπος και οι αποτυχημένοι συγγραφείς πρώην ρεπόρτερ, να δώσουν τον τόνο, ίσως να μην είχα γράψει ποτέ αυτό το βιβλίο· ίσως να μη χρειαζόταν να το γράψω, επειδή θα ήμουν σε θέση να πω όλα όσα έχω να πω—ή, έστω, τα περισσότερα—στις εφημερίδες. Η αλήθεια είναι ότι έχω γράψει κάποια άρθρα σχετικά (εκθέτοντας κάποιες παρανοήσεις και ασάφειες), αλλά δεν ήμουν σε θέση να τα δημοσιεύσω, λόγω της υποτιθέμενης αντικειμενικότητας του λογοτεχνικού και μη εκδοτικού κατεστημένου μας (το οποίο θεωρούσε ότι, ως άμεσα ενδιαφερόμενο μέλος, δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω για ζητήματα που με αφορούσαν απόλυτα). […]

Το κυνήγι των μαγισσών έφτασε στο αποκορύφωμά του για περίπου επτά μήνες (από το Σεπτέμβρη του 1976 μέχρι το Μάρτη του 1977—άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε στο παρασκήνιο) και τα πολεμικά πυροτεχνήματα που έσκασαν στις σελίδες των εφημερίδων μας φώτισαν το πρόσωπο της επαρχιώτικης λογοτεχνικής μας σκηνής. Αλλά μόνο για μια στιγμή. Μόλις οι φλόγες απείλησαν να κάψουν τους σκευωρούς που συνωμοτούσαν στο σκοτάδι, αυτοί αποσύρθηκαν και κρύφτηκαν στα ιδρύματά τους και στα ψέματά τους […] ευτυχισμένοι που γλίτωσαν με εγκαύματα δεύτερου βαθμού. Εγώ, ωστόσο, μη μπορώντας να μιλήσω εκείνη την περίοδο, ορκίστηκα να παρακολουθήσω τα γραπτά τους, να τα υποβάλω σε “close reading” (εις βάθος ανάγνωση), όπως λένε στην Αγγλία, και να ξεκαθαρίσω τα πράγματα—δηλαδή, να καταδείξω με συνεπή και χειροπιαστά παραδείγματα ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν ηθικά και ακαδημαϊκά ακατάλληλοι να κρίνουν βιβλία οποιουδήποτε είδους.[…]

Με δεδομένη την παρούσα κατάσταση της λογοτεχνικής μας κριτικής, κατάσταση που δεν υπόσχεται καμιά βελτίωση, οι συγγραφείς οφείλουν να μιλούν για τα κείμενά τους από μια θεωρητική προοπτική. Σε τελευταία ανάλυση, οτιδήποτε συμβαίνει στους συγγραφείς—καλό ή κακό—διαμορφώνει ένα μέρος του λογοτεχνικού τους πεπρωμένου (και δεν έχουν άλλο). Τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να γίνουν βιβλίο, λέει ο Mallarmé.

Πέρασαν χρόνια για να ξεθυμάνει το σκάνδαλο. Ο Jeremić δημοσίευσε ένα βιβλίο ανάξιο λόγου ως απάντηση στο Μάθημα Ανατομίας. Ωστόσο, μετά την έκδοση του Μαθήματος, οι γραφειοκράτες του πολιτισμού είχαν πλέον αποκαλυφθεί και η αξιοπιστία τους είχε πληγεί ανεπανόρθωτα.

1 Απόσπασμα από μετάφραση του άρθρου “Danilo Kis, A Tomb For Boris Davidovich: A Literary Scandal” (Maude Lynne). Μεγαλύτερο τμήμα της μετάφρασης του άρθρου διατίθεται στη διεύθυνση http://nominati.blogspot.com. Το πρωτότυπο άρθρο διατίθεται εδώ: http://hubpages.com/hub/Danilo-Kis–A-Tomb-For-Boris-Davidovich-A-Literary-Scandal.
2 Περισσότερα στοιχεία για το λογοτεχνικό κατεστημένο στη Γιουγκοσλαβία κατά τη δεκαετία του 1970 θα βρείτε στο άρθρο “Ideological Struggle in Yugoslav Cultural Life” (http://www.osaarchivum.org/files/holdings/300/8/3/text/82-5-46.shtml)

ΙΙ. Η (τελευταία) υπόθεση Βλαβιανού

«Είναι δυνατόν να διαπραχθεί λογοκλοπή από ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε μια ξένη γλώσσα;» Λιτά και εύστοχα ο κύριος Βαγενάς διεξέρχεται το θέμα της λογοκλοπής στο άρθρο της 14ης Νοεμβρίου στο κυριακάτικο Βήμα, για να καταλήξει σε ένα «Όχι», προσεκτικά διατυπωμένο και καθόλου πανηγυρικό. Μια βεβιασμένη αρνητική απάντηση στο ερώτημα ενέχει τον κίνδυνο να αποτελέσει προηγούμενο με απρόβλεπτες συνέπειες. Είναι ένα «Όχι» υπό προϋποθέσεις, το οποίο έρχεται να εξισορροπήσει διιστάμενες απόψεις σχετικά με το τι συνιστά ποιητική δημιουργία (το παράδειγμα του Μαλάνου για την ποίηση του Σεφέρη υπό την επίδραση του Έλιοτ) και σχετικά με το εάν η μετάφραση αποτελεί πρωτότυπη δημιουργία (το παράδειγμα των μεταφράσεων του Καρυωτάκη).
Το γεγονός ότι ο κύριος Βαγενάς επιμένει στα δυο παραδείγματα που παραθέτει ο κύριος Βλαβιανός στο άρθρο-απολογία Περί «λογοκλοπής» και άλλων «ποιητικών αμαρτημάτων» του τελευταίου τεύχους του περιοδικού «Ποιητική», είναι ίσως μια έμμεση ένδειξη της εξαιρετικά λεπτής θέσης που κατέχει αυτό το «Όχι». Εάν η λογοκλοπή είναι δυνατή, τότε αφενός ο Καρυωτάκης θα πρέπει να στερηθεί σημαντικό μέρος της ποιητικής του αξίας, αφετέρου να αναθεωρηθεί εις βάρος του Σεφέρη η συμβολή του τελευταίου στην ανανέωση της ποιητικής γλώσσας. Από την άλλη, ένα επιπόλαιο «Όχι» θα άνοιγε ενδεχομένως το δρόμο για την πανηγυρική αθώωση όλων εκείνων που επιδίδονται στην υπεξαίρεση της πνευματικής δημιουργίας άλλων. Για το λόγο αυτό, το ζήτημα της λογοκλοπής τίθεται από τον κύριο Βαγενά εντός του σαφώς προσδιορισμένου πλαισίου της εισαγωγής πνευματικών έργων από την αλλοδαπή. (Στο κάτω-κάτω, θα παρατηρούσε κάποιος, αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο τέθηκε εξαρχής η καταγγελία.)
Η επιχειρηματολογία του κυρίου Βαγενά ξεκινά με μια διπλή διάκριση: πρώτον μεταξύ ποιητικής και μη ποιητικής γλώσσας, δεύτερον μεταξύ ελληνικής και μη ελληνικής γλώσσας. Με τη διπλή αυτή διάκριση επιχειρείται η δημιουργία μιας διπλής δικλείδας ασφαλείας, η οποία, εάν λειτουργούσε, όχι απλώς θα καθιστούσε αδύνατη τη λογοκλοπή, αλλά θα την αχρήστευε ως έννοια και ως διαδικασία. (Αν, δηλαδή, θα ήταν απερισκεψία να προσπαθείς να καταθέσεις πλαστά ευρώ σε γερμανική τράπεζα, θα ήταν ανεκδιήγητη ανοησία να προσπαθείς να εξαργυρώσεις δαρεικούς στατήρες.) Ωστόσο, η πρώτη διάκριση, αντί να λειτουργεί συμπληρωματικά με τη δεύτερη, στην πραγματικότητα την εξουδετερώνει. Ο λόγος, όπως μας λέει ο κύριος Βαγενάς, είναι ότι το πραγματικό νόημα του ποιητικού κειμένου είναι ένα «διαυγές κράμα» που προκύπτει από τον «αλληλομεταβολισμό της έννοιας και της μορφής της». Καθώς σε έναν τέτοιο «αλληλομεταβολισμό» δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται καταλύτες και ένζυμα απολύτως όμοια για κάθε οργανισμό, τα οποία μάλιστα να εξασφαλίζουν τα ίδια αποτελέσματα (μιας και η διαμόρφωση του τελικού νοήματος συντελείται μέσα από τα ιδιαίτερα, προσωπικά βιώματα του ποιητή), η παραπάνω (ποιητική) διατύπωση είναι αρκετά ευρύχωρη ώστε να επιτρέπει σε δυο ανθρώπους, εκ των οποίων ο ένας τουλάχιστον είναι ποιητής, να ισχυρίζονται ότι μιλούν για τα ίδια πράγματα, ενώ χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις (ή να προσπαθούν να πραγματοποιήσουν μεταξύ τους μια οικονομική συναλλαγή χρησιμοποιώντας νομισματικές μονάδες άγνωστης ισοτιμίας). Κι ενώ αυτό ενδεχομένως να οδηγεί σε ασυνεννοησία (η οποία τουλάχιστον θα ταλανίζει τις δυο πλευρές μιας αδιέξοδης συζήτησης), το αντίστροφο (το να ισχυρίζονται δηλαδή ότι μιλούν για διαφορετικά πράγματα, ενώ χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις), ξαναφέρνει επί σκηνής το φάντασμα της λογοκλοπής – και τότε δεν πρόκειται απλώς για διμερές ζήτημα, αλλά αφορά και τους θεατές. «Αν η κατηγορία […] δεν είχε απήχηση και δεν συζητιόταν σοβαρά στους λογοτεχνικούς κύκλους», επισημαίνει ο κύριος Βαγενάς, «η αντίκρουση θα ήταν περιττή».
Η κατάσταση, επομένως, είναι κρίσιμη και απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς ακριβώς επειδή υπάρχει ακροατήριο – και όχι μόνο μεταξύ των λογοτεχνών (οι οποίοι, ως λογοτέχνες και γνώστες των κανόνων της ποίησης, σύμφωνα με το σκεπτικό του κυρίου Βαγενά, δεν θα είχαν λόγο να ενδιαφερθούν για τις ανυπόστατες καταγγελίες κάποιου «ελάχιστα σχετικού με τα ποιητικά»). Το κοινό, προφανώς, δεν έχει ούτε τη θεωρητική σκευή, ούτε την υπομονή να παρακολουθήσει τη συλλογιστική του λογοτέχνη που, ανάλογα με την περίπτωση, θέλει τα σύκα-σκάφη και τη σκάφη-σύκα. Ακούει κάποια καταγγελία για ένα υποτιθέμενο έγκλημα και απαιτεί καθαρή ετυμηγορία. Και μη διαθέτοντας την απαραίτητη θεωρητική κατάρτιση, ασφαλώς θα απευθυνθεί σε εκείνους που τη διαθέτουν. Αυτή, λοιπόν, την ετυμηγορία παρέχει ο κύριος Βαγενάς, με το «Όχι» στο αρχικό ερώτημα για το εάν είναι δυνατόν να διαπραχθεί λογοκλοπή από ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε μια ξένη γλώσσα. (Την ίδια ετυμηγορία δίνει βεβαίως και ο κύριος Βλαβιανός – αν και η δική του δεν έχει τη δέουσα βαρύτητα, όντας κατηγορούμενος ο ίδιος). Την ίδια στιγμή, ένα εύλογο «Ναι» προσπαθεί δειλά να αρθρωθεί, ως απάντηση στο ερώτημα εάν υπάρχει λογοκλοπή από ποιητικό κείμενο γραμμένο στην ίδια γλώσσα, αλλά κι αυτό καταπνίγεται, όσο προχωράμε πιο βαθιά στη μελέτη της ποιητικής γλώσσας – αφού και ο Σαίξπηρ «δανειζόταν» από άγγλους λογοτέχνες – οπότε λογοκλοπή δεν συντελείται, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την επιχειρηματολογία του κυρίου Βαγενά, ούτε μεταξύ κειμένων της ίδιας γλώσσας. Οπότε, για να ακούσουμε και αυτό το «Όχι», θα πρέπει να περιμένουμε μια καταγγελία η οποία θα αφορά λογοκλοπή ελληνικού κειμένου από Έλληνα.* Μέχρι τότε, φαίνεται ότι ισχύει ένα επαμφοτερίζον «Όχι», που θα κλείνει πονηρά το μάτι σε κάθε επίδοξο λογοκλόπο (σαν να λέει «Κάνε ό,τι θες, όμως αλίμονό σου αν σε πιάσουμε»).

* Τότε το ελληνικό κοινό θα μάθει επιτέλους ότι η λογοτεχνία, όπως και η μουσική, είναι πεπερασμένες επικράτειες και ότι τίποτε δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν – και ότι όλοι αυτοί, που μαθαίνουμε να θεωρούμε ξεχωριστούς, δεν είναι παρά απλοί άνθρωποι που, ανάλογα με την οξυδέρκεια και το αισθητήριό τους ο καθένας, δανείζονται λίγα ή πολλά πράγματα ο ένας από τον άλλο, σε ένα καθεστώς άμιλλας που δεν αποκλείει κανέναν και τίποτε, παρά μόνο τους επιλεκτικούς αποκλεισμούς.