Τρέφω τον Τίγρη

Τρέφω τον Τίγρη με φιλιά ή με την έλλειψή τους·
κι αυτός ο πάντα εγρήγορος
ξανά πεινάει για λέξεις.

Ώρες κρυφές που απώλεσα και ειπώθηκες
κι έγινες πλήγμα θάνατος σκιά
σιωπή αυστηρή που άτεγκτα διδάσκει
το εφήμερο και το φαιδρό της κατοχής
το παραμόνιμο και το απαράγραπτο του ειπωμένου.

Κι αν το να σ’ έχω κάπως μου χαρίστηκε
το να σε πω το ‘χω κερδίσει.

Ζωή Ο Μακρινός μού έδωσες και όση πύκνωσα φωνή
Σού επιστρέφω.

ΒRUTUS, PECUS, MOLOSSUS

Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες, –
Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.