ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ

Σίγουρο τ’ ακροπάτημα μουλαριού

Στο φρύδι γκρεμού

Σε βραχίονα ορίζοντα

Την ανοιχτή παλάμη

Φώτα συσκότισης

Μυστική των φορτηγών μεταφορά

Όπως σφαίρα κρυστάλλινη

Παλινδρομούσα επικίνδυνα

Άντρες οκτώ ίπποι δεκάξι

Χωρίς ύπνο νηστευτές

Ή κερί αναμμένο

Απροστάτευτο σ’ ανέμους

Μοράβια και μηχανόλαδο

Του μετάλλου υγρή ανάσα

Μικρό φυντάνι

Αειθαλές μ’ ένα βόλο χώμα ρίζα

Η μέρα ψιλά – των άλλων

Και το κρύο μάτι στην τρύπα

Έψαχναν δεν βρήκαν

γη καρπερή

Αυτοί ήταν

Στους άλλους τ’ αλίμονο

(από τη συλλογή Σκόρπια κι Αταίριαστα)

ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Στον Χρήστο Τσάγκα

Κι ως έβγαζε τ’ αβόλευτα, τη μάσκα και κοθόρνους,

Ανάμεσα απ’ του ναού, του Φοίβου τις κολώνες,

Ήλιος ν’ αφήνει θάλασσα, να γέρνει σ’ ελαιώνες,

Ελόγιαζε στου Κρέοντα, τους εδικούς του γόνους.

Πώς θ’ άφηνε χωρίς στοργή, πατέρα, μάνας, μόνους,

Κι αν δίκια θα μοιράζονταν, κορώνα ηγεμόνες,

Αν δίκια πάλι όριζαν, της πόλης τους κανόνες.

Σε ποια παλάτια θα ‘μπαιναν οι όμορφές του κόρες.

Κι ως έπαιρνε με τους στερνούς, π’ αδειάζαν τις κερκίδες,

Μες απ’ τα πεύκα το στρατί, να φτάσει στον ξενώνα,

Τ’ αυριανό σκεφτόταν ρόλο του, στο τραγικό αγώνα.

Οιδίπους μάτια ξόρυξε, με αργυρές ακίδες,

Κρέων ταχιά θα τυφλωθεί, από ισχύος μώρα,

Τέχνη τρανή να διακονεί, σε ύβρεως λειμώνα

Blatta orientalis

Από το ανοιχτό παράθυρο εισχωρούσε, η καλοκαιρινή φλυαρία της τρυφερής λείανσης των μικρών λίθων.

Εκείνη είπε:

– Να συλλέξεις το νερό που φιλοξένησε τα λουλούδια, όταν σπάσει το κρύσταλλο.

Εκείνος δεν απάντησε. Κοίταζε τη μαύρη Blatta orientalis που έκανε κύκλους γύρω από τα ελαφρά υποδήματα, κάτω από το κρεβάτι.

Έπειτα τη ρώτησε:

– Θέλεις να στρώσω το μικρό χαλί; Έχει υγρασία.

– Όχι. Η χλόη του κήπου αρκεί. Τ’ αστέρια διαβαίνουν διακριτικά, δεν ακούγονται ποτέ τα βήματά τους.

Εκείνη την ώρα, τα ρολόγια στο φράχτη, σήμαναν ευωδιά και το κίτρινο φρύδι, αρμένισε μεσοπέλαγα.

– Σε παρακαλώ, το πρωί να κρεμάσεις σ’ ένα άλλο σημείο τη φωτογραφία μου που βρίσκεται στον τοίχο, αντίκρυ στον καθρέφτη. Είναι κουραστικό, επίπονο να παρακολουθείς αδιάκοπα τις καιρικές μεταβολές.

– Ξέχασα να αγοράσω το φάρμακό σου. Θα πεταχτώ στο φαρμακείο.

– Όχι, είναι αργά και απορώ πώς λησμόνησες τη είπε ο ποιητής, για το πόσο υποφέρει ένας ευαίσθητος διανυκτερεύων φαρμακοποιός. Άλλωστε πρέπει να σηκωθείς πρωί, να βάλεις νερό και στην αυγή των φτερωτών ασμάτων.

Εκείνος ξανακοίταξε κάτω από το κρεβάτι. Η Blatta orientalis απομακρυνόταν, δεν προχώρησε κι απόψε στα σκοτεινά δώματα των ελαφρών υποδημάτων.

(Από το βιβλίο «Ο κατασκευασμένος χρόνος»)