Ακούστε το Γιώργη Μανουσάκη

ΕΝ ΑΓΡΥΠΝΙᾼ

V

Ἀνεπαίσθητοι τριγμοί τῆς νύχτας
σάν κάποιος νά πατεῖ μέ προσοχή
στά κεραμίδια τοῦ σπιτιοῦ
ἤ στό θόλο τοῦ κρανίου μου.
Ἀφουγκράζομαι δίχως ἀνάσα.

Ἴσως νά ʼναι τά βήματα
κάποιου ἀπό τούς νεκρούς μου
πολύ διακριτικά
γιά νά μή μέ τρομάξουν.

VΙΙ

Ἕνα χέρι ἀναδύεται πλάι μου.
Δυό ἀκατάληπτες λέξεις.
Μίλησέ μου ἀπʼ τό σήμερα
ἄγγιξέ με ἀπʼ τό τώρα. Τεντώθηκα
ἀφάνταστα σʼ ὅλο τό μάκρος
τῆς ζωῆς μου
πονῶ
ἀπό τήν ὑπερβολική ἐπιμήκυνση.

Τό χέρι διπλώνεται ἥσυχα
πάλι στόν ὕπνο του. Ἡ σιωπή
σέρνει τό δάχτυλό της στά κλεισμένα χείλη.

Χ V

Κρεμασμένη ἀπʼ τʼ ἀόρατο νῆμα της
κατεβαίνει ἡ γιαγιά ἀράχνη.
Σαλεύει ἀργά τά μακριά της σκέλη
τά γυμνωμένα ἀπό τίς σάρκες λευκά ὀστά της.

Μιά πιθαμή πάνω ἀπʼ τά μάτια μου
μένει μετέωρη κι ἀκίνητη.
Σταυρώνει στήν κοιλιά τά πόδια
σά νά προσεύχεται γιά τήν ψυχή μου.

Τό δέρμα μου ἀνατριχιασμένο περιμένει
τό ἄγγιγμά της.

Χῶροι ἀναπνοῆς, Πρόσπερος, Ἀθήνα 1988

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ

Ἅγιον Ὄρος, Καλοκαίρι τοῦ 1970

Χρόνια ἔζησα παλεύοντας στήν ἐρημιά μου
ξένος ἀπό τόν κόσμο, μέσʼ στόν κόσμο
ἀσύνδετος μέ τόν καιρό καί τούς ἀνθρώπους.

Τώρα δέν ἔχω ψευδαισθήσεις μεγαλείου.
Νιώθω καλά τήν ἀσημότητά μου
ὅμως μέ φτάνει νά ʼμαι ὁ σπόρος
ὁ κρυμμένος σʼ ἕνα στάχυ
ὁ κόκκος σκόνης σʼ ἕνα ξεχασμένο ἄστρο.

Ἐδῶ ἔχω ἐνταχθεῖ μέσα στό χρόνο
πού ἀναλλοίωτος ἀκινητεῖ ἀπό αἰῶνες.
Παντοῦ ἀνταμώνω ἀχνάρια ἀπʼ τίς τριάντα
γενιές πού ἐγκαταβίωσαν στό μοναστήρι.

Καθένας τους κάτι ἄφησε στό πέρασμά του:
Μιάν εἰκόνα στόν τοῖχο, μιά γλυφή στήν πέτρα
ἕνα ψαλτήρι πλουμισμένο μέ τό χέρι
ἤ κάτι ἁπλό καί ταπεινό: στόν κῆπο
ἕνα δέντρο, ἕνα δοκάρι χοντροπλανισμένο στόν ἀρσανᾶ.

Λόγια κι ἀνάσες, προσευχές, χειρονομίες
ἡ συντριβή κι ἡ ἐλπίδα ἔχουνε καθίσει
στρώματα στρώματα πάνω στούς τοίχους
κι ἔγιναν τούτη ἡ πυκνή οὐσία πού μέ περιβάλλει
φορτίζοντας τά πράγματα καί τόν ἀέρα
ἡ δύναμη πού μέ στηρίζει στή λιποψυχία.

Χιλιάδες παρουσίες συντροφεύουνε τή μοναξιά μου.

Τρίγλυφο, Ὁλκός, Ἀθήνα 1976

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στήν Κική

ε

Φανερωνότανε καί πάλι ἀποχωροῦσε.
Ἔφευγε πίσω ἀπό τό βλέμμα της
τό χαμογέλιο της γινότανε προπέτασμα
γιά νά γλιστρήσει μέσʼ ἀπό τά χέρια μου.

Κρυβότανε πίσω ἀπό φράσεις
ὅμοιες μέ πινακίδες πού ἡ κάθε μιά τους
δείχνει σέ διαφορετική κατεύθυνση.

Ξάφνου ἀνακάλυπτα πώς περπατοῦσα
στό δρόμο μόνος μου, πλάι σʼ ἕνα
προσωπεῖο πού τό ʼχε λαξέψει
τό φεγγάρι, σέ χρῶμα λεμονιοῦ.

θ

Κάποτε ἤσουν ἡ περίκλειστη κι ἡ ἀβυθομέτρητη.

Τώρα ἄνοιξες σά ρόδο στήν ἀνασεμιά τοῦ Μάη.
Τό φῶς σέ καταυγάζει κι ἐσύ ἀφήνεσαι
δίχως φόβο καί δίχως μεταμέλεια
προσηνής στή φιλότητά μου κι ἐνδόσιμη.

Τώρα δέ μοῦ εἶσαι ἡ ἄγνωστη κι ἡ ξένη.

Ἦρθε πιά ἡ ὥρα νά σʼ ὀνοματίσω.
Σέ λέω Φοίβη γιατί φώτισες τίς νύχτες μου
σέ λέω Μυρσίνη γιατί εὐώδιασες τόν ὕπνο μου
σέ λέω Αὐγή γιατί χρωμάτισες τή σκέψη μου
σέ λέω Ἕρση γιατί δρόσισες τήν ἔρημό μου
σέ λέω Ἀγάπη.

Τρίγλυφο, Ὁλκός, Ἀθήνα 1976

ΤΑΡΙΧΕΥΤΗΡΙΟ ΠΟΥΛΙΩΝ

Ι

Φτεροῦγες ἀνοιχτές δίχως πέταγμα
ἀνήσυχες κινήσεις δίχως σάλεμα.
Ἀγκυλωμένα τά μέλη, ξεραμένα
τά βλέμματα. Ἀπʼ τά μισάνοιχτα
ράμφη στάζει βαριά ἡ σιωπή.

Πίσω ἀπʼ τή γυάλινη πόρτα
ἔχει παγώσει ὁ χρόνος.

Ποῦ πῆγε ἡ μουσική τόσων
κελαϊδημάτων; Τό θρόισμα τόσων φτερῶν;

Μάταιη τῶν χρωμάτων ἡ χλιδή
καί τό μελετημένο ζύγιασμα τῶν στάσεων.
Μʼ ὅλο τό στολισμό τοῦ προσωπείου
σʼ ἀναγνωρίζω, παντοκράτορ Θάνατε.

Ἐσύ ʼσαι ὁ συνθέτης τῆς ἀπόλυτης σιγῆς
ἐσύ ὁ γλύπτης τῆς πιό τέλειας ἀκινησίας.

ΙΙ

Ὀνειρεύομαι μιά φωνή νά συντρίβει
τό κρύσταλλο τῆς σιωπῆς:

«Πουλιά, σαλέψτε τά φτερά σας
σπάσετε τήν ἀκινησία!»

Καί νά βρεθῶ ξάφνου
στό κέντρο ἑνός στροβίλου
στήν καρδιά ἑνός μυριόφωνου κελαϊδισμοῦ.

Νʼ ἀναρπαστῶ σέ σύννεφο φτερῶν
ξεθηκαρώνοντας μέσʼ ἀπʼ τό χρόνο
σέ μιάν ἀνάληψη πού θά μέ φέρει
στήν πηγή τῆς ἀσίγαστης μουσικῆς.


Ταριχευτήριο πουλιῶν καί ἄλλα ποιήματα, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων 1978

1945

Ι

Σπίτια ἀόμματα
δέ μέ γνωρίζουν. Σπίτια
κρανία γυμνά
ποῦ νά ʼχουν μνήμη;
Οἱ τοῖχοι γδαρμένοι ἀλγοῦν
οἱ τοῖχοι καμμένοι οὐρλιάζουν.

Ἡ πολιτεία θυμᾶται
τόν κεραυνό πού τήν ἔκαψε.
Γνωρίζει μόνο τούς τυφλούς
καί τούς σακάτηδες
ἐκείνους μέ τό σαλεμένο λογικό
καί τά τρομαγμένα κοπάδια
τῶν καταφύγιων.

Ἐγώ, ἕνα παιδί πού δέν ἔζησε
τή φωτιά καί τό σίδερο,
τῆς εἶμαι ἄγνωστος.

ΙΙ

Κι ὅμως ἐδῶ πρέπει νά ζήσω.

Ἀναζητῶ
τό τρίξιμο τοῦ ἀνεμόμυλου
πλάι στή στέρνα μέ τά χρυσόψαρα.
Τό λύγισμα τῆς φοινικιᾶς.
Τό Νίκο καί τή Μαρία
τοῦ ἀντικρινοῦ σπιτιοῦ.

Τίποτα πιά στή θέση του.
Μόνο τά χελιδόνια μπαινοβγαίνουν
ἀπό τά χάσματα τῶν παραθύρων
κι ὁ ἥλιος βασιλεύοντας
βάφει μέ κόκκινο
τίς γειτονιές τῶν ἐρειπίων.
Στά πόδια τῶν σκελετωμένων τοίχων
σαλεύουν ἄνθρωποι σκυφτοί.


Ἄνθρωποι καί σκιές, Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, Ἀθήνα 1995

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Μέσʼ στή νύχτα χτυπᾶ τό κουδούνι.
Ἀνοίγω τήν πόρτα. Βλέπω μόνο
τά κρόσσια τῆς βροχῆς νά τρεμίζουν
στό φῶς. Κι ὅμως ξέρω
εἶσαι σύ πού προσμένεις ἀθώρητη
σά σκέψη ἤ σά θύμηση
νά σέ καλέσω νά μπεῖς.

Κάθεσαι στό παλιό κάθισμά σου
κι ἐγώ ἀντίκρυ σου. Ἡ σιωπή μου
συναντᾶ τή σιωπή σου. Ἁπλώνω
τό χέρι κι ἀγγίζω τʼ ἀέρινο χέρι σου
πού ριγεῖ. Χαϊδεύω τά μαλλιά σου
καί μένει στά δάχτυλά μου
τό νερό τῆς βροχῆς.
«Ξέρεις…» Μίλησες ἤ μοῦ φάνηκε;

Ἀλήθεια, πῶς εἶνʼ οἱ νύχτες ἐκεῖ;
Ἐπιτρέπονται οἱ συναντήσεις στά ὄνειρα;
Πῶς σʼ ἄφησαν οἱ φρουροί νά κάμεις
ἕνα ταξίδι τόσο μακρινό;


Στʼ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης, Γαβριηλίδης 2003

ΚΟΙΝΩΝΟΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

Ἡ σιωπή τοῦ γραφείου μου
εἶναι μιά βοερή σιωπή.
Τό βράδυ ὅταν ἀνάψω
τή λάμπα μαζεύονται
γύρω ἀπʼ τό φῶς της
οἱ ἥρωες τῶν βιβλίων
χλομοί καί ὡραῖοι
μʼ ἕνα χαμόγελο λύπης.

Κι ἐγώ ἀφήνομαι
νά βυθιστῶ στό χρόνο τους
νά κοινωνήσω ἀπʼ τήν αἰωνιότητά τους.

Στʼ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης, Γαβριηλίδης 2003

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΑ

Εἶχε ὀξυδέρκεια. Κάθε φορά
προέβλεπε τήν ἀλλαγή πρίν νά συμβεῖ
καί ρύθμιζε τή θέση του ἀναλόγως.

Μόνο ἡ τελευταία μεταβολή
(ἔτσι ὅπως ἔγινε ἀπροσδόκητα)
τόν αἰφνιδίασε. Καί βρέθηκε ξάφνου
νʼ ἀνήκει στή μερίδα τῶν ἐκπεσόντων.

Πανικοβλήθηκε. Εἶχε ἀρκούντως ἐκτεθεῖ.
Προτίμησε γιά κάμποσο τή φρόνιμη σιωπή.
Ὕστερα βάλθηκε μεθοδικά νά ἑτοιμάζει
τή μεταστροφή του. Ἀναζωπύρωσε παλιές φιλίες
στούς κύκλους πού εὐνόησαν οἱ περιστάσεις.
Μέ μιά σειρά θαυμάσιες ἀλχημίες
μέ ἀνεπαίσθητες διασκευές τῶν γεγονότων
κατεργάστηκε τήν καινούρια μορφή του.
Ἕνας κατατρεγμένος τῶν ζοφερῶν χρόνων
ἦταν, ἀλλά συνάμα χαρακτήρας ἀδιάφθορος
κι ἀδιάλλακτος – σεμνά κι ἀθόρυβα –
πολέμιος τῆς τυραννίας.

Μικρή ἡ ἀντίδραση. Ἡ κοινή γνώμη
(εἶν’ ἀποδεδειγμένο) ἔχει μνήμη ἀδύναμη.
Ἄρχισε νά αἰσιοδοξεῖ. Μιά μέρα
θά λάμψει πάλι ὁδηγητική
ἡ δημοκρατική συνείδησή του.

1975


Σπασμένα ἀγάλματα καί Πικροβότανα, Γαβριηλίδης 2005

ΕΝΑΣ ΤΥΦΛΟΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Γλυπτοθήκη τοῦ Μονάχου. Καλοκαίρι τοῦ 1989.

Τά δάχτυλά του πλανήθηκαν
στούς βοστρύχους τῆς πυκνῆς κόμης
ὕστερα βάλθηκαν ἀργά νά ἐξερευνοῦν τό πρόσωπο.

Σκιάσανε σά σύννεφο περαστικό
τό λεῖο μέτωπο, καθυστερήσανε
γιά λίγο στά δυό μάτια
λές κι ἔψαχναν νά συναντήσουνε
τό βλέμμα τους, διέτρεξαν
τήν κορυφογραμμή τῆς μύτης
κι ἀλαφροτρέμοντας περπάτησαν
ἐκεῖ πού σμίγουν τά δυό χείλη
ζητώντας ἐπίμονα νʼ ἀνασύρουν
ἀπ’ τό βυθό τοῦ χρόνου ἕναν ψίθυρο.

UNBEKANNTER GOTT ODER HELD
σημείωνε ἡ ἐπιγραφή στή βάση.
Ὁ τυφλός ἀκουμπώντας ὁλόκορμος
πάνω στʼ ἄλκιμο σῶμα συνέχιζε
νά ψαύει τό λαιμό, τό στῆθος
κι ἤτανε σά μιά ἱκεσία ἐρωτική
τοῦ ἀνθρώπου πρός τό ἄγαλμα.

Ὅλος μιά κίνηση καί μιά ἔνταση ὁ ἐφήμερος.
Ἀκίνητη, ἀσυγκίνητη ἡ μαρμάρινη μορφή
δοσμένη στήν αἰωνιότητά της.

1990

Σπασμένα ἀγάλματα καί Πικροβότανα, Γαβριηλίδης 2005

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οἱ λέξεις εἶναι πρίσματα
πού μέ διαθλοῦνε:
καθένας βλέπει κι ἄλλο
χρῶμα τοῦ φάσματος.
Ἄν μποροῦσα
νά γράφω τούς στίχους μου
μέ φθόγγους σιωπῆς
ἴσως κάπου κάπου
κανένας κατόρθωνε
εἰσχωρώντας στήν ἀδιαπέραστην ὕλη
νά μέ συναντήσει ἀτεμάχιστο.

Τό σῶμα τῆς σιωπῆς, Χανιά 1970

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Γιώργης Μανουσάκης (1933 – 2008) γεννήθηκε καί πέθανε στά Χανιά. Σπούδασε στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί ὑπηρέτησε 26 χρόνια στή Μέση Ἐκπαίδευση.
Πρωτοπαρουσιάστηκε στή λογοτεχνία τό 1952 μʼ ἕνα διήγημά του στό ἀθηναϊκό περιοδικό Πνευματική Ζωή. Ἔχει ἐκδώσει:
1. Ὀκτώ ποιητικά βιβλία: Μονόλογοι (1967), Τό σῶμα τῆς σιωπῆς (1970), Τρίγλυφο (1976), Ταριχευτήριο πουλιῶν καί ἄλλα ποιήματα (1978), Χῶροι ἀναπνοῆς, ἕνα τρίπτυχο (1988), Ἀνθρωποι καί σκιές (1995), Στʼ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης (2003), Σπασμένα ἀγάλματα καί Πικροβότανα (2005)
2. Τή συλλογή 32 μικρῶν πεζῶν Ἕνα κρανίο καρφωμένο στό κιγκλίδωμα (1999).
3. Τά πεζογραφήματα Ὁδοιπορικό τῶν Σφακιῶν (1980), πού τιμήθηκε μέ τό Κρατικό Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων (1981), τό χρονικό Ὅταν τό πέλμα μας ἐταίριαζε μέ τό χῶμα (2000) καί το ἐκτενές μυθιστόρημα Ὁ ἐθελοντής 2008.
4. Τό δοκίμιο Ἡ Κρήτη στό λογοτεχνικό ἔργο τοῦ Πρεβελάκη (1968) καθώς καί μελέτες καί δοκίμια σχετικά μέ τή νεοελληνική ποίηση καί πεζογραφία σέ περιοδικά καί ἀφιερωματικούς τόμους
Ἔχει ἀνέκδοτο ποιητικό ἔργο, διηγήματα, ταξιδιωτικά, μελέτες καί δοκίμια.
Τό 1977 τοῦ ἀπονεμήθηκε τό Βραβεῖο Καζαντζάκη γιά τό ὥς τότε ἔργο του.

ΥΓ: η μετατροπή σε ψηφιακό ήχο από τις αναλογικές μαγνητοταινίες της εποχής τη χρωστούμε στο Διονύση Μανουσάκη