Ο επιστήμων

Πήγε τόσο πίσω στην Δημιουργία
Με το μικροσκόπιο
Που είδε έναν κύριο σε λευκή παραλλαγή
Να του χειρονομεί

«Δε θέλεις πιο λεπτομερή ανάλυση-
σταμάτα».

*

Αυτό το δάχτυλο που τώρα
Ακουμπά την άκρη του κοσμου
Στο δάχτυλό σου έχει
Έχει αγγίξει πριν
Κι άλλες άκρες
Που πάντα δείχναν πως
Ήταν αρχή
Μα πάντα κατ
Έληγαν να
Είναι το τέλος
Του κόσμου του
Η αρχή
Του νʼαμφιβάλλεις
Για όλους τους
Άλλους κόσμους

Νησιά μου
εύθραυστα
απρόβλεπτα ματωμένα
σπάτε μέσα μας
τα κρύσταλλα της πόλης
και κατουράμε αίμα
από την κουπαστή

κι εσύ ωραία Νησία
κουρνιάζεις στις μεγάλες αποστάσεις
ραγισμένη

Τοπία από καιρό, Β

Ωχρός πωρόλιθος, ο φωτισμός της οικισμένης Σικελίας.
Ολόγυρα, κυματίζει το σπαρτό.
Με σιγανή σημασία, η τραγιάσκα στο πέτο.
Κι «ό,τι στέρεο είναι, λιώνει στον αέρα».

τα βήματα που επιφάνεια στη λάσπη
η λάσπη που σωπαίνει τα βήματα
ο αχός από το τρακτέρ βαθιά
ίσως σε άλλη γη


κόσμημα

μονοκοντυλιές
στην
ακρολιμνιά:
ερωδιοί.

οι άλλοι

Απο εδώ πέρασαν το απόγευμα.
Σπασμένη λάμπα στο δρόμο.
Πόση νύχτα μαζεύτηκε γύρω της.

παλτό από τα σώματά τους

Είναι τα βλέμματά τους άδεια από νερά
όσο τις κλώθει η ροή ανάμεσα κι εντός
σπουδαία τις τοτινές σημασίες καίγοντας,
αγγίζοντας η μιά της άλλης την συνέχεια

με τη σκυτάλη ενός τηλέφωνου, ενός θάλαμου,
κάποιας ξεχασμένης χτένας. Ξαφνιασμένες
από την τόση οικειότητα, τα μάτια τους εξεταστικά
στα σώματα ψάχνουν τις ραφές ανάμεσα στα μέλη.

Ύφασμα από τόσα κουρέλια, «παντός καιρού».
Με την δακτυλήθρα φλόγα γύρω στα ημίφωτα
παλτό μανταρισμένο σε χρόνους ακριβούς,

πατρόν για τις χιλιάδες μέρες που θαʼρθούν.
Πέρνα αεράκι ανάμεσα στις παραμάνες, δρόσισε
τις σταγόνες που μόνες πίσω απʼ το παραπέτασμα

επιφάνια

στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα

με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει

«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια˙ ο ίδιος˙ κόπιασε».

εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει˙ με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.

Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τόʼχε» που λέν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.

Τα όνειρα βλέπεις είναι σαν τα φίλμ της μηχανής:
παίρνουν φώς και καίγονται.

*

Πήγα κάτω στην Commercial Street
και είδα ξανά τα διαμερίσματα που νύχτα
κάποια νοτιοαφρικάνα από το μπάρ
που τʼόνομα μου διαφεύγει
-καιρό πολύ πια, δεν τόλμησα να ξαναπάω-
ωσότου το πρωί χάραξε στο παράθυρο
και πέρα μέχρι το Gherkin
την στάση του μετρό
στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα σκυμμένα βήματα, το πρόωρο απόγευμα.

Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981 στο Αμύνταιο. Σπούδασε Νομική κι Ανθρωπολογία. Ως ανθρωπολόγος, πραγματοποίησε εκτενή εθνογραφική έρευνα πεδίου στην Σικελία. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 2004 σε συλλογικό τόμο των εκδόσεων Οδός Πανός. Έκτοτε, έχει δημοσιεύσει ποίηση, μετάφραση και κριτική σε περιοδικά κι εφημερίδες (ενδεικτικά: Παρέμβαση, Πανοπτικόν, Εντευκτήριο, Πλανόδιον, Αυγή), ενώ συνεργάζεται με τα περιοδικά Μανδραγόρας, Οροπέδιο κι Ένεκεν. Η συλλογή «Φαγιούμ», που θα εκδοθεί το καλοκαίρι του 2010 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, θα είναι το πρώτο του βιβλίο. (Τα παρόντα ποιήματα -εκτός από τα δυο τελευταία- δεν περιλαμβάνονται στην εν λόγω συλλογή). Ζει μεταξύ Θεσσαλονίκης και Λονδίνου