τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς εἶναι κωμῳδίαν καὶ τραγῳδίαν ἐπίστασθαι ποιεῖν,
καὶ τὸν τέχνῃ τραγῳδοποιὸν ὄντα < καὶ> κωμῳδοποιὸν εἶναι.

Πλάτ. Συμπόσιον, 223d

ΓΕΛΑΣΤΕ

Γελάστε άγνωστοι, γελάστε!
Παρακαταθήκη μας η σκοτεινή ομιλία.
Παρακαταθήκη μας το παραπάτημα στο δρόμο.

Γελάστε άγνωστοι, γελάστε!
Ο αντίλαλος του γέλιου σας, θα σας σκοτώσει.
Γελάστε, και ο κόσμος μας θα σας γελάσει.

Το πιο μικρό μας ψέμα, βουτηγμένο μες στη φρίκη.

Γελάστε Κύριε, γελάστε!
Ποιός ξέρει αυτός ο κίνδυνος πού θα μας βγάλει…

Με τʼ αστεία μας, άγνωστοι, γελάστε!
Κρυφτείτε όπως και μεις απʼ την αλήθεια.
Παρακαταθήκη μας ο όχλος της σιωπής.
Παρακαταθήκη μας το μίασμα του γέλιου.

Γελάστε, άγνωστοι, γελάστε.
Γιατί η ώρα πήγε ακριβώς
και ο κούκος δε λέει να λαλήσει.
Ποιός ξέρει αυτή η σιωπή πού θα μας βγάλει…

Γελάστε Κύριε, γελάστε.
Γελάστε, και ο κόσμος μας θα σας γελάσει.

Γελάστε τελευταίοι, γελάστε!
Κλείνει ο κύκλος τέλειος, γελάστε!

ΑΛΛΟΘΙ

Έχουμε άλλοθι
εμείς οι κλέφτες του καιρού.
Κι ας κατουράμε πάνω
στο άγιο χώμα σας
σηκώνοντας ομίχλη.

Έχουμε άλλοθι
εμείς οι κλέφτες του καιρού.
Ο άνεμος πάντα θα μας τραγουδάει
τραγούδια της φωτιάς.

ΗΒΗ

Στιγμιαίο πρόσωπο του κεραυνού
λάμψη ακαριαία του σώματος.
Βαδίζοντας σιωπηλά
με τον αιώνιο ρυθμό του κύματος
αναπνέοντας μετρημένα το θάρρος
της πρώτης θαλασσοταραχής.

Με τις πτυχώσεις του φωτός εκτοξεύοντας
το ένδυμα και το όνειρο
της παρθενίας.

Βαδίζοντας μουσικά
σε γάμου σφαγή αόρατη,
καρατομώντας ένα λουλούδι
απο το βυθό του πελάγους,
τον τελευταίο λειμώνα.

Σαν άγαλμα που κινάει
βαδίζοντας προσηλωμένο στο άτοπο
του ορίζοντα.

Ας είναι μόνο η ομορφιά
που να μπορεί να μας σκοτώσει.

ΧΟΡΔΕΣ

Χορδές διεξοδικές μας ενώνουν
σα σκοτείνιασμα της αίσθησης
σαν ενοχλητική υποψία.
Λαμπερές και αόρατες
χορδές παρόντων και απόντων
διαχέονται απο το σώμα της μοναξιάς.

Όμως, μια φορά στα χίλια χρόνια
κοιτάμε λίγο ψηλά όλοι μαζί
και βλέπουμε
το κενό που μας ενώνει.
Κοινωνούμε τότε τον πανικό μας
θέλοντας να πληρώσουμε το χάσμα.
Μα δεν πέφτουμε μέσα του
δεν πέφτουμε μέσα του.

Ξεριζωμένα σπίτια χορεύουν γύρω μας
ξεφτισμένες κλωστές γύρω απο δάχτυλα
και αόρατες οι χορδές ανεβαίνουν
πάμφωτος ομφάλιος λώρος
που κόβεται απο τη μήτρα του ήλιου.

Σκοτείνιασε
και ψιχαλίζει αστέρια.
Μύρισε το χώμα
και μεις ολόκληροι
πέφτουμε μέσα του
πέφτουμε στην αγκαλιά του.

ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΟΠΟΙ

Μέσα στον ύπνο κάπου βρέθηκα
χαμένος μέσα σε γνώριμα τοπία.

Παράξενα υπέροχα του ύπνου τα τοπία
και θαύμαζα, και θαύμαζα
μια ξεχασμένη νοσταλγία.

Κάθομαι τώρα φτωχός και γράφω
μνημόσυνα πατρίδων.

Εξόριστος χαρτογραφώ
τόπους ονείρων.