Πάρτε μας το ψωμί, αν θέλετε
πάρτε μας τον αέρα, αλλά
μη μας παίρνετε το γέλιο τους…

Αφιερωμένο στους 33.

 

Το Γέλιο σου

Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις,
πάρε μου τον αέρα, αλλά
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη βρύση που σταλάζει
το νερό που άξαφνα
σκάει μες στη χαρά σου
το ασημένιο κύμα
το ξαφνικό που σε γεννάει.

Η πάλη μου είναι σκληρή και γυρίζω
με τα μάτια κουρασμένα
έχοντας δει φορές
τη γη που δεν αλλάζει,
μα μπαίνοντας το γέλιο σου
στον ουρανό ανεβαίνει ψάχνοντάς με
κι όλες ανοίγει για μένα
τις πόρτες της ζωής σου.

Αγάπη μου,την ώρα
την πιο σκοτεινή ανθίζει
το γέλιο σου κι αν ξαφνικά
βλέπεις πως το αίμα μου λεκιάζει
τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα είναι για τα χέρια μου
σαν δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα φθινόπωρο
το γέλιο σου πρέπει να υψώσει
τον καταρράκτη του απ’ αφρό
και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου όπως
το άνθος που περίμενα,
το άνθος γαλανό, το ρόδο
της ηχηρής πατρίδας μου.

Γέλασε για τη νύχτα
τη μέρα, τη σελήνη,
γέλασε για τους δρόμους
όλο στροφές του νησιού
γέλα για αυτό το αδέξιο
αγόρι που σε θέλει,
μα σαν εγώ ανοίγω
τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου
με πάνε και με φέρνουν
πες μου όχι το ψωμί, τον αέρα
το φως την άνοιξη
το γέλιο σου ποτέ
γιατί θα πέθαινα.

 

Τα πόδια σου

Όταν δε μπορώ να κοιτάξω το πρόσωπό σου
κοιτάζω τα πόδια σου.

Τα πόδια σου από κόκκαλο κυρτωμένο,
τα μικρά σκληρά σου πόδια.
Ξέρω πως σε αντέχουν,
και το γλυκό σου βάρος
πάνω τους σηκώνεται.

Η μέση και τα στήθη σου,
η διπλασιασμένη πορφύρα
απ’ τις θηλές σου,
η θήκη των ματιών μου
που μόλις έχουνε πετάξει
το στενό σου στόμα από φρούτα,
η κόκκινη κόμη σου,
μικρέ δικέ μου πύργε.

Αλλά δεν αγαπώ τα πόδια σου
παρά γιατί προχώρησαν
πάνω στη γη και πάνω
στον άνεμο και πάνω στο νερό,
μέχρι που με συνάντησαν.

Ο πηλοπλάστης

Όλο σου το σώμα έχει
κούπα ή γλύκα προορισμένη σε μένα.

Όταν σηκώνω το χέρι
βρίσκω σε κάθε μέρος ένα περιστέρι
που με περίμενε, σαν
να σε είχαν, αγάπη μου, κάνει από πηλό
για τα ίδια μου τα χέρια του πηλοπλάστη.

Τα γόνατά σου, τα στήθια σου,
η μέση σου
λείπουνε μέσα μου όπως στο κενό
μιας διψασμένης γης
από όπου απέσπασαν
μία μορφή,
και οι δυο μαζί
είμαστε πλήρεις όπως ένας μόνο ποταμός,
όπως μια μόνον άμμος

Απέραντη

Βλέπεις αυτά τα χέρια; Έχουν μετρήσει
τη γη, έχουν ξεχωρίσει
τα ορυκτά από τα δημητριακά,
έχουν κάνει ειρήνη και πόλεμο,
έχουν καταρρίψει τις αποστάσεις
όλων των θαλασσών και ποταμών,
κι όμως
όταν σε διατρέχουν
εσένα, μικρή
σπειρί από στάρι, κορυδαλλέ,
δεν φτάνουν να σε περικλείσουν,
κουράζονται πλησιάζοντας
τα δίδυμα περιστέρια
που αναπαύονται ή πετάν στο στήθος σου,
διατρέχουν τις αποστάσεις των ποδιών σου,
τυλίγονται στο φως της μέσης σου.
Για μένα είσαι θησαυρός πιο φορτωμένος από απεραντότητα
πιο κι απ΄τη θάλασσα κι απ’ τα τσαμπιά της.
Κι είσαι λευκή και γαλανή κι εκτεταμένη σαν
την γη στον τρύγο.
Σ’ αυτή την περιοχή,
από τα πόδια ως το μέτωπό σου,
προχωρώντας, προχωρώντας προχωρώντας
θα περάσω τη ζωή μου.