Ανθολογούνται οι: Αθανασιάδου Φανή, Γεωργίου Γιώργος, Καλογήρου Βασίλης, Καραγιάννη Κατερίνα, Κοροβέση Δώρα, Μούτσιου Ελένη, Νικολόπουλος Γιώργος, Νινιός Αποστόλης, Σεριάτος Άγγελος, Άτη Σολέρτη


Αθανασιάδου Φανή, Αλληγορία

΄΄ Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα ʽʼ

αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία

οι μώλωπες εξαπλώνονται

εξ αιτίας του σκώληκα

ενός σπάνιου μικροοργανισμού

διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,

διέταξε τη θανάτωση του

και μαζί με αυτήν

την εξαφάνιση

του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

Γεωργίου Γιώργος

Φτιάχνοντας με τη σμίλη τον θεό του
Στης ακροθαλασσιάς τον γαλανό αγέρα
Στηρίζοντας ελπίδες όνειρα και στόχους
Στο ακούνητο δημιούργημά του
Πέρασαν έτσι χιλιετίες
Ώσπου ένας περαστικός είδε και είπε ειρωνικά
Γιατί δε δοκιμάζεις να σμιλεύσεις τη θάλασσα;

Καλογήρου Βασίλης, Όλες οι νύχτες

Όλες οι νύχτες έρχονται

σαν τρελές καμαριέρες

ανοίγουν τα συρτάρια μου

και ψάχνουν

τα ρούχα μου

τις κάλτσες μου

τις σημειώσεις μου

κι αν βρουν μια κηλίδα

λίγο πιο σκούρα

απʼ τις άλλες

φωνάζουν

και με ξυπνάνε

με βάζουνε να πλύνω

μέσα στο σκοτάδι

τη ζωή μου

κι όταν σηκώνομαι

το άλλο πρωί

τα δάχτυλα μου

έχουν σχήμα αλλόκοτο

κι η γλώσσα μου

έρχεται σαν ξένη

κατά το μεσημέρι

Καραγιάννη Κατερίνα, Εφεδρικός φωτισμός

Όλα μιλημένα
και τα λουλούδια στο νερό
με διαταγή, να διατηρηθούν.

Προσχεδιασμένη η ελπίδα
σε διάταξη παρέλασης
κι ο φωτισμός εφεδρικός.

Μην αναρωτηθείς που είναι τα χέρια
δουλεύουν κάτω απ΄το τραπέζι.

Κανείς δε θα γράψει ιστορία
την έχουν ήδη στην κατάψυξη.
Σε μας ταιριάζει η αναμονή
και οι στιγμές μας άνοστες.

Θα μάθω, όπως θα μάθεις και εσύ
κι όσο θα μαθαίνουμε
άλλο τόσο θα βρίζουμε,
χαμηλόφωνα
και θα ξεχνάμε,
κυρίως αυτό.

Οι αναμνήσεις θα λιγοστεύουν
κάτω απ΄ τις ίδιες μέρες
και τα άγνωστα λόγια θα κρατιούνται
μακριά, αχρείαστα.
Στα μανταλάκια πιασμένη
θα στεγνώνει κάθε φορά
η νωπή αλήθεια
και έτσι ξερή θα σπάει,
τρίματα της θα πετιούνται
ωσάν κομφετί
στο καρναβάλι της χαράς
κι έτσι μες στα απόλυτα χαμόγελα
έτσι σχεδόν αβασάνιστα
θα παραδοθούμε,
νηφάλιοι

Κοροβέση Δώρα, Θάλασσα

Αν στον καθρέφτη κοιτάς
αμήχανα
Στην πάλλευκη μαχαιρωμένη θάλασσα
Θα ψάχνεις αιώνια
Τα λευκά περιστέρια
Να σε γεμίζουν ομορφιά και αίμα για να στολίζεσαι και να
προσκυνάς

Αν στην παλάμη σου ψάχνεις
Ένα σημάδι ουρανού
Που κατάφερες να κλέψεις
Διαβάζοντας και γράφοντας για μια ολόκληρη ζωή
Θα κοιτάς αιώνια
Το σπασμένο κατάρτι
Που απόμεινε στον καθρέφτη του ουρανού
Μέχρι να το ξεβράσουν τα κύματα.

Ελένη Μούτσιου, Περιήγηση

Κοντά στη βαθιά μιλιά της γης
άγγιξες κάτι απ΄το μόχθο της.
Ενα τραγούδι που ξεσηκώνει
του μεσημεριού τα χρώματα
εναν καρπό επικοινωνίας
που φυγαδεύει μοναξιές.
Πιο πέρα απ’ του ιδρώτα
την άγρια λάμψη κι απ’ των καιρών
τ’ άδεια μηνύματα.
Πιο πέρα απ’ τoν ύπνο των πέτρινων σκαλιών
που αχνίζει ο ορίζοντας.
Είναι βαθιά η φωνή του ανέμου
στο ταξίδι της προσμονής
στο βήμα του χρόνου
που έρχεται που φεύγει
μέσα απ’ τη κοίτη της ελπίδας
και μέσα απ’ το βαμμένο όνειρο
που απλώνεται
που μένει.

Νικολόπουλος Γιώργος, Ο βασιλιάς Κλο

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ φοράει τον πορφυρό του το μανδύα, το χρυσοκέντητο με τα χίλια πλουμίδια
τη χρυσαφένια του κορώνα στο κεφάλι, κρατάει το σκήπτρο του στο χέρι

Ο βασιλιάς Κλο μʼ ένα τριμμένο, ξεθωριασμένο πανωφόρι κιʼ ένα βρώμικο σκούφο στα γκρίζα του μαλλιά

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
μέσα στα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δυο δάκρυα λάμπουν σα διαμάντια

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ τριγυρισμένος από δεκάδες αυλικούς του: οι ευγενείς παραταγμένοι, κορδωμένοι και οι κυρίες των τιμών στις προσταγές του

Ο βασιλιάς Κλο μονάχος, στα χωράφια, οργώνει και τραγουδάει για τη γη του

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν έχουν πια κανένα να κοιτάξουν

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ λάμπει μεσʼ στη χρυσή του πανοπλία
στέλνει στη μάχη τους σιδερόφραχτους ιππότες, καβάλλα στʼ άλογα που χλιμιντρίζουν αγριεμένα, κιʼ οι λεγεώνες από πίσω ακολουθάνε
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: η ιστορία γράφεται με αίμα

Ο βασιλιάς Κλο κρατάει στο χέρι το ξύλινο στυλιάρι
μόνος του μάχεται να εμποδίσει τα κοράκια να καταστρέψουν τη σοδειά του
Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: για να θερίσεις δεν αρκεί να σπείρεις

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, δεν κλείνουν πριν ο ήλιος βασιλέψει

Ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Βʼ κοιμάται μεσʼ στο κρύο μαυσωλείο: γύρω του είναι θαμμένα όλα τα πλούτη που αξίζουν στην αυτοκρατορική γενιά του
χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια, για να μπορεί να κοιμηθεί γαληνεμένος

Ο βασιλιάς Κλο γερμένος είναι δίπλα σε μια λεύκα, σʼ ένα λάκκο ρηχό παραχωμένος

Βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες
τα μάτια σου, βασιλιά Κλο, έχουν για πάντα βασιλέψει

Η ιστορία, βασιλιά Κλο, δεν πρόκειται να γράψει τʼ όνομά σου
Κανένας, βασιλιά Κλο, κανένας δε θα μάθει τʼ όνομά σου
γιατί, βασιλιά Κλο, η φήμη απαιτεί θυσίες…

Όμως τα στάχια, βασιλιά Κλο, τʼ όνομά σου τραγουδούν όταν θροϊζουν
η γη που όργωνες, βασιλιά Κλο, ποτέ δε θα ξεχάσει το άγγιγμά σου
μέσα στης λεύκας σου, βασιλιά Κλο, τον κορμό το αίμα σου κυλάει

γιατί, βασιλιά Κλο, η μνήμη απαιτεί θυσίες…

Νινιός Αποστόλης, Αρουραίος

Στο ποτάμι όλα είναι αλλαγμένα.
Τα τελευταία δάχτυλα των φύλλων ακουμπάνε στο νερό.
Όλα συμπλέκονται και βυθίζονται στο υγρό τραπέζι.
Ο άνεμος διασχίζει το κατάξερο καφετί του κάμπου,
σαν βολίδα. Οι νεράιδες έχουν αναχωρήσει.
Γλυκός ο Πάμισος ρέει ήρεμα.
Εγώ συνεχίζω το τραγούδι μου ως το τέλος.

Το ποτάμι μου δεν έχει άδεια μπουκάλια, ψόφια ζώα,
ξερά κλαδιά, κουτιά από χαρτόνι.
Τελειώνει το τσιγάρο.
Είναι η άλλη μαρτυρία για τις καλοκαιρινές νύχτες.
Οι νεράιδες έχουν αναχωρήσει. Δεν έχουν αφήσει διεύθυνση.
Ο γλυκός Πάμισος ρέει απαλά, μέχρι να τελειώσω εγώ το τραγούδι μου.
Ρέει απαλά, για να μη μιλάω δυνατά.
Πίσω μου στα ξερά χόρτα, μια παράξενη έκρηξη ακούω.
Η κουδουνίστρα των ψυχών από το χωνευτήρι των συναισθημάτων και το συγκρατημένο γέλιο έχουν απλωθεί από αυτί σε αυτί.

Ένας αρουραίος έχει παρεισφρήσει στην ηρεμία της νύχτας.
Γλοιώδες σύρσιμο της κοιλιάς μέχρι την υγρή τράπεζα του ποταμού.
Εγώ ήμουν το θήραμα στο θαμπό κανάλι της ζωής.
Ονειροπόλος για το ναυάγιο του βασιλιά και για το θάνατο
αγαπημένων προσώπων, πριν απʼ αυτόν.
Κιʼ εσύ φοράς γυμνή τη λευκή χλαμύδα του έρωτα
στη μεγάλη υγρασία του χειμώνα.
Διανομή ρόλων και οστά στοιβαγμένα σε μια μικρή σοφίτα.
Κροτάλιζες τα πόδια δυνατά για να φοβηθεί ο αρουραίος.
Όμως, πίσω μου συνεχίζω να ακούω από καιρού εις καιρό
παράξενους ήχους.
Ίσως, αυτοί οι ήχοι εμποδίζουν τον ερχομό της άνοιξης.
Το φεγγάρι συνεχίζει να λάμπει και για μας
τις χειμωνιάτικες νύχτες.
Οι Νεράιδες απτόητες παίζουν παιχνίδια ερωτικά στα κρύα νερά

Σεριάτος Άγγελος, Παράστασις εσωτερική

Χειμαρωδώς, πλην συνεπείς εις στη προσφιλή τους συνήθεια,
ξετυλίγονται οι εσωτρικές μου αντιφάσεις
σε κάθε πράξη της του βιος μου παραστάσεως,
εκμεταλλευόμενες την ανικανότητα μου
να μετριάσω την ισχύ τους.
Λυσσαλέα μαχόμενες δια τον έλεγχο των αισθήσεων μου.
Των μόνων-πέντε εις τον αριθμό-δουλικώς επιστρατευμένων
θεατρίνων της ψυχής μου.
Ψυχή-σκηνοθέτης, υποπέπτουσα εις πειρασμούς και δοκιμασίες
δαιμονισμένων και εκ διαμέτρου αντιθετικών εσωτερικών δυνάμεων.

Άτη Σολέρτη, Ελεανόρ

Στη Ρυέλ των Κοκκιγιάρ, μαχαίρωσα μια πόρνη.
Ελεανόρ!
Έλεος!
Ποιος δίχασε τον ποιητή απ’ το μονάκριβό του γιο;
Ελεανόρ!
Άσπρο το ρόδο. Μαύρες τελείες συναντώ. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Το αίμα σου δε βλέπω.
Κόκκινο παραγγέλνω. Κρασί των Στεναγμών.
Ελεανόρ!
Μες στο μανίκι μου, κρυφή μορφή. Δεκαεφτά χρονών.
Καρδιά μου, Ντάμα κούπα! Δίχασες πνεύμα κι αίμα!
Στίχο να σε χωρέσει δε θα βρω.
Ελεανόρ!
Μες στα σομόν σατέν σου αναπνέω.
Τα τυρκουάζ στολίδια σου κοιτώ.
Λευκές δαντέλες με μαύρα κρέπια προσκυνώ. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Στης μοίρας τον αργό χορό,
άγρυπνος, διψασμένος, τάματα φορτωμένος,
σέρνομαι…
Διχασμένος.
Στον τόπο σου ξαναγυρνώ. Μες στο ζεστό κορμί σου.
Γλυκά αγγίζω το φιλί σου.
Ελεανόρ!
Δίχασες πνεύμα κι αίμα!
Αργά ξεδένω τις κλωστές που δένουν ντύματα στη γύμνια.
Λευκές κορδέλες λύνονται σαν τα κατάμαυρα μαλλιά σου αφήνονται. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Το στήθος σου γυμνό, του ανέμου ψιθυρίζει… Τον δίχασες κι αυτόν!
Το αίμα σου δε βλέπω.
Κόκκινο παραγγέλνω. Κόκκινο! Θα σε πιω.
Το άρωμά σου γεύομαι. Μεθάω. Σ’ ονειρεύομαι.
Στα τυρκουάζ στολίδια σου κεντώ… βυθούς που μείνανʼ διψασμένοι,
αιώνες ξεχασμένοι.
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Ο δολοφόνος είναι εδώ.
Άσπρο το δέρμα σου. Μαύρα τα νύχια του. Ζάρι!
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Μεταξωτά υφάσματα, λεπτά, αέρινα… με τ’ άρωμά σου με υπνωτίζουνε…
Ελεανόρ!
Γλυκιά μου πόρνη!
Γλυκά με σφίγγουνε…
Ελεανόρ!
Σε βρήκα!
Συγχώρεσε με που άργησα. Μαζί σου θα ‘μαι πάντα ζωντανός.
Και διχασμένος!
Συγγενής.
Ποιητής.
Ελεανόρ!
Πίνω στο φόνο σου!
Ορφανή μου! Μικρή μου πόρνη! Χαριτωμένη Ελεανόρ!
Πίνω σε σένα…
και σου ξεσκίζω με μανία κάθε σου φλέβα, αρτηρία…
Άσπρο το σχήμα της καρδιάς. Μαύρο το αίμα της. Ζάρι!
Νίβομαι…
και συνεχίζω να ξεσκίζω τη θεϊκή σάπια κοιλιά…
Θα σ’ απαλλάξω κι από μήτρα. Τώρα! Πριν είναι αργά!
Μην κλαις μικρούλα! Μη φοβάσαι!
Ο δολοφόνος είναι εδώ.
Ρίχνει το ζάρι από μέσα…
Ο δολοφόνος μένει μέσα.
Γλυκιά μου Ελεανόρ!
Στο είπα!
Δέθηκα με την Ντάμα κούπα.
Άνεμος γίνομαι. Ρήγας σπαθί.
Εκδικητής.
Ελεανόρ!
Προσκυνητής.
Στο είπα!
Θέλω να μείνω ποιητής. Δε θέλω άλλους συγγενείς