Το Ποιείν καλεί τους αναγνώστες του να συνδράμουν στην Ανθολόγηση ποιημάτων παιδικού θανάτου ύστερα από ευγενές αίτημα φοιτητριών αναγνωστριών του στα πλαίσια της διπλωματικής τους εργασίας…


ΔΗΜΟΤΙΚΑ

ΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΡΔΟΥΛΑ ΜΟΥ

Κει που θα πας καρδούλα μου, στη σκάλα που θʼ ανέβεις,
Θα βγουν οι νιοι, θα βγουν οι νιες, θα βγουν τα παλικάρια
Να σε δεχτούν και να σε ιδούν, να πιάκουν τʼ άλογό σου,
Κι ο μαύρος καμαρώνοντας θα σειέται, θα λυγιται.
Κι αν σε ρωτήσουν, γιόκα μου, κι αν θα σου ειπούν, παιδί μου,
«Σαν τι μαντάτα ήφερες απʼ τον Απάνω κόσμο;»
Πες τους οι μάνες φλίβονται για τα καψοπαίδια τους,
Που τάφαγεν η μαύρη γης και ταʼ άραχνο το χώμα.

ΕΙΣ ΥΙΟΝ (2ο)

Εσύ, παιδί μʼ εκίνησες να πας ʽς τον κάτου κόσμο,
κι αφήνεις τη μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη;
παιδάκι μου, τον πόνο σου, που να τον απιθώσω,
που κι αν τον ρίξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ʽς τα κλαριά, τον παίρνουν οι διαβάτες,
κι αν τον αφήσω ʽς τα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια;
που να βαλθούν τα δάκρυα μου για τον ξεχωρισμό σου;
Αν πέσουνε ʽς τη μαύρη γης, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουν ʽς τον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουν ʽς τη θάλασσα, πνίγονται τα καράβια,
κι αν τα σφαλίσω ʽς την καρδιά γλήγορα σʼ ανταμώνω.

ΕΙΣ ΥΙΟΝ ΑΡΤΙ ΘΑΝΟΝΤΑ

Μʼ έμασε, γιε μʼ ο πόνος σου, μʼ έπνιξε ο καημός!
– Σʼ έμασε, μάνα, ο πόνος μου, σʼ έπνιξεν ο καημός μου;
εσύ τη στράτα ξέρεις την, το μνήμα μʼ το γνωρίζεις,
κάμε τα χέρια σου τσαπιά, την πλάκα παραπέρα,
και τράβα το μαντήλι μου από το πρόσωπό μου,
κι αν μʼ εβρείς ασπροκόκκινον, σκύψε κι αγκάλιασέ με;
Στες τρεις πήρα κι αράχνιασα, εις τες εννιά μυρίζω,
κι απʼ τες σαράντα κʼ ύστερα αρμούς αρμούς χωρίζω.

ΜΙΑ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Μια συννεφιασμένη μέρα
και μια σκοτεινή βραδιά,
Μας βούλιαξε μια βαρκούλα,
μας πνιγήκαν δυο παιδιά.
Μας πνίγηκε κι ο Νίκος
που ʽταν ο μοναχογιός.
Κόκκινη ήταν η βαρκούλα
κι άσπρος ήταν ο γιαλός.
Τʼ άκουσε η μάνα του Νίκου,
τάζει λίρες εκατό,
Για να βγάλουνε το Νίκο,
ζωντανό απʼ το γιαλό.
Θάλασσα δεν τρώει λίρες,
θάλασσα δεν τρώει φλωριά,
τρώει νιους και παλικάρια,
των μανάδων τα παιδιά

Γεώργιος Ζαλοκώστας

Ο ΒΟΡΙΑΣ ΠΟΥ Τ΄ΑΡΝΑΚΙΑ ΠΑΓΩΝΕΙ

Ήτον νύχτα,εις την στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει;

Μες στο σπίτι μια χαροκαμένη,
μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
στου παιδιού της την κούνια σκυμμένη
δέκα νύχτες δεν έκλειγε μάτι.

Είχε τρία παιδιά πεθαμένα,
αγγελούδια,λευκά σαν τον κρίνο,
κι ένα μόνον της έμεινεν,ένα
και στον τάφο κοντά ήτον κι εκείνο.

Το παιδί της με κλάμα εβογκούσε
ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
κι΄η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.

Τα γογγύσματα εκείνα κι΄οι θρήνοι
επληγώναν βαθιά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
αχ, και το άρρωστο ήτον παιδί μου.

Στου σπιτιού μου τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.

Τον γιατρό καθώς είδε,εσηκώθη
σαν τρελλή.Όλοι γύρω εσωπαίναν’
φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
με τα λόγι΄απ΄το στόμα της βγαίναν.

«Ω,κακό που μ΄εβρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ,το παιδί μου…
Ένα το ΄χω,δεν μ΄έμεινεν άλλο’
σώσε μου το και πάρ΄την ψυχή μου».

Κι΄ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων -αχ,λόγια,χαμένα-
«μη φοβάσαι,της είπεν, ακόμα».

Κι΄εκαμώθη πως θέλει να σκύψη
στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψη
που κατέβ΄εις τ΄ωχρό πρόσωπό του.

Στου σπιτιού μας τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μας μηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.

Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
του γιατρού να μη νιώση το μάτι,
όταν έχη βαριά ξαπλωμένο
το παιδί της σε πόνου κρεβάτι.

Διονύσιος Σολωμός

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ

Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα
οπού ʽχε στα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα;
[…]
Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα στο δρόμο
αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε στον ώμο.
[…]

Η ΨΥΧΟΥΛΑ

Ωσάν γλυκόπνοο
δροσάτʼ ααεράκι
μέσα σε ανθότοπο
κειο το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή.

Και η ψυχούλα του
εις τον αέρα
γλήγορα ανέβαινε
προς τον αιθέρα
σαν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
[…]

ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ

Καθώς μένεις εις το νου μου
όσο ζω και εις την καρδιά,
μείνε τέκνο του αδελφού μου
εις τα μάτια μου ομπροστά.

Μείνε-επάλευε το σώμα
η ψυχή σου, για να βγη,
και συχνάνοιγες το στόμα
και δεν ήξερες γιατί.
[…]
Γλυκοί εστάθηκαν και πλάνοι
των γονιών σου οι στοχασμοί,
γάμου εβλέπανε στεφάνι
κι άλλο φόρεσες εσύ!

Κωστής Παλαμάς

Άφκιαστο κι αστόλιστο

Άφκιαστο κι αστόλιστο
του χάρου δεν σε δίνω
στάσου με το ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω

Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσα τα χτένια
πάρ’τε απ’ την μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια

Μήπως και τον χαροντα
καθώς θα σε κοιτάξει
του φανείς αχάιδευτο
και σε παραπετάξει

Κι αν διψάσεις μην το πιεις
από τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς
φτωχο κομμένο δυόσμο

Μην το πιεις και ολότελα
και αιώνια μας ξεχάσεις
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μην χάσεις

Και στο σπίτι τ’άραχνο
γυρνώντας ω ακριβέ μας
γίνε αεροφύσημα
και γλυκοφίλησέ μας

Βασίλης Ρώτας

Δώδεκα αγόρια του σχολειού κι η Χριστινιώ μια τάξη
μη βρέξει και μη στάξει
Τ’ αγόρια τ’ ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστήνη

Βαρκούλαν αρματώνουνε με σταυρωτό πανάκι
Χριστίνα, Χριστινάκι
Έμπα καλή στη βάρκα μας, να πάμε και να ‘ρθούμε
τραγούδι που θα πούμε

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε στου Ζέφυρου το χάδι
το όμορφο του το βράδυ
Σπαρμένο χρυσολούλουδα το πέλαγο λιβάδι
το όμορφο του το βράδυ

Το Χριστινάκι τραγουδά, της βάρκας κυβερνήτης
γλυκιά που είν’ η φωνή της
Και λέει τραγούδι του έρωτα και για τον πόθο λέει
για το φιλί που καίει

Γέλια τραγούδια σώπασαν, τ’ αγόρια συμπαλεύουν
μοχτούν, φιλί γυρεύουν
Κανείς δεν είναι στο κουπί, κανείς και στο τιμόνι
λαχτάρα που τούς ζώνει

Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη
Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες
τις δώδεκα μανάδες

Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι
τ’ αγρίμι το ελαφάκι
Που ήτανε δώδεκα χρονών, παρθένα Παναγιά μου
κι έλαμπε η γειτονιά μου

Nίκος Γκάτσος

Κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη
(Ένα τανγκό για την Alma Mahler)

Κοιμάται τώρα η Μανόν
στη βασιλεία των ουρανών
κι η Aλμα πάνω στο κρεβάτι
θυμάται μ’ άγρυπνο το μάτι
παύσεις, διαστήματα και ήχους
καμπύλες, άξονες και τοίχους.

Όλα βουλιάξανε στη δόξα
σα μυθικά ουράνια τόξα
όμως εγώ θα βγαίνω μόνη
στης νύχτα τ’ άχαρο μπαλκόνι
να δω μακριά στους γαλαξίες
ανυπεράσπιστες αξίες
ν’ ακούσω πάλι μια βραδιά
τραγούδια για νεκρά παιδιά
και κάτω απ’ τ’ ουρανού τ’ ασήμι
κραυγές για ενός αγγέλου μνήμη.

Βάλτερ, Γουσταύε, Aλμπαν, φίλοι
μέσα στη δίνη των μηνών
κι από Απρίλη σε Απρίλη
μη λησμονάτε τη Μανόν
στην ερημιά των ουρανών

Μάνος Χατζιδάκις

…ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ‘χα τάξει

και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και τού ‘φυγε
η δροσερή πνοή

Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου

Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια

Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ‘ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος

Γιάννης Ρίτσος

ΙΙ

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαί κι ακούει το νερό να κο-
χλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο. Πάντα εκεί-

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βρο΄χη
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διά
δρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα από την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια
κραυγή στον ύπνο τους,
ειναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Α. Πρόκος

ΤΡΙΠΤΥΧΟΝ ΠΕΝΘΟΥΣ Ή ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ (από τη συλλογή Νήτη, Σέρρες, 1948)

ΙΙΙ

ΕΥΚΑ(Ρ)ΠΟΣ
Α…ΡΟΙΚΙΟΥ
(Ε)ΤΩΝ ΤΕΣ(ΣΑ-)ΡΩΝ ΗΜΙΣΥ
ΕΝΘΑΔΕ ΚΙΜΕ

Εσύ που ιδρώνεις με το δάκρυ μας , ω Λίθε,
μαζί σου ο πόνος μας στους αιώνες ας το πει:
Εδώ ʽναι ασίγαστος ο θρήνος μας. Εκείθε
πυργώνει ο Χάρος ένα μύθο από σιωπή…

Φλουρί φορούσε στο λαιμό κωσταντινάτο,
το προσκεφάλι είχε σταυρώσει από βραδίς
θα ʽπαιζε σπίτι με το σκύλο και το γάτο,
θα ʽρχοντανε ύστερα τα χρόνια της σπουδής.

Σαν ένα χάδι τρυφερό καθώς εκείνο,
τώρα το πένθος μες στη μνήμη κατοικεί.
Πώς το λιμπίστηκες του κήπου μας το κρίνο;
Άστρο το φόρεσες, ω Νύχτα αρχοντική!

Ποιος θα γνωρίσει το αγγελούδι μας μες στʼ άλλα
σαν μας φωνάξει απʼ τον Παράδεισο όταν βγει,
αν χοές θα χύσουμε το μέλι και το γάλα
η χλόη του τάφου του να λύσει τη σιγή;

Είδε ακριμάτιστο το πρόσωπο του Υψίστου
και στʼάνθη χάρισε απʼ το μνήμα τη σποδό
ότι Αυτός του ʽδωκε: τη χάρη της Ψυχής του!
Είτανε ο σπόρος που δε βλάστησε ως εδώ!

Τη μέσα Κόλαση δεν είδε να πληθαίνει
(νερό όπως τρέχανε οι χαρές του απʼ τη ρουνιά)
εντός του αγέννητοι να ζούνε οι πεθαμένοι
και να τους θρέφει με το χέρι του φονιά.

Των Ερινύων δεν ακούστηκε το βήμα,
ούτε σαν ψίθυρος στο λίκνο του κρυφός,
μʼ αν πάντα η τύψη θα κολάζει κάθε κρίμα
είταν ο Αρχάγγελος στον ύπνο του ένα φως…

Νίκος Φωκάς

ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

(ενός βρέφους που κάηκε ζωντανό)
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο
Έκλεισα τις πόρτες, τα παράθυρα, τις ρωγμές
Για να μη μπαίνει αβεβαιότητα
Για να μη μπαίνει αυτή που κόβει λουλούδια στον κήπο.

Με τη σάρκα μας πολύτιμη σαν Όνειρο
-Άνεργα τα μέλη κι ενωμένα – πλαγιασμένοι
Σε μιας γυναίκας τη βαθιά κι ατέρμονη σκιά
δε νιώθουμε τους άλλους – είναι αέρας
δε νιώθουμε τον ίδιο μας το θάνατο-
Είναι ένας κάποιος άλλος.

Μέσα σε τούτο το σκοτεινό, το ευρύχωρο δωμάτιο
Χρόνια τώρα βασανίζουν κάποιον.
Παίζουν με τις αισθήσεις του μπροστά στην ψυχή του.
Πρωί-βράδυ, πρωί-βράδυ.
Μιλώ για το φεγγάρι, το στήθος της, τη θάλασσα
Τα φώτα των νερών από την πολιτεία.

Κοπιάζει η ψυχή μου μπροστά σ’ όλα αυτά
Δίχως να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Χρόνια τώρα μάχεται για μια πράξη αληθινή…

Συ που με βασανίζεις
Δώσε στα μέλη μου φωτιά
Δώσε στο κορμί μου το μαρτύριο (συ που καις τα βρέφη).
Δείξε την κακία σου και σε μένα,
Χωρίς περιστροφές.

Τάσος Φάλκος

TO ΛΕΥΚΟ

“Μάνα πολύ μʼ αρέσει το λευκό
το φόρεμα μου τα λευκά φτερά”
έλεγε το λευκό κορίτσι
που δεν επρόλαβε να παντρευτεί

Ομως η μάνα του θυμάται
εκείνο το λευκό ξωκλήσι
τον ασβέστη
που τρύπαγε τα μάτια με καρφίτσες
άδειο ξωκλήσι
λεηλατημένο
που σκότωνε με τʼ άσπρο τα πουλιά

Αργύρης Χιόνης

Το ωραίο καλοκαίρι

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
κανείς δεν ξέρει

Σωτήρης Παστάκας

ΤΑ ΣΧΕΔΙΑΚΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΣΟΥ

Έτσι αφημένα τα μέλη σου
σε πορφυρόχρωμη σκόνη: εδώ
το γόνατο, εκεί ο αγκώνας.
Μισάνοιχτο το στοματάκι σου
στη ροή του χρόνου: να ξεδιψάσεις
δεν μπορείς, να γιατρευτείς
παλεύεις, με σφιγμένες παλάμες
κι ακούσιες συσπάσεις—όλα
καταγραμμένα στα σεντόνια σου
με συμπαθητική μελάνη.

Πάνε τρεις εβδομάδες που κοιμάσαι
πάνω στο νεκρό σου έμβρυο
χωρίς να το ξέρεις.

Κώστας Τριπολίτης

ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΖΗΣΑ ΠΟΤΕ

Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν έμβρυο μέσα στη φιάλη
με τη ζωή μου στη μασχάλη
θα τριγυρνάω στα στενά.

Σαν να μην έζησα ποτέ
Dunhill και Ronson και Cartier
δεν βρίσκω θέση να χωρέσω
Mobil, Juguar και Esso.

Σαν να μην έζησα ποτέ
σαν νʼ αποκλείστηκα στη μήτρα
φθαρμένα όνειρα για λύτρα
θα κουβαλάω στα στενά.

Γιώργος Μίχος
(από τα «Μικροκείμενα»)

Dem Andenken eines Engels (Alban Berg Violinkonzert)
Ποιά σκόνη των άστρων έγινε σάρκα ζωντανή και
που την ξεριζώνουνε πονάει; Ποιός φαντάστηκε πως τον πε-
ρίμενε τέτοια προοπτική. Θεέ μου με των ανθρώπων τον πόνο
καλείς αγγέλους γύρω σου…Ναι, οι βουλές σου άγνωστες μα
τι να πω σʼ αυτή τη μάννα που κάθε βραδύ γράφει στα σεντό-
νια ένα ποίημα δάκρυα; Με τόνα χέρι έδοσες γέλιου φως στα
μάτια μας με το άλλο τις εικόνες ενός ύπνου αιώνιου για να
μας καίει τώρα τα μάτια. Ποιά μουσική απεργάζεσαι με των
κορμιών μας τη σκισμένη σάρκα; Μια σάρκα που γυρνάει
στη γη, δική μας σάρκα, από στιγμή κι αιωνιότητα δική μας,
από δικό μας πόνο, από σιωπή δική μας… Έτσι είπε για να μη
σωπάσει. Γιατί σε περιπτώσεις σαν αυτές κοιτάς τον
ήλιο .όπως κοιτάς ένα θεό και υψώνεις τη γροθιά, η σηκώνε-
σαι ορθός σε ένδειξη τιμής για να περάσει εκείνος που έδωσε
παιδί στο θάνατο.

Kώστας Σφενδουράκης

Λευκό κρεβάτι, παγερό,
μοναχικό στο ήσυχο δείλι
και το στολίζει το ιερό
που ‘χει φυτρώσει ασφοδίλι.

Κράζει η γραφή αναπαμό
στο μαρμαρένιο προσκεφάλι,
με νανουριστικό ρυθμό
ένα πουλί πάνω του ψάλλει.

Κι είναι το σκέπασμα στυφή,
σκληρή μια χωματένια στρώση,
με δάκρυα μια οικεία μορφή
ποτίζει αυτό να μαλακώσει

Κι αν κλαίει δεν είναι που η γη
σκέπασ’ ένα άψυχο κουφάρι,
μα είναι της μάνας η στοργή
στο που κοιμάται παλικάρι.

__________

Μικρό παιδάκι ήταν, ένα αγέρι
που δρόσισε για λίγο την καρδιά του,
μα ήρθε και του τ’ άρπαξε ένα χέρι
ψυχρό κι ήταν το χέρι του θανάτου.

Και τώρα να μπροστά του δίχως νεύμα,
του έμοιαζε σα παιδικό παιχνίδι
να λείπει απ’ το κορμάκι του το πνεύμα
σε μακρινό και αγύριστο ταξίδι.

Τον είχαν ζώσει τώρα οι εικόνες,
σκεφτότανε πως το ‘βλεπε να παίζει,
να πέφτει, να χτυπάει τους αγκώνες
και να βοηθά τη μάνα στο τραπέζι.

Μα τώρα οι εικόνες περισσεύουν
και έχει μείνει η εικόνα του θανάτου
κι οι γύρω του που τον κουτσομπολεύουν:
«κοιτάτε τον! Θέλει να πάει κοντά του».

Γιώργος Ανυφαντής

Ιατροδικαστική Έκθεση

Σήμερα, πρώτη του μηνός στη Σαλονίκη,
το βρέφος τούτο, μούφεραν νεκρό.
Κιʼ ανοίγοντας το στήθος το μικρό
είδα βαθιά κοιτάζοντας με φρίκη,
πως είχε στο πνευμόνι τρυπηθεί.
Κιʼ ήταν αυτή αιτία του θανάτου.
Μα θάχε απʼ το Θεό αγαπηθεί:
Στη ράχη ξεφυτρώναν τα φτερά του.

Σπύρος Αραβανής

Ο λαιμός (Το νεκρό νεογνό)

Δεν θυμάμαι ποτέ να του πέρασαν σταυρουδάκι
στο λαιμό,
ούτε κι έβαλαν ποτέ καμιά καδένα γύρω.
Όταν ρωτούσαν
«γιατί είναι πάντα έτσι γυμνό το δέρμα του;»
μίλαγαν για ερεθισμούς και εξανθήματα.

Κάποτε μεγάλωσε
και δεν χώραγε πια στον τάφο.
Τότε έσπευσαν
να του κόψουν τον χωμάτινο λώρο
γιατί κινδύνευε
να πνιγεί
για δεύτερη φορά.

Πέτρος Γκολίτσης

GEORG BASELITZ

Σακάτικο παιδί
έρχεσαι ανάποδα
σε κατεβάζουν με κλωστή
«Τι θέλεις;»

«Ήρθα να πάρω τη θέση του παιδιού σου
του μόνου σου παιδιού»

ανοιγοκλείνοντας το στόμα του απαντά
χωρίς να ακούγεται
το στόμα του
δεν σχηματίστηκε ποτέ

πρόσωπο παραμορφωμένο
με κίτρινο και πύο
γωνίες μαύρες
και άσπρες επιφάνειες

σκουριά και ροζ
σπιράλ τα μάτια Του
πλησιάζουν και απομακρύνονται
στα μαύρα μας σκοτάδια

Σακάτικο παιδί συγχώρεσε με
σου το ζητώ
ως κάτι το υπαρκτό!

Δημήτριος Μουζάκης

*

Έχει δύναμη το πλήθος
όμως δεν είναι η πείνα του
η εξαθλίωσή του.
Όλοι οι εξουσιαζόμενοι
είναι έτοιμοι να συναινέσουν
στην πείνα του πλήθους
αν γίνουν εξουσιαστές.
Ώσπου νʼ αλλάξει αυτό το ήθος
η δύναμη του πλήθους
δε δικαιώνει την εξέγερση.
Το παιδί φλογίζεται αγέννητο
σε νεκρό κορμί.

Παναγιώτης Πάκος

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στου θεού την αγκαλιά,
παιδάκι μου, κοιμήσου
κι απ΄τους αγγέλους ζήτησα
να μη σου τραγουδήσουν
από τον ύπνο το γλυκό
να μη σε ξυπνήσουν.

Στου θεού την αγκαλιά,
παιδάκι μου, κοιμήσου
κι απ’ τους αγγέλους ζήτησα
τ’ αστέρια όλα να σβήσουν-
φως να μη δω και θυμηθώ
τ’ αστέρι μου πως ήσουν.

νικηφόρος τζιμιτζάς

για σένα πούφυγες προτού να σε γνωρίσω

δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω για σένα
εδώ είναι άγρια θεριά
που τρώνε τα μικρά παιδιά
θα τρώγανε και σένα

στερνό αντίο
γειά χαρά
με λίγα χάδια και φιλιά
στα χείλη σου δοσμένα

δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω το Σούλι
εδώ είναι μάνας μούλοι
σκοτώνουν τα παιδιά τους
και πίνουν στην υγειά τους

Μαγγανή Χρυσούλα
Το ΜΟΙΡΟΛΟι ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Η ΘΛΙΨΗ ΜΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Η θλίψη μες τα μάτια σου σημάδι ήταν του χάρου
που ήρθε γιε μου μιαν αυγή το νήμα να σου κόψει,
γιατί τη θλίψη όσοι έχουνε στα μάτια ,μου το λέγαν,
πως είναι ολιγόζωοι και νέοι θα πεθάνουν.

Τα μάτια εκείνα τα μελιά, που αγνάντευαντον κόσμο,
σα δυο καράβια στο βορά σφυρίζανε και φεύγαν
κι εγώ το μάντευα, θαρρείς και μάγισσες μου το παν
πως μαύρα θ’ ανοιγες πανιά γι’ αλαργινό ταξίδι.

Μέσα στα μάτια σου η αυγή, το φως μες την καρδιά σου
και μες τα χέρια σου η αστραπή το άδικο να καίει
κι εγώ φωτιά πυρούμενη π’ ανάβει και θεριεύει,
γιατί το ξερα σπλάνο μου το τέλος σου ποιο θα ταν.