«Θε μου Θε μου Αλλάχ Αλλάχ»
έκλαιγε κάποιος μια βραδιά
ωσότου γλύκαναν τα χείλη του στην προσευχή.
«Καλά σε άκουσα να καλείς
μα πήρες ποτέ σου απάντηση;»
Δεν είχε τι να πει σ’ αυτό
Κι έπεσε να κοιμηθεί αναστατωμένος.
Στον ύπνο του ονειρεύτηκε τον Χιντρ τον ψυχοπομπό
σ’ ένα πυκνό πράσινο φύλλωμα.
-Γιατί σταμάτησες τις προσευχές;
-Γιατί δεν απαντήθηκα ποτέ.
-Αυτός ο πόθος στην καρδιά σου είναι η ίδια η απάντηση.
Ο πόνος σου που κλαις από τον χωρισμό σε φέρνει πίσω.
Η θλίψη σου η ανήμπορη
είναι το μυστικό ποτήρι.
Άκου το σκύλο που αλυχτά για το αφεντικό του.
Η σχέση τους είναι το ίδιο το αναφιλητό.
Υπάρχουνε πολλά σκυλιά αγαπημένα.
Ποιος ξέρει τ’ όνομά τους;
Δώσ’ τη ζωή σου να γίνεις ένα απ΄αυτά.

———-

Αδέλφια Μουσουμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω.
Δεν ξέρω τι να πω.
Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος.
Δεν είμαι Μουσουλμάνος ούτε και Ινδουιστής.
Δεν είμαι Βουδιστής μήτε και Σούφι.
Δεν είμαι και διόλου Ζεν.
Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση.
Δεν είμαι απ΄ την ανατολή μήτε τη δύση
Ούτε από τη θάλασσα ούτε κι απ΄ τα βουνά.
Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος
Αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός.
Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω
Ούτε σ’ αυτόν μηδέ στον κόσμο τον επόμενο.
Δεν έρχομαι από την Εύα τον Αδάμ
ή κάποιαν άλλη ιστορία.
Ο τόπος μου είναι άτοπος
χνάρι δεν έχει το χνάρι μου.
Ούτε σώμα ούτε ψυχή.
Ανήκω στον Αγαπημένο.
Είδα τους δυο κόσμους σ’ έναν και γνωρίζω
τον πρώτο και τον τελευταίο
που αναπνέει μ’ ανθρώπινη πνοή.

———-

Έλα με την ευωδιά σου μόνον.
Μην μπεις σ’ αυτόν τον ποταμό ντυμένος.
Οι δρόμοι σε πάνε απ΄εδώ ως εκεί.
Αλλ’ από πού ξεκινάνε;
Ώρα να ζήσουμε γυμνοί.
Ο δρόμος κάποτε τελειώνει
όχι όμως η αγάπη.
Η Αγάπη είναι ποτάμι.
Πιες πλύσου.

——

Τ’ αστέρια καίγονται καθαρά
ως την αυγή.
Κάνε το ίδιο και εσύ και μια πηγή νερό
θα ξεπηδήσει απ΄το σκοτάδι
αυτήν που περιμένει η πιο βαθιά σου δίψα.

——-

Μείνετε μαζί φίλοι.
Μη σκορπάτε και αποκοιμηθείτε.

Η φιλιά μας είναι φτιαγμένη
από αγρύπνια.

Ο νερόμυλος παίρνει νερό
γυρνά και το δίνει
κλαίγοντας.

Έτσι αυτό μένει στον κήπο
ενώ μια άλλη στρογγυλάδα κυλά
ψάχνοντας σε μια στεγνή κοίτη
κείνο που νοιώθει οτι ζητά.

Μείνετε εδώ τρέμοντας κάθε στιγμή
σα στάλα υδραργύρου.

(Από το βιβλίο «Από την ποίηση του Ρουμί», εκδ. Ντέφι, 2002)