Τηλεσκόπιο

Αγαπηθήκαμε
στο λερωμένο σεντόνι τʼ ουρανού.
Όταν ο ήλιος έσφαζε
την μέρα
και τους χυμούς της πέταγε
αργά στα κύματα.
Όταν οι πληγές άρχισαν να θρέφουν
τα μελανώματα αποκτούσαν
το χρώμα των μεθυσμένων σου μαλλιών.
Σαν γύριζες το σώμα σου
ακουμπούσες το φεγγάρι
με τα γυμνά σου πόδια
και βλάσταιναν ερυθρά αστέρια.
Ό, τι χώρεσε στην αγκαλιά σου
ήταν δυο σύννεφα βαμμένα
έτοιμα, για την μεταξύ τους επαφή.
Οι σανίδες άνυδρες μετρούσαν
τους παλμούς
και στοιχημάτιζαν την ώρα του τέλους.
Ήμουν κι εγώ εκεί.
Γονάτιζα να χωρέσω τους μηρούς σου.
Λύγιζα για να νοιώσω το ζεστό σου στήθος.
Υπήρχα εκεί για σένα.
Ένα στρώμα με τις κατάλληλες εσοχές
για να κρύψεις και να κρυφτείς.
Ό, τι αγαπήσαμε
ήταν ένας κεραυνός
που ξάπλωσε στο κρεβάτι
για να γλεντήσει με κραυγές
η νύχτα.

Άνοιξη

Αναβάτης ατίθασης πεταλούδας
εκδρομέας του αγρού
δρασκελίζω στα πέταλά σου
παπαρούνα.
Από σένα παίρνω τους χυμούς
και το κόκκινό σου ρούχο κλέβω
-όχι για να ντύσω την γύμνια μου-
από συνήθεια παρανομώντας
με εαρινή διάθεση
εγώ,αρχηγός των φτερωτών πλασμάτων του υποκόσμου.
Μην με κατηγορήσεις, ω Κάρμεν του Μαγιού.
Πες πως σε πλάνεψε ο ταυρομάχος αγέρας
σε κάποια βεγγέρα αθώων λουλουδιών
με τις σκάρτες υποσχέσεις του για πρόωρο καλοκαίρι.
Λυπήσου τον βιαστή σου, ανθισμένη Ερινύα
κι αυτός ο τρισκατάρατος
-καρπός μοναδικής ένωσης Χειμώνα και Αβύσσου-
θα σε αφήσει να τον μισήσεις
με αίσθημα
συμβατό
με την ηθική
παπαρούνας.

Τα ρολόγια δε κοιμούνται.

Τα ρολόγια δε κοιμούνται.
Πίνουν καφέδες.
Μασάνε συνεχώς παξιμάδια
και ντύνονται μιαν άγρυπνη συμπαράσταση.
Καρφιτσώνουν ένα μακριά από εμάς
στο πέτο
να κοσμούν τα ημιτελή τους τέταρτα.
Ώρες ώρες
ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους
βαριεστημένα
γιατί από λεπτό σε λεπτό
θα έρθει το τέλος.
Μα αυτό αποκοιμήθηκε
σε κάτι γέρικα ημερολόγια
και η αρχή
δεν εκτελεί πια χρέη γραμματέα.
Αν μπορέσεις πες τους ένα παραμύθι
-όχι για να κοιμηθούν-
για να σταματήσουν να μασάνε παξιμάδια
τα βράδια
στις ώρες της κενής μου ησυχίας
που οι θόρυβοι
και η προσμονή
πρέπει να πέσουν για ύπνο.

Ηνίοχος

Μαστιγώνεις το άπιαστο
με πόθους από ερείπια.
Μοιράζεις μελανιές στις κόρες
που ορέγονται
τους αρρενωπούς σου αντίχειρες.
Με βασκανίες
διαλέγεις
εξιλαστήριο θήραμα.
Φετιχιστής του ομφαλού
κυκλώνεις το σύμπαν.
Σαδιστή
πότε θα στο πούνε;
Ανώφελο το κάλλος
αν δεν υπάρχει άλλος
να το ξορκίσει.

Επεκτατική οπτική

Πως αλλάζει στέγη τ’όνειρο
Πριν λύσει τους γόρδιους δεσμούς
Των ματιών σου
Πως δραπετεύει
Απ΄τους δήμιους των βλεφάρων
Πριν ζωγραφίσει με νεφέλες
Το σκοτάδι της βραδινής σου μορφής
Ποιους συνοικισμούς γυρεύει
Σε θεάματα επαγγελίας
Το απείκασμα του αστικού σου μύθου
Δεν έμαθα ποτέ
Όσο κι αν υπνώτισα
Τα λυρικά στοιχεία των βασικών σου ενστίκτων

Μαγειρική σοφία

Η ωμότητα
δεν είναι πάντα εύγευστη.
Δηκτικά τα βλέμματα
Εκδηλώνουν τον αποτροπιασμό τους.
Η απαιτούμενη κάθαρση
Προϋποθέτει αυστηρό εκτελεστή.
Ασυγκίνητο
στην κατάτμηση της ολότητας.
Αυτός μόνο μπορεί
Να σβήσει την εσωτερική φλόγα
Καίγοντας το σώμα της αιτίας.

(ακριβής μετάφραση εις την ποιητικήν
Των λόγων της νοικοκυράς
Την ώρα που ο κόσμος της
Περιστρέφεται
Γύρω από μια κατσαρόλα
Τσιγαρίζοντας κρεμμύδια)

Ανισόπλευρο τρίγωνο

Με κράτησε σε απόσταση κι αυτό το βράδυ
το φεγγάρι.
Όταν το πλησίασα με τα γυμνά μου μάτια
εκείνο
έβαλε την νύχτα ανάμεσά μας.
Με κοιτούσαν
κι οι δύο
από ψηλά,μέχρι που το μπαλκόνι μετοίκησε
στον ουρανό
και το σώμα μου γαντζώθηκε σʼέναν μεταμφιεσμένο Ήλιο.
Ήταν τόσο κοντά…
Τα χέρια μου έλουζαν τις κόμμες των αστεριών.
Τα πόδια μου διαδέχονταν τα πέλματα του αστροναύτη.
Μα το κορμί μου ήταν δοσμένο
στην Ανατολή.
Παραδόθηκα αμαχητί στη σιγουριά του εδάφους
το πρωί
που φίλοι κι εχθροί κοιμούνται.
Τότε που είμαι πάλι
εγώ
ο ιδιοκτήτης της ψυχής μου
και η νύχτα νικήτρια
επιστρέφει στο ατιμασμένο της κρεβάτι.