RadioArt: πατήστε να ακούσετε

«DOLCE»

Ο γαλάζιος καπνός της εξάτμισης
Αιωρείται ακόμη και όταν το αυτό-
Κινητο έχει στρίψει πλέον τη γωνία,
Μεταβάλλει την τοπογραφία του δρόμου,
Την καθημερινή προοπτική όσων μένουν
Για πάντα εδώ, θαμώνες αδιάφοροι
Της τρέχουσας ζωής όπως κι εγώ,
Που ξέρουν πολύ καλά από κατακτήσεις
Κι απώλειες και πως από στιγμή σε στιγμή
Κι από ώρα σε ώρα αλλάζουν χρώμα τα μάτια
Σαν τα δικά σου που έγιναν γαλανά
Αυτομάτως, μόλις με αποχαιρέτησες.

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ

Κάποιος κάθεται σε αυτήν την πολυθρόνα.
Το βιβλίο ανοιγμένο στα γόνατα.
Το μυαλό κλειστό στα γεγονότα.
Πάνω από τις γλάστρες του βασιλικού
Υψώνεται ο κισσός. Ρίχνει τα φύλλα της
Η ροδακινιά. Γραμμή τη γραμμή,
Σελίδα τη σελίδα,
Αναπτύσσεται εξίσου σιωπηλά

Η οριζόντια πρόοδος της αναγνώσεως.

ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

Δεν θα δοθεί περίληψη για όσα ειπώθηκαν.
Καθώς κατευθύνονται προς την έξοδο
Και οι σκιές ανοίγουν την αγκαλιά τους,
Από μια συζήτηση που δεν θα μείνει τίποτα,
Λόγια ενός χλιαρού απογεύματος, θα συγκρατήσει
Το φευγαλέο ρίγος, τη βουβή ταραχή,
Μια στιγμή αμηχανίας και μόνον, όταν
Τον άγγιξε διστακτικά στον ώμο, «έλα, γεια σου»,

Του είπε, «θα παραμείνω για την ώρα στον κήπο».

ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΠΑΚΙ

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.

Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.

Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Το λεύκωμα με τις φωτογραφίες
Που δεν τραβήχτηκαν ποτέ, ξεφύλλιζα
Και πάλι απόψε. Κομμάτια κινήσεων
Που δεν ολοκληρώθηκαν, μισόλογα
Κι υπονοούμενα και χειρονομίες ακέραιες,
Κι η μικρή αμαρτία να λάμπει αμιγής
Σε πείσμα κάθε πιθανής μετανοίας,
Και πρόσωπα να φλέγονται ακόμη περισσότερο
Όσο περνούν τα χρόνια, ακόμη πιο οικεία
Και προσιτά και αναστάσιμα,
Και οι πόλεις να ονειρεύονται τρυφερά
Η μια την άλλη, να λέγεται Τίβερης
Το μεγάλο ποτάμι που φαίνεται ψηλά,

Απʼ το Λυκαβηττό.

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Το φως που καίει στο δωμάτιο μου
Είναι μια λάμπα σαράντα κηρίων.
Στο χλομό της κύκλο αιχμάλωτος
Τα βράδια μου περνάω: γραφή
Κι ανάγνωση, μελάνες και μουτζούρες,
Ένα ολόκληρο βιβλίο οι σχισμένες μου
Σελίδες. Κι η Χαριλάου Τρικούπη
Ησυχάζει, κατά τις δυο-κατά τις τρεις
Αραιά και που ένας βόμβος μηχανής
Τη διασχίζει. Μετρώ, ξαναμετρώ
Τα Φώτα των πολυκατοικιών που παρα-
Μένουν αναμμένα, βέβαιος πως κάποιος
Άλλος βρίσκει παρηγοριά μετρώντας
Το δικό μου. Πρέπει ωστόσο να βιαστώ,
Να γράψω ό,τι γράψω, όσα προλάβω δηλαδή,
Πριν σβήσει και το τελευταίο φως
Που με κρατάει ξενύχτη.

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ

Στην προσεχή συνάντηση,
Ο Τόνος της φωνής μου θα είναι
Απολύτως υποταγμένος στα όσα λέω.
Θα έχω κυριεύσει την ταραχή μου,
Το αλλοπρόσαλλο πρόσωπο της αμηχανίας.
Τα θέματα της συζητήσεως αναίμακτα
Θα θυσιάζονται το ένα στο άλλο,
Σίγουρα θα μιμηθώ επιτυχώς τις φωνές
Των άλλων. Οι ιδιωματισμοί
Και τα περίεργα στην εκφορά του λόγου,
Τα τικ, τα τρακ τα τρυκ
Του περιβάλλοντος κόσμου,
Μια ήσυχη ροή θα είναι μέσα μου.
Ενσωματωμένος επιτέλους στον διάλογο,
Χωρίς να είμαι ο απανταχού παρείσακτος,
Ο εσαεί εκτός τόπου και χρόνου.

ΜΕΡΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Πρώτη Φεβρουαρίου σήμερα και η πρώτη
Βροχούλα του μήνα μαζεύει ήσυχα-ήσυχα
Τα νερά της στη βεράντα. Στάλα-στάλα
Μέσα σε ένα χρόνο είδα την επιθυμία
Να γίνεται έκσταση, την έκσταση πίκρα
Κι απογοήτευση, τα επί πολύ ποθούμενα
Αμελητέες αναμνήσεις, το πάθος να κατα-
Ποντίζεται σε μια πίστωση χρόνου που
Χορηγήθηκε ευπροσήγορα κι ανέμελα,
Τις υποσχέσεις για μια βέβαιη επιτυχία
Να μετατίθενται συνεχώς στο άμεσο μέλλον,
Τα θαυμαστικά να γίνονται ερωτηματικά
Όπως καθρεφτίζονται ανάποδα σήμερα
Τα κάγκελα πάνω στα νερά της βεράντας.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΣΕ

Η πρώτη εντύπωση. Άψογη η εκτύπωση:
Γνήσιο χαρτί Kodak, ζωντανά χρώματα,
Σωστή η γωνία λήψεως και ο φωτισμός.
Αναμφισβήτητα αναγνωρίζω τον εαυτό μου
Στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Όμως
Το σκοτάδι που μόνιμα κατοικεί στα μάτια
Βγήκε καστανού χρώματος, η δίνη του στόματος
Έχει περιοριστεί σε δυο κόκκινα χείλη, αυτά
Τα καλοχτενισμένα μαλλιά δεν αντανακλούν
Έπʼ ουδενί την αταξία στο κεφάλι μου
Κι αυτό το μονίμως χαμογελαστό πρόσωπο
-Πώς να το πω;- ασυστόλως ψεύδεται,
Αγαπητοί μου φίλοι.

ΟΔΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Στον Μιχάλη Γκανά

Κατεβαίνοντας την Ακαδημίας δεν κατάλαβε
Το κίτρινο φυλλαράκι ακακίας που ήρθε
Και κάθισε στα μαλλιά του. Εν αγνοία του
Ο κόσμος παραμέριζε για να περάσει,
Απρόσκοπτη η πορεία του, πράσινο
Και το επόμενο φανάρι. Δεν διέκρινε
Τα ερωτικά βλέμματα που τον έραιναν,
Τα ανεπίδοτα χαμόγελα, τα πρόσωπα
Που του έγνεφαν με άκρατη αισιοδοξία
Κι εμπιστοσύνη κι ευγένεια. Στον καθρέφτη
Μόνον του ασανσέρ κατακόκκινος από ντροπή,
Είδε το κίτρινο φυλλαράκι να αιωρείται
Κάπου στο ύψος της γραβάτας του και χαμογέλασε,
Αυτός, το τιμώμενον πρόσωπον της Τρίτης,

Ο παρασημοφορημένος της καθημερινότητας.

ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟΥ

Μεγάλωσα στην υπομονή κι η υπομονή
Μου άμβλυνε την όραση. Μία όαση
Ανθίζει τώρα στο κέντρο του δωματίου.
Την οικεία προοπτική της επίπλωσης
Καλύπτει άγρια βλάστηση. Αναρίθμητα
Φυτά αναρριχώνται στους τοίχους.
Θα σβήσουν βέβαια, δίχως ν’ αφήσουν ίχνος,
Αν δεν ολοκληρώσω τη μεταμόρφωσή μου
Και γίνω το ταπεινό ερπετό της ερήμου,

Ο κάκτος που προϋποθέτει το όραμα.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Οι απαγγελίες είναι από το cd που συνοδεύει το βιβλίο «Η μάθηση της αναπνοής …σε τρεις κινήσεις», Μελάνι, 2006.

Η επιλογή και η μουσική επένδυση είναι μια παραγωγή του RadioArt, έτσι όπως μεταδόθηκε σε μικρά σφηνάκια καθόλο το μήνα Ιανουάριο 2010.

Μην αναζητήσετε όλα τα σημερινά ποιήματα στο προσεχές βιβλίο, (Δίγλωσση Έκδοση, σε μετάφραση στα Αγγλικά του Γιάννη Γκούμα, Σαιξπηρικόν, 2010), γιατί εκεί πρόκειται περί αυτο-ανθολογήσεως…

Η φωτογραφία είναι του Salvatore Marrazzo, στο Σπίτι της Ποίησης στο Baronissi (Σαλέρνο), όπου φιλοξενήθηκα τον Ιανουάριο 2010.