Γαμμαγραφία

Το μπάντζο σφίγγανε στα χέρια οι μιγάδες
δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα
πριν στο χορό τους μας τραβήξουν οι μαινάδες
οι ανεμώνες μας βρεθήκαν μείον σαράντα.

Πού πας χλομός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος κίτρινες τουλίπες
και στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο
περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες.

Ο σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ
τα βάζανε με τους κρατήρες της Σάντα Άννα
φοράς σομπρέρο κι έχεις πρόσωπο οβάλ
κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα.

Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας.

Η μπαλάντα ενός φιλήσυχου

Πώς να κοπάσει ετούτη η τρικυμία
τα κύματά της με καταζητούνε
φορούν οι φίλοι πορφυρό μανδύα
με ρούμι οι βοριάδες με κερνούνε

Στον όλμο εκεί υπνοβάτης βλαστημάει
και τρώει ένα κουκούρι σκεφτικός
έφυγε απʼ την καρδιά μου ο πανικός
και γελαστός την πόρτα μου χτυπάει

Άλογο ατίθασο μακριά με φέρνει
στων κυνηγών του χρόνου την αυλή
ο πυρετός τους την ζωή μου παίρνει
και τʼ άλογό μου τρέπει σε φυγή

Η τρικυμία ποτέ δε θα σβηστεί
για μιαν ανεξιχνίαστην αιτία
καρφώθηκα σε όμορφη εξορία
το πέλαγο καρφί μου και σφυρί

Μες στο χημείο του Μαγιού

Στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που γελάς
στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που φωνάζεις
ανατριχίλα του κοσμάκη, μη μιλάς
στο μακελειό το ομηρικό που ωριμάζεις.

Γρηγορείτε, κελιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Χέρσα μου μάτια, τί αλκοολικός καιρός
με Βάγκνερ νανουρίζονται οι πρεζονόμοι
κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός
να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη.

Γρηγορείτε, πουλιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Τώρα μαθαίνεις στο Ικόνιο αποκλεισμένος
ποιοί σαμποτάρουν με καλώδια το κορμί σου
πατριωτάκι, τρώει τα νύχια ο ανακριτής σου
κι είναι το ίδιο αγέλαστος και γελασμένος.

Γρηγορείτε, παιδιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον ή το άλλο πρόσωπο ενός αυτόνομου

Στήνει στην πόλη ο άνεμος παγίδα
σκορπιός που με δαγκώνει η αγωνία
πέντε χειμώνες και καλό δεν είδα
και λέω νʼ αλλάξω οπτική γωνία.

Πέφτει η ομίχλη στη χλομή λεωφόρο
μια λάμια παζαρεύει τα φιλιά της
μου ʼμελλε αναίτιο να πληρώσω φόρο
πριν να κλειστώ στʼ αυθαίρετα δεσμά της.

Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα
κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου
φουμάρω αγγλογαλλικά τσιγάρα
κι έχω βηματοδότη στην καρδιά μου.

Πάω στο σταθμό σαν έρχεται το τρένο
ξέχασα: φέυγω ή κάτι περιμένω
κάποιος μιλάει για μέλλοντα επινίκια
και μου γελάει πίσω από δεκανίκια.

Στης γοργόνας το φτερό

Ώρες αργόσυρτες σα φορτωμένα κάρα,
απʼ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα.
Φύτρωσαν κάκτοι και λωτοί στην κορδιλιέρα,
κι εσύ κλειστός σε μια καμπίνα φεύγεις πέρα.

Οι έρωτες σου καρυδότσουφλα στο κύμα,
μα στον ασύρματο καιρό δεν πέφτει σύρμα.
Ο τόπος σου σʼ ακολουθεί όπου κι αν πας,
σʼ ένα παιχνίδι για χαμένους ξενυχτάς.

Άστρο του Ωρίωνα, φεγγάρι του Τοξότη,
είπαν μια άγνωστη φωτιά σʼ έχει δεσμώτη.
Που δεν τη σβήνουν χίλια κολασμένα μπάρκα,
μα στης γοργόνας το φτερό η αιώνια τσάρκα.

Στον Ινδικό πλοία παλιά φουνταρισμένα,
ιθαγενείς μασάνε φύλλα ξεραμένα.
Και για μουσώνες σου μιλούν στο νότιο σέλας,
ναύτες που πέρασαν τα σύνορα της τρέλας.

Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι,
κι εσύ στης θάλασσας για πάντα την αγκάλη.
Δακρύζεις κήπους με παράξενα λουλούδια,
για μάτια πρόστυχα κεντάς άγια τραγούδια.

Κι εγώ που ξέχασα ποιος είμαι που πηγαίνω,
λαθρεπιβάτης σʼ ένα πλοίο παροπλισμένο.
Απόψε σʼ άκουσα να λες απʼ τα ηχεία,
για να χαράξεις μες στο πουθενά πορεία,
χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.

Με το πλοίο του Φελίνι

Μπρος στον καθρέφτη το πρωί το πρόσωπό σου,
μυρίζει νύχτα, νικοτίνη και αλκοόλ.
Όλοι σου λένε δεν προσέχεις τον εαυτό σου,
πρέπει να κάνεις ένα ιατρικό κοντρόλ.

Κανονικά χτυπάς τη κάρτα στη δουλειά σου,
μια μηχανή σε πρακτορεύει εφτά με τρεις.
Δε σε χωράει το μεσημέρι η φωλιά σου,
και κατεβαίνεις στο λιμάνι να σωθείς.

Στάζουνε σούρουπο στα ντοκ οι ναυτεργάτες,
συνωστισμός στα καφενεία και ερημιά.
Περνάνε δίπλα σου αθίγγανοι διαβάτες,
και μια σκιά γράφει στον τοίχο μοναξιά.

Δίνουν παράσταση το βράδι οι θεατρίνοι,
σʼ ένα κοινό φανταστικό.
Και εσύ σαλπάρεις με το πλοίο του Φελίνι,
σε σκοτεινό ωκεανό.

Πιρόγα

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι