ΠΟΙΗΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Ανθολόγηση: Αργύρης Χιόνης

Ακτή, Έτος Κʼ, Τεύχος 79, Καλοκαίρι 2009

ΑΡΓΑ Τʼ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, 1990

Δε θα ʽχει μείνει τίποτα
Απʼ όλα αυτά που θα ʽθελα
Να δείτε.
– Να σου ʽδειχνα.
Το χρώμα του χώματος ίσως.
Ήταν ένα χρώμα άγονο
Πουθενά δεν το ʽχω ξαναδεί.
Οι άνθρωποι θα ʽχουν πεθάνει οι παλιοί
Κανείς δε θα θυμάται το όνομα.
Τι θα πουν για μας;
Τίποτα δε θα υπάρχει.
Το χώμα εκείνο ίσως.
Το χρώμα του.

*

Αυτή η γυναίκα
Δεν ξέρεις πού θα πάει.
Κρατάει τα μάτια της κλειστά.
Ξέθαψε με τα νύχια της
Πρόσωπα αγαπημένα
Και κάνει τώρα
Τη μετακομιδή.
Εκείνη τον ξέρει τον τόπο
Και το δρόμο.
Κι αν πριν αυτός ο άνθρωπος
Αναρωτήθηκε
– κοιτάζοντας απʼ το παράθυρο
ώσπου να πάει για φαγητό –
Είναι που κάτι έτριξε
Στα υπόγεια του σπιτιού του.

*

Δε σε ακούω πια
Τις νύχτες που γυρίζεις
Σε τέτοια όνειρα
Που παραδέρνω.
Ωστόσο
Το πιο εφιαλτικό
– αυτό που με ξυπνάει
Είναι που δε σʼ ακούω.

*

Η άσπρη κόλλα είναι σάβανο.
Οι λέξεις πάνω της οι νεκροί μας.
Τα σώματά τους.
Χελιδόνια που πέθαναν από το κρύο
Πριν να προλάβουνε να αποδημήσουν.
Κι ύστερα γίνονται χάπια οι λέξεις.
Ποτέ δεν είναι τα σωστά. Γιατί ξεχνάς.
Και όλο τα αλλάζεις.
Και το γραφτό τρελό και αλλοπρόσαλλο
Σηκώνει αέρα φοβερό
Μπαίνουν οι κόχες του στα μάτια και τα σκίζουν.
Θυμάσαι.
Σκιές τα πρόσωπά σου περνούν και παρατάσσονται
Μέλη της αόρατης χορωδίας
Που έφερνες απʼ τους ναούς
Όταν αγρίευε το δέρμα σου.
Μετατοπίζονται αργά μέσα σʼ ομίχλη
Πληθαίνουνε και λιγοστεύουν χωρίς ήχο
Ώσπου να μείνει Ένα μόνο.
Αυτό που παραμέλησες

*

Τα σώματά σου
Που θυσίασες
Τα πήρες πίσω.
Τώρα που φλούδες ξεκολλούν
Απʼ τη ζωή
Τα χρόνια σου.
Και που τις καρτ-ποστάλ
Απʼ τα ταξίδια σου
Χαρίζεις.
Και άλλα
Πιο πολύτιμα ενθύμια
Πετάς
Γιατί δε βρίσκεις
Να τα δώσεις.
Έφτασες ως εκεί που ʽχες προβλέψει
Και θάλασσα δε φαίνεται
Και πουθενά τʼ αρχαίο θέατρο

*

Άλλοι όγκοι
Μεγέθη μυθικά
Κατατομές αμετάβλητες
Περιφρουρούν
Το σώμα σου.
Αυλή μοναστηριού
Το πρόσωπό σου
Αναπαύει την αμαρτία.
Πάντως
Εγώ όταν σε σκέφτομαι
Πέφτω ξαφνικά
Σα χιλιάδες ποτήρια
Που σπάνε.

*

Στον Τάκη Παυλοστάθη

Την τελευταία φορά
Ήτανε Σάββατο.
Ναι ήταν Σάββατο.
Γιατί την Κυριακή το απόγευμα
Που έκανε ένα κρύο
Είπε: Κυριακή απόγευμα.
Γιʼ αυτό λέω πως ήταν Σάββατο.
(Λεπτομέρεια για την ιστορία ενός τόσο φοβισμένου
ανθρώπου).

*

Μέσα μου σιωπή και η εικόνα σου κομμάτια
Στα χρώματα των γεωλογικών στρωμάτων
Το φθινόπωρο.
Ακέραια τα γόνατά σου δεμένα τέλεια
– αρχαία κοσμήματα.
Γλιστράνε στην κοιλιά μου
Και σε γεννάω.
Πού βρήκα το κουράγιο
Να σκίσω το γράμμα χωρίς να το διαβάσω
Και ύστερα να κάψω τα χαρτάκια σε σωρό
– στάχτη και κάρβουνα σβησμένα με τα αίματά μου
Για να μην έχω στο μυαλό μου
Εκείνη τη γυναίκα
Που συναρμολογεί τη σκόνη.

*

Δρόμος θα είναι η σκηνή.
Όχι δωμάτιο κλειστό και τοίχοι.
Πόρτες τυφλές παράθυρα ζωγραφισμένα.
Δρόμος μεγάλος κεντρικός – της πόλης.
Και ό,τι γίνει θα γίνει μες τη μέση
Και όχι σε γωνιές και πεζοδρόμια.
Όλα τα μαγαζιά θα ʽχουν χαμηλωμένα φώτα
Κι η κίνηση θα είναι αραιή
Όπως στα θέατρα με λίγο κόσμο.
Εκεί θα παίξεις.
Για τον Έναν.
Κάτω από το φέρετρό σου
Σκεπασμένο μʼ ένα τεράστιο μεταξωτό
Μολυβί πανί.

*

Σβήνω το φως
Κάθε βράδυ
Και καπνίζω.
Περιμένω
Από παράθυρο σε πόρτα.
Περπατώ
Μεγάλες αποστάσεις.
Αλλάζω συνοδοιπόρους
Από σκέψη σε σκέψη.
Συνομιλώ με όνειρα
Και με χτυπήματα φλεβών.
Με την ανάμνηση του έρωτα.
Και ξενυχτώ
Τον διακεκομμένο ύπνο
Των φιλενάδων μου.
Σβήνω το φως
Και καπνίζω.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ, 1996

ΤΟ ʽΞΕΡΕΣ
Μήπως δεν το ʽξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
με μια χάρη
με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
και κάθισες στην ίδια θέση
σαν και πριν
Κάθισες έτσι
όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
που φτάνεις με καράβι
ξημέρωμα Γενάρη.

*

ΟΤΑΝ μου τηλεφώνησες ύστερα από μέρες
κι από μακριά
ο Αντρέας πέθαινε
Έλεγα μέσα μου – όσο μιλούσες δηλαδή
πως όλα μετρούν κάθε στιγμή για τελευταία
Γιατί έτσι
Χτυπάει το τηλέφωνο ένα πρωί
κι από το στόμα κάποιου – μπορεί να ʽναι και
άγνωστος
ακούς τη φωνή θαρρείς του ίδιου
έτσι όπως την ήξερες
– εγώ πάντως δεν θα ʽμαι
εγώ πάντως δεν θα ʽρθω
Και με τη σκέψη αυτή
κι από το βράχνιασμα του σύρματος
δεν εκατάλαβα κάτι μικρές λεξούλες
κάτι σαν παύσεις
Κάτι στον τόνο της φωνής σου – που μου φάνηκε
ότι μου χάιδευε το στήθος.

*

ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ μʼ ένα τσιγάρο αναμμένο
ο καπνός του τραβάει το βάρος.

*

ΟΛΟ νομίζω πως κάπου
έχω αφήσει ένα τσιγάρο αναμμένο
Όλο γυρίζω πίσω.

*

Παρίσι 24 Οκτωβρίου 1968
Αθήνα 24 Οκτωβρίου 1995

ΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ έκλαιγε ένα μωρό
«Σταματήστε επιτέλους αυτό το παιδί»
φώναξε μια γυναίκα χειρουργημένη
Θα ʽναι αγόρι, σκέφτηκα
Το αναγνωρίζω αυτό το κλάμα
δυνατό και παράφωνο• απότομο σαν ξεροβόρι
Όπως αλλάζει η φωνή τους ξαφνικά τα πρώτα χρόνια
κι αργότερα για κάτι σοβαρό
– όταν μέσα σε μια στιγμή χάνονται τόσα –
με μια μοναχική αδεξιότητα
και χωρίς μάρτυρες
Πώς κλαίνε
και πόσο αργά θα καταλάβουν
ότι το θάνατο προοιωνίζονταν
……………………..
είχα αρχίσει να σου γράφω

Τώρα είναι πολύ πρωί
και ψιχαλίζει
όπως τότε
κι έχεις κιόλας
τόσους πεθαμένους.

*

ΟΛΑ ΗΤΑΝ επάνω
Στην ήρεμη επιφάνεια
Όλο το βάθος
Το είδα στις φωτογραφίες – το σπαραγμένο πρόσωπο
και γνώρισα τη ζωή μου
Ό,τι γλιστρούσε κι ό,τι έμενε
μέσα απʼ τα δάχτυλα
κι ό,τι δεν ήτανε χειροπιαστό
να κυβερνάει
– Οι ψίθυροι που σε σκοτώνανε, αυτοί•
κι ούτε μια λέξη ολάκερη
– Η αγωνία τελικά για κάτι που πλησίαζε – αόρατο
με σκοτεινούς ατμούς τριγυρισμένο
– Μα πιο πολύ η εμμονή• η εμμονή
σε πρόσωπα – ίχνη ανθρώπων που αδικήθηκαν
κι έχουν χαθεί από καιρό
Σε χάνω
Κι ο θάνατος πριν απʼ το θάνατο
σε καταλόγους από τσιγαρόχαρτα γραμμένος
να σου δείχνει μʼ εκείνο το δάχτυλο
κάθε φορά το όνομα – και να τραβιέσαι
Όμως όλα μα όλα ήταν επάνω
στην ήρεμη επιφάνεια.
Τα ʽβλεπες και δεν τα ʽβλεπες.

*

ΛΑΘΟΣ
Συνέχεια λάθος βγαίνει
Τόσα χρόνια
και ξεχνάω πάντα το τηλέφωνό σου
Στην πραγματικότητα δεν το ʽμαθα ποτέ
Τα δύο πρώτα νούμερα μονάχα
κι αυτά μπερδεύονται με άλλα
Συμβαίνει όμως μερικές φορές
και γίνεται συσκότιση στα δάχτυλα
για αριθμούς που ήμουν σίγουρη
κι έλεγα πώς τους ήξερα νεράκι
Κάτι σαν τρέλα, δηλαδή
Σαν ξαφνικά να μην υπήρξανε ποτέ τα πρόσωπα
Σαν να μην έχω υποφέρει
Εντύπωση μου κάνει απʼ την άλλη
που κάποτε μες στον αέρα
χωρίς μολύβι και χαρτί
έρχονται μέσα μου στοιχεία
αγγέλων απʼ το άγνωστο
να με παρηγορήσουν
Και τότε βλέπω καθαρά πού γίνεται
το λάθος
κι η επανάληψή του.

*

ΣΤΑΘΗΚΕ προσοχή
όταν άκουσε τον Εθνικό Ύμνο
που μάθαινε στο πιάνο
το κοριτσάκι του κάτω σπιτιού
Έκανε πολλά λεπτά σιγής
μπροστά στην πόρτα της στους παραστάδες
όπου τη βρήκανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…»
Κάτι σαν πόνοι γέννας τη σταμάτησαν
κι έβγαλε μονότονη φωνή και φάλτσα
και κεραυνός που έκανε το δέντρο πέτρα
και πρόλαβε – όπως σε όραμα – να ξεδιαλύνει με
τη λάμψη του
αυτό που πάντα γνώριζε και δεν το ήξερε
Να το πει Ελλάδα να το πει πατρίδα γλώσσα μητέρα
αίμα
Η άσκηση στο πιάνο του Εθνικού Ύμνου
δεν κράτησε πολύ
Βιαζότανε το κοριτσάκι κάτι να δει στην τηλεόραση
ήταν κι οι ξένες γλώσσες το σχολείο
Η γυναίκα όμως του πάνω σπιτιού
εγνώρισε επιτέλους εκείνη την ανατριχίλα
στο προσφυγικό της σώμα
όπου τη σταματούσανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…».

*

ΚΑΠΟΤΕ
θα παρακαλέσω
– όπως δεν παρακάλεσα ποτέ –
θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
με βαμμένα μαλλιά
να με πάρει κι εμένα
στον πλανόδιο θίασό του
Θα μου ζητήσει άδεια
και προϋπηρεσία
και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
που αφιέρωσα τη ζωή μου
δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως – τώρα – κάπως πρέπει
να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή.

*

ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ήρθα να σε βρω
και είχα μια χαρά που τα κατάφερα
κι έλεγα μέσα μου τι καλά έκανα, τι καλά
Βοήθησα κιόλας να μαζέψουμε
χαρτιά βιβλία ρούχα•
και σʼ άρεσε πολύ
και το ʽπες
Είπες και κάτι άλλο
κι έγινε τότε φανερό πως ήτανε ανάγκη πια
να έχω έρθει
Αλήθεια, γιατί δεν ήρθα.

*

ΑΣ ΚΑΘΙΣΩ στη σάλα μου – να σε σκεφτώ
Στην τόσο ήσυχη σάλα
Πριν φύγει το φως
Σαν να ʽμια επίσκεψη
μια άγνωστη γυναίκα τώρα πια
που ξαφνικά είχε μάθει απʼ το Δημοτικό
στα χρόνια του Εμφυλίου – ας πούμε
Παίρνει στα χέρια της
σαν να ʽταν τράπουλα
κι αποκαλύπτει ένα ένα τα χαρτιά
– φωτογραφίες είναι –
Μα η πασιέντσα δεν της βγαίνει
Εσένα σκέφτεται εσένα
που κάποτε θα γνώριζα σε μια στιγμούλα
και με τα πόδια θα ανέβαινα στον ουρανό
Αργά και σκεφτικά τα δάχτυλά της πάνω τους
κι ωστόσο φευγαλέα τις κοιτάζει
Δεν θέλει να πιστέψει δεν θέλει να δει
το κοιμητήρι που απλώνεται στα μάτια της
θέλει να φύγει
όμως μένει.

Μια μυρωδιά από ανθόνερο και φρέζες
εφύσηξε μέσα στη σάλα ξαφνικά
και ξαφνικά
σαν να ʽβγαλε τα μαύρα.

*

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ
Ο προηγούμενος από μένα δηλαδή
που εκατοίκησε σʼ αυτό το σπίτι
Άφησε σʼ ένα παράθυρο υψηλό και σκιερό πολύ
δύο φυτά που κατεβαίνανε σε βάθος
Εξαίσια αβίαστα συμμετρικά
Δεν περιμένουν τίποτα, σκέφτηκα μόλις τα είδα
Φεύγοντας θα τʼ αφήσω στον ίσκιο τους κι εγώ
μαζί κι ένα σημείωμα για τους επόμενους
μην τα κουνήσουν απʼ τη θέση τους
Θα καταρρεύσουνε αθόρυβα
σαν τείχη κάστρου
σαν τοίχοι αρχοντικού της Σύρας
που άνθρωποι με χρήματα γκρεμίζουν
για να το μετατρέψουνε σε κατοικία εξοχική
κι ακόμα για εκμετάλλευση
Κι αυτό αντιστέκεται
Πέφτει ολόκληρο
Μια νύχτα με απόλυτη σιωπή
Ξάσπρη, αλκυονίδα
Χωρίς καθόλου σκόνη
Χωρίς τον γδούπο της πτώσης
Σορός από πέτρες κι αγκωνάρια
Δεν είναι εκδίκηση.
Κοιτάζω έξω στο σκοτεινό παράθυρο τα δυο φυτά
Μα πού θα πάνε
Πού θα φτάσουν
Ωστόσο εγώ θα συνεχίσω να μετρώ την ηλικία μου
στα ξένα σπίτια
Θʼ αφήσω στο καθένα μια ρίζα αόρατη
να αιωρείται μέσα τους
Χωρίς το φόβο να την παραμελήσουνε
να την ξεχάσουν
να τη μετακινήσει κάποιος
Χωρίς να χρειαστεί να την γκρεμίσουν
– Να ʽταν δικό μου αυτό το σπίτι
Έτσι για την παρέα
Κι από την περιέργεια
της αντοχής.

ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ, 2004

ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απʼ τʼ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σʼ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απʼ τις τσίμπες
Που μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μʼ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πως μερικές πληγές
Δεν κλείνουν

*

ΔΕΝ ΜΠΗΚΑ μέσα
Δεν άνοιξα την πόρτα
Δεν την άγγιξα
Τη βαριά πορτοκαλιά πόρτα
Με την ταμπελίτσα
Στάθηκα μπροστά της
Σαν να ετοιμαζόμασταν
Να χορέψουμε καρσιλαμά
Μέχρι θανάτου
Το νεύμα του κόσμου με σταμάτησε
– Σκέφτομαι σε στάση προσοχής
Την πόρτα εκείνη
Τα μάτια που ακουμπήσανε επάνω της
Μια νύχτα κλειστή
Τη δυνατή ηρεμία στο πρόσωπο – το χρώμα
της ερήμου
Την άσπιλη μοναξιά του αναχωρητή
Την άνοιξε ο γιατρός
Σαν να ʽταν πούπουλο
Βαμβάκι με αιθέρα
Κι ύστερα μπήκαν βιαστικά
Νοσηλευτές και νοσηλεύτριες
Με τʼ απαραίτητα
Για την παράδοσι – σε χέρια άπονα
Του άχραντου σου
Σώματος

*

ΚΑΠΟΙΟΣ
Θα πλύνει κάποτε
Το αίμα απʼ το μαχαίρι
Κάποιος
Που δε θα ξέρει
Ούτε και θα ʽχει υποπτευθεί
Έτσι θα γίνει
Βέβαια, μπορεί
Και να πετάξει το μαχαίρι
Στα σκουπίδια
Και θα ʽναι κρίμα
Όχι για το αίμα – φυσικά
Αλλά για την υπέροχη λαβή
Τη λίγο σκαλιστή
Στα δύο γράμματα
Τα αρχικά
Τα αιματοκυλισμένα

*

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως η αιτία είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τους τρομάζει

*

ΚΑΙ ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ʽναι και μια επιτροπή
Που θʼ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Που ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πως κάποιο λάθος έγινε
Πως η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σε γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και ξανά
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»

*

ΘΑ κάπνιζα για χρόνια ακόμα
Θα ανάσαινα
Και θα περπατούσα
Σε δρόμους χωρίς όνομα για χρόνια
Οι λέξεις λιγοστεύανε φτερούγες έγιναν
Χαθήκανε
Όπως τα πράγματα που ψάχνεις
Και δε βρίσκεις
Όπως όταν μιλάς σε γυρισμένα πρόσωπα
Και κάτι με το σώμα
Είχανε μείνει πίσω κι αυτά
Και τα βιβλία
Τα πράγματα
Από στιγμές κι ανθρώπους
Σε αποθήκες ξένες
Και το μικρό καΐκι
Με το γυναικείο όνομα
Σαπίζει ακόμα σʼ ένα χωράφι
Δεν έχω τόπο

*

ΗΘΕΛΕΣ να τραβήξουμε φωτογραφίες
Πότε δεν είχαμε τη μηχανή
Και πότε φιλμ
Κι όλα κλειστά

*

ΤΩΡΑ που γύρω μου σωπαίνει η ζωή
Ακούω τους λυγμούς
Που κράτησα μπροστά μου

*

ΚΟΙΤΑΖΑ τη θάλασσα
Και με ηρεμούσαν
Τα βουνά

*

Σʼ ΕΚΕΙΝΟ το σπίτι
Ωραία που ακουγόταν
Η βροχή

*

ΦΟΒΑΜΑΙ
Μη με χτυπήσει
Κάποια απʼ τις λέξεις
Που θα πεις

*

ΝΑ ʽταν
Ολημέρα
Απόγευμα

*

ΤΟΣΟΣ αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα

Η Αγγελική Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, στις 25 Ιανουαρίου 1940. Σπούδασε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Μια γυναίκα (Κέδρος 1978), Ωδίνες (Κέδρος 1983), Αργά τʼ απόγευμα (Καστανιώτης 1990), Από τότε (Πλανόδιον 1995), Θα καπνίζω (Γαβριηλίδης 2004). Επίσης έχει εκδώσει παιδικές ιστορίες υπό τον τίτλο Όταν μιλώ με τα παιχνίδια μου (Γνώση 1983). Ποιήματά της έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης.