«ΕΝΔΥΜΑ»

Σκέπασε τη λάμπα με τα πρωινά σου ενδύματα. Επιδίωξε το σκοτάδι και έτσι κανείς δεν θα γνωρίζει σαν σε βρούν πνιγμένο από τις τύψεις, πως απόψε αποπειράθηκες να συγχωρέσεις τον εαυτό σου.

«ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΗΛΙΝΑ»

Αλλόκοτα σχήματα , ανορθόδοξα αποκτά η νύχτα από τούτη τη γωνιά που τη θωρρώ , κρυμμένος καλά από τις φλογισμένες σκέψεις. Ξοδεύεται ο καιρός, γίνεται άνεμος και χύνεται στο καλούπι που με στυλώνει. Αγχόνη ο καπνός τυλίγεται στα άδεια μάτια , θολώνει το λογισμό και χάνεται μαζί με έναν ανασασμό απελπισμένο. Διερχόμενα οχήματα οι μνήμες και εκείνα που θα έρθουν έχουν κιόλας παλιώσει. Κοιμάσαι χρόνια στην κάμαρη και δεν χωρούν οι ποιητές με τα φτιασιδωμένα τοπία να τρυπώσουν στων ματιών το διάκενο.Μια σημασία έκλεψα από τη μέρα που θα γεννηθεί στου σκοταδιού τον κόρφο και η κραυγή μου , ελπίδα που ακόμα ζει ανάμεσα στις θανατωμένες αδελφές της.
Χαράζει στον κόσμο και μόνο με τα αγάλματα μπορείς να μοιραστείς τη σιωπή. Πήλινο , όλο ρωγμές το προσωπείο που μου απέμεινε απόψε. Εκείνο που φορεί η ψυχή δεν είναι σάρκα, όνειρο καρφιτσωμένο είναι στα μάτια , σαν μια στάλα που πάγωσε και το τζαμωτό δάγκωσε για να σταθεί πριν γίνει ψηφίδα διάφανη στο ραγισμένο ουρανό σου. Σαν χώμα που μύρισε από βροχή περαστική , έτσι και οι καιροί απόψε που δεν τολμώ να κοιμηθώ , θύμησες από σφοδρές επιδημίες κουβαλούν , πληγές από επιδρομές ενοχών και τα επίκαιρα μοτάρια πονούν πιότερο.
Άδειο το ποτήρι, σφαλιστά τα βιβλία και η λάμπα μου, φανοστάτης ψυχής, φως μακρυσμένο δρόμων αδιέξοδων, μεγάλων.

«ΦΟΡΕΜΑ ΟΛΟΣΚΟΤΕΙΝΟ»

Καπνίζεις εγκατάλειψη και αγάπη άφλιτρη. Στα χείλη σου αποδομένος ο καπνός και είναι οι ψηφίδες του , μνήμες πικρές που κολλούν στα χείλη. Θυμάμαι μονάχα που μου πες κάποιο βράδυ ανύπνωτο πως αγαπάς πολύ τη σιωπή της αυγής. Τούτη την ώρα μου λεγες, σαν φυλακίσεις τον ανασασμό , θα ακούσεις ίσως τον ήλιο να σκαρφαλώνει στα υγρά κλωνιά , στις ολομόναχες, φιλέρημες στέγες , αφήνοντας ολόλευκες χαρακιές , ψυχανθίσματα εφήμερα. Μου έλεγες για νύχτες ματαιωμένες, βραδυπορούσες με ένα δειλό φιλί και ένα σωρό από τρέμουσες κατάκοπες καρφιτσωμένες στο ολοσκότεινο φόρεμά της.
Ενοχές , τύψεις , ηδονές τραχιές, σαν δυσβάσταχτοι καημοί. Τούτα , μου λεγες πως προσδίδουν στο απόβραδο αίγλη και έξαψη ανυπόφορη. Τούτα , μου λεγες , πως δειλό σε κάμουν τα φλογισμένα απομεσήμερα στις άδειες πόλεις. Και ένας χειμώνας βροχερός σκέπαζε τα λιόδεντρα μάτια.

«ΣΙΓΗ»

Αν ησυχάσεις , θα ακούσεις το δρόμο να μιλά , να ανασαίνει βαριά, σαν τον ετοιμοθάνατο , αφήνοντας ρόχθους βασιλικούς. Αν ησυχάσεις , ίσως και να ακούσεις να σταλάζουν τα ξέθωρα, κρυστάλλινα δάκρυα στα μάτια των παιδιών, εκείνα που μπολιάζουν με τρόπο παράξενο την ολοζώντανη κεροδοσιά της προκυμαίας.
Αν ησυχάσεις, θα ακούσεις τις πολεμικές ετοιμασίες στις ταραγμένες πόλεις που απλώνονται στην πρύμνη του εξάντα. Θα ακούσεις της αγάπης το μούρμουρο , καθώς ξυπνά σε κάμαρες ολοσκότεινες με φεγγίτες δίχως θέα και μιαν ανεπαίσθητη οσμή γκαζιού, πνιγηρή.
Αν ησυχάσεις θα ακούσεις τα αδέσποτα στις ανήσυχες πλατείες να ξεψυχούν με μάτια ορθάνοιχτά που έχουν τη σοφία της εγκατάλειψης στα τρύπια μάτια. Θα ακούσεις τις βαθιές ρωγμές που ανοίγονται σαν χάραμα στα λιακωτά τείχη των ακίνητων ημερών.
Αν ησυχάσεις , θα ακούσεις τη βουβή οδύνη της μνήμης να θερριέυει στο πέρασμα του καιρού. Θα ακούσεις τη σπαραχτική κραυγή της ελπίδας , διακριτή μες στον αστικό πάταγο.
Αν ησυχάσεις θα ακούσεις τη βαθιά, ερωτική σιωπή της ψυχής. Θα με ακούσεις να σε ζητώ.
Αν ησυχάσεις, μονάχα αν ησυχάσεις.


«ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ ΦΩΝΗΣ»

Η μελανή γραμμή των οριζόντων και μια κραυγή βουβή χαράζει τα στεγανά του λογισμού σου. Στο βάθος , εκεί που ο ουρανός χύνεται ασημένιος σε αλμύρα ωκεάνεια κατοικεί το ματαιωμένο όνειρο σου και ένα παιδί που θυμάσαι να κλαίει γοερά κάθε που άνθιζαν οι νύχτες.

«ΤΡΟΜΟΣ»

Φουσκώνει η φλέβα της νυχτιάς , όλο αίμα και επιθυμίες ηδυπαθείς, αμίλητες. Θερριεύουν τα δίποδα , ανθρωπόμορφα τέρατα στα πάρκα , στους δημόσιους κήπους και ασελγούν βουβά, αγχωτικά στο κουφάρι της νιότης με το ασημένιο κορμί και τις τρομαγμένες ευχές. Δες καλά τα πήλινα προσωπεία της μέρας και θα μαρτυρήσεις τα χνάρια που αφήνουν οι ερεβικές ρωγμές του μεσονυχτίου.
Φτιασιδωμένη αθωότητα βασίλεψε τις μέρες μας και εσύ μιλάς για μπάρκα ηδονικά και ανέξοδους έρωτες, δειλινά κοσμικά.

«ΠΑΛΙΑ ΑΥΓΗ»

Και ήταν τότε , στο μισερωμένο τοπίο που καθήσαμε αντίκρυ και η άσφαλτος στο προσκέφαλο πύρρωνε και άχνιζε , σαν ανυπόφορο καταμεσήμερο. Πέθαινε η μέρα ακίνητη στις αυλές , στους δημόσιους δρόμους και μια σκιά μας βάραινε , σαν την αβέβαιη ελπίδα του καιρού.Γιομάτος ο τόπος χρυσούς, σαπισμένους καρπούς και εσύ κεντούσες το θάνατο στα ολόλευκα κνημιά.
Στέκομαι στο περβάζι της ψυχής με τα σαρακιασμένα θυρόφυλλα και εμπρός μου φώτα ζωγραφιστά , αλμύρα πρωινού κυμματισμού. Η μνήμη των άδειων ημερών φεγγρίσματα χαράζει , κάτωχρα, ερεβικά. Φωνές ετοιμόρροποες στο κατώφλι της νύχτας και ο ουρανός σταλάζει άστρα, ευχές χαρισμένες, σκέψεις ματαιωμένες.

«ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ»

Ξημέρωνε στις ανήσυχες πλατείες της πόλης. Η νύχτα κουρασμένη από τα ανυπόφορα συμπλέγματα και τις απάνθρωπες ηδονές , κρυβόταν τρομαγμένη από το ολόλευκο φέγγρισμα στα ερρειπωμένα αρχοντικά και στα ανήλια, κοσμοβριθή ημιυπόγεια της οδού Ιουλιανού. Πέθαιναν οι στιγμές, ακινητούσε η μέρα και ένας σωρός από σχισμένα χαρτιά, πλαστικά περιτυλίγματα και λυπημένους ανθρώπους σκορπούσε νευρικά , αποδομένος στον αναπάντεχο, πρωινό στρόβιλο.
Δεν είπα τίποτα στο παιδί που έστεκε κάτω από το σβησμένο φανοστάτη και περίμενε τα μεγάλα, φωτεινά χρόνια. Δεν τολμώ πια να κοιτάζω τα καλβινικά, ακήρατα μάτια των παιδιών.

«ΦΩΝΗ»

Σταλάζει στα βλέφαρα καρμίνι βασιλικό και είναι τούτο το καταπόρφυρο φέγγρισμα, ήλιος πνιγμένος σε πέλαγο μακρυσμένο.
Αιώνες οδοιπορείς στα αρχαία μνημεία του σάρκινου ναού και είναι γνώριμη η παρόμοια, σύθρηνη φωνή που αντηχεί στη μοναξιά του πηγαδιού. Η σπαραχτική κραυγή εντός σου, κραυγή ανθρώπινη, εκκωφαντική.
Mικρός , δειλός Χριστός κρύβεται στα ανήλια βάραθρα του γερασμένου διάκαμου και θρέφεται , χρόνια τώρα με το μισερωμένο όνειρο. Το όνειρο του άλλου.

«ΠΟΛΥΤΕΧΝΗΜΑΤΑ»

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!».
Οι φίλοι μου πεθαίνουν στα μαρμαρένια αλώνια και εσύ αφήνεις λουλούδια πλαστικά σε αντικνήμια αγαλματένια.
«Εδώ Πολυτεχνείο , εδώ Πολυτεχνείο!».
Το κουρνιαχτό με έπνιξε , βαλσάμωσε όνειρα πυρρά και παθιασμένες ονειρώξεις.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!».
Το παλιό νεοκλασσικό με τη σκουριά και τα βαριά πορτόφυλλα , τρέφεται από νέον και μισοσβησμένες γόπες, χνάρια από χείλη αφίλητα.
«Εδώ Πολυτεχνείο , εδώ Πολυτεχνείο!».
Ο μέθυσος πιανίστας της νιότης σίγασε και εγώ ουρλιάζω κλαίγοντας φορώντας τα κρίμματα και την παλιά ψυχή σου, με όλα της τα τιμαλφή.
«Εδώ Πολυτεχνείο , εδώ Πολυτεχνείο!».
Στέκομαι πλάϊ στους έμψυχους συρμούς και οι μέρες μου πεθαίνουν τα απογεύματα.

«ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ»

Ο ποδηλάτης με τη ταρταρούχα στολή , περιδαιβαίνει τις λαϊκές, αστικές παρόδους με τα σαβανωμένα κτίρια , ψηφίδα ζωής μες στο λερό μωσαϊκό της ηδονικής πολιτείας.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή περνά εμπρός από τα σφαλιστά ταχυδρομεία και τα κίτρινα κουτιά βοούν σαν μελισσοκόφινο από ελπίδες αταξίδευτες και ευχές και λέξεις ληγμένες που έχουν πια χάσει το βαθύ και υψηλό τους νόημα.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή διασχίζει σαν ακάτι εφήμερης , βραδυνής σοροκάδας τα παλιά πεταλωτήρια, τους λερούς μαντρότοιχους των μηχανουργείων και μαρτυρά τα νεκρά παιδιά να κοινωνούν το θάνατο γύρω από την ασθενική, γαλάζια τρέμουσα του γκαζιού.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή αναθιβάζει, αναζητά, ιχνηλατεί μες στη διάφανη συστολή της νύχτας τα μαιρωμένα αποφλογίδια της διψασμένης νιότης , τις μορφές άγνωστων ηρώων.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή απόψε θα πεθάνει και το ολόλευκο ψυχάνθισμα που φορεί σωρός θα μείνει ανάμεσα σε λησμονημένα, δίποδα μνήματα.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή γη θα δώσει ξανά μες από τα ανέγγιχτα κνημιά , δέντρα λυγερόκορμα θα δώσει , κιρσούς αναδυόμενους που πνίγουν και σκεπάζουν άφταιγα τον απόϊσκιο των καλοδουλεμένων κτιρίων με το χειμερινό, πέτρινο πλοκαμό.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή μοιάζει με αγέρα νυχτερινό που συσσηλίζει σιωπηλά μες σε σύνορα πνιχτηκά. Φορεί μάτια βελουδωτά, παγερά και η ζωή που θέρριευε χρόνια παλιά, τώρα σταλάζει με θηλύτητα και μεγαλοπρέπει άφραστη μαζί.
Ο ποδηλάτης με την ταρταρούχα στολή ανασταίνει τη μαραμένη όψη των ιδαλγών εραστών και σιωπά δακρυσμένος εμπρός στις προτομές και τα ένοχα βλέμματα των περιπατητών. Ασέλγεια μανιασμένη , ερωτική , ξεδιάντροπη ματιά μοιράζει στην άνηβη, θηλυκή ψυχή αρραβώνα ανεξήγητου. Ανατέλει το άστρο τηςΑφροδίτης κάτωχρο, πανσέληνο και η πόλη έναν ανασασμό αφήνει να ξεμυτίσει στο στόμα , στο νου.
Ο ποδηλάτης με την ταρτατούχα στολή κείτεται νεκρός τα άδεια πρωινά, μες στα σχολεία και τα κοσμοβριθή ταχυδρομεία. Ο ποδηλάτης με την ταρτατούχα στολή, παραλλήλους χαράζει μες στις ματιές και τις φιλέρημες , λουκουδιασμένες αυλές της βραχόχτιστης πολιτείας. Κάποιο μοίρα φθονερή αντιμάχεται και οι κυανές πέτρες στο προσωπείο σφαλιστές, αποφλογίδια ζωής σπασμωδικης.

«ΠΕΤΡΩΜΕΝΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ»

Κουβαλώ στις τσέπες μιας τσόχινης λιβρέας , ματωμένης, δυο κουρασμένα χέρια σφιγμένα γερά σαν την ψυχή κάθε που μαρτυρά τη σκοτωμένη ελπίδα , σωριασμένη σε αδιέξοδους δρόμους , κάμαρες σκοτεινές , σε μάτια παιδιάκικα τρομαγμένα.
Κουβαλώ στις τσέπες μιας τσόχινης λιβρέας , ματωμένης όνειρα σαπισμένα , απόκληρες ευχές και ένα σιγαλινό σκοπό που μου δίδαξε κάποιος Ιουδαίος ζητιάνος με πρόσωπο τανυσμένο και χείλη σφαλιστά , κάτωχρος, σωστό χειμωνιάτικο φεγγάρι, άρρωστο.
Κουβαλώ μες στις τσέπες μιας τσόχινης λιβρέας, ματωμένης , μνήμες καθάριες και είναι καθρέφτες σπασμένοι εκείνα τα εμπρόσθια, αλησμόνητα φανάρια της νιότης κάθε που μου μιλάς για τούτα που θα γεννηθούν στις μελλούμενες, ανύπνωτες αυγές, τις παγωμένες.
Κουβαλώ στις τσέπες μιας τσόχινης λιβρέας , ματωμένης ένα κομμάτι από το ραγισμένο θεό. Ψαλιδίζω παλιούς ουρανούς, φωτοχαρείς και ντύνω το πετρωμένο χαμόγελο σου να μην φοβάσαι , να μην διστάσεις εμπρός στο ερεβικό σκοτάδι των τρεχούμενων καιρών και πάψεις να προσμένεις τα μεγάλα, φωτεινά χρόνια.


«ΒΛΕΜΜΑ»

Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Στάθηκες στην άκρια του ησυχασμένου δρόμου και από τα μάτια σου έσταξαν σβησμένα αστέρια στην άγονη γη. Ξωπίσω χρόνια φωτεινά , ολόδροσα, σαν χάδι σε μέτωπο ιδρωμένο άφησαν σύθαμπες χαρακιές σε ουρανό κομματιασμένο και στο σφιγμένο πρόσωπο που κάποτε ανέβλυζε ευωδιά ονείρου κυβερνούν τώρα αλλόκοτα, τραχιά μισείδια.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Δεν θωρρείς την ελπίδα που ουρλιάζει τρομαγμένη εμπρός σου, πότε ντυμμένη με φραμπαλάδες πολύχρωμους και άλλοτε νοτισμένη από τα ανύσταχτα χαμόγελα έφηβων εραστών.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Το λυπημένο ουρανό σου σκεπάζουν σύννεφα κουρελιασμένα και είναι νεκρά από καιρό τα απογεύματα, έτσι όπως χαμηλώνουν ευλαβικά στους λόφους των μεταλλικών πυλώνων, σύθρηνα μες σε κίτρινες, εφήμερες βροχές, θρήνους κρουσταλλωτούς.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Κλείδωσες τα βαριά πορτόφυλλα και πια στις ασβεστωμένες αυλές των αναφιώτικων σπιτιών δεν φλοισβιρίζουν σαν ρόχθος ποταμίσιος τα άνηβα παιδιά με τα φλογισμένα συνθήματα στις καρδιές , μήτε διαβαίνουν το φιλέρημο δρόμο κορίτσια με χείλη άλικα , καμωμένα από του φάρου το αρχέγονο υλικό.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Ανακλαδίζεται η θλίψη, θερριεύει ο καημός στα ανήλια υπόγεια της ψυχής και είναι ανείπωτα τα ασήκωτα , άφταιγα κρίμματά σου.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πέτρωσε. Υπόγεια , σκοτεινή διάβαση το χάραμα της μέρας και η απόγνωση να τη διαπερνά , χαρίζοντας στα αδιάφορα πρωινά χροιά σπαραχτική.
Άνθρωπε το βλέμμα σου πια έσβησε , σαν τους κουρασμένους φανοστάτες των λεωφόρων κάθε που κρύβεται η νύχτα αποκαμωμένη από τα αλλόκοτα συμπλέγματα και τις πελώριες ηδονές.
Άνθρωπε το βλέμμα σου στέρεψε , σαν τη μέρα που ξοδεύτηκε και κρύφτηκε τρομαγμένη στις ιδρωμένες φυλλωσιές και τα δασωμένα φρύδια των μακρυσμένων κορυφογραμμών.

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ»

Στο ασπράδι των ματιών , κλωνιά πορφυρά ανθίζουν , αιχμηρά και πονούν με αίσθηση οδυνηρή το τρομαγμένο βλέμμα. Στα χέρια, ξέθωρο το μοτάρι της δουλείας , κάματο αναβλύζει. Δίχως άγγιγμα τρυφερό γερνούν τα ακροδάχτυλα , σκληραίνει η ψύχα της ζωής. Και είναι γραμμένη η μοίρα των χεριών να ανιχνεύουν το θάμα των πραγμάτων , να στυλώνουν δημιουργήματα περίφημα , να χαράζουν σύμβολα και νοήματα βαθιά.
Καπνίζεις ότι απέμεινε από τη μνήμη κάποιας υπερπόνιτας πατρίδας και σέρνεσαι, αηδόνι κυνηγημένο ανάμεσα σε φρενιασμένα τροχοφόρα. Απόψε θα σου χαρίσω μια πόλη να έχεις να φωλιάζεις ήμερο το όνειρο. Απόψε θα σου χαρίσω μια δειλή αφή , να έχεις να μοιράζεσαι τις δυσβάσταχτες, μακριές νύχτες. Απόψε θα μοιραστώ την ασήκωτη θλίψη σου. Απόψε θα ξορκίσω τον απάνθρωπο εαυτό που χρόνια φορώ.