Όποιος παρακολουθεί την εξέλιξη του ποιητικού έργου του Άγγ. Καλογερόπουλου από τις πρώτες του φανερώσεις το 1986 με την υποβλητική Ερωδία μέχρι τα υπονοητικά και ελλειπτικά Αργά Μαθήματα (2002) βλέπει μέσα τους να αρθρώνεται ένα ποιητικό όραμα που διαρκώς απλοποιείται και φωτίζεται από την μαγεία ενός πολυδιάστατου ρεαλισμού. Τα ποιήματα του Καλογερόπουλου αποτυπώνουν μια διάφανη επιφάνεια με οικεία και γοητευτικά σχήματα γεμάτα ωστόσο από μια προοπτική βάθους μέσα στο οποίο κρυβονται καλειδοσκοπικά αλλεπάλληλα σχήματα και παραστάσεις.
Ο Καλογερόπουλος γράφει ποίηση απερίτεχνη σε μια εποχή κατά την οποία ακμάζουν και επιβάλλονται λογής φορμαλιστικοί πειραματισμοί που προσπαθούν εναγωνίως να δώσουν νόημα στις εξαντλημένες επίνοιες μιας ποιητικής η οποία απευθύνεται σε υπερειδικευμένους αναγνώστες. Ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του είναι η απουσία αυτο-αναφορικότητας και αυτοθαυμασμού, μια τάση που μετατρέπει την σημερινή ποίηση σε αυτιστική λογοδιάρροια. Επιπλέον, ενώ η ποίησή του είναι τόσο προσωπική, δεν είναι καθόλου ιδιωτική: είναι αντίθετα μια ποίηση δημόσιας παρουσίας όπου κοινοποιείται και συζητείται ένα επεισόδιο ή μια σκέψη για κάτι που αφορά όλους και υπάρχει μέσα σε όλους.

Η ποίησή του επίσης δεν καταναλώνεται σε κριτική και επικριτικές επιθέσεις. Είναι αντίθετα μια ποίηση απόλυτης και σχεδόν ακίνητης ισορροπίας. Και όμως, είναι μια ποίηση παλλόμενη με μια δύναμη πειθαρχημένη και έλλογη, μια δύναμη που αφήνει τις σκιές των παθών και τις ερινύες του πάθους να μαίνονται κάπου στο βάθος της γλώσσας χωρίς να κατακλύζουν τον λόγο του με την αγριότητα και την έλλειψη οικονομίας: «Υπέστη σοβαρά εγκαύματα /σε τρυφερή ηλικία./Απέπτη πρόωρος ο άγγελός του /αφήνοντας να αιωρούνται / αποκαΐδια/μυστικά /του μεγάλου του παντός οικονόμου»(σ. 7)
Πίσω από την ισορροπία ενός Δάντη που προχωράει με τη ιδανική του αγάπη στον παράδεισο, ωρυονται οι αναμνήσεις εκείνης της απεγνωσμένης οπισθοδρομίας μέσα από την κόλαση των εμπειριών: «Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια και τρέμουν /Η τηλεόραση με πάταγο/ θρυμματισμένο μετείκασμα/ σε μάτια πανικού»(σ. 11). Αυτή είναι η καθημερινή πραγματικότητα του ποιητή: γεμάτη από μικρές και θεαματικές αποκαλύψεις ενός «ιερού πανικού» μέσα στην ίδια του την πραγματικότητα, όχι απλώς τον κόσμο των ιδεών και των βιβλίων, ή στον χώρο του ιδεατού εαυτού μας, αλλά εδώ όπου καθημερινά και αιφνιδίως «Εκτός τόπου και χρόνου /ξυπνάει /ο άνθρωπος, η καθόλου φύσις, το θεοείκελον χρήμα» (σ. 14).
Πίσω από αυτήν καθημερινότητα κρύβεται το χάρισμα της προφητείας, όπου και κορυφώνεται η αποκάλυψη: «Νάρθει βροχή. Να καρπίσουν τα δέντρα / να γεννούν, να γεννούν οι γυναίκες. /Οι άνθρωποι να λύονται εκ των δεσμών» (σ. 14). Η φιλανθρωπία των ποιητικής φωνής του Καλογερόπουλου επανατοποθετεί το εμπειρικό εγώ στην κεντρική του θέση μέσα σε μια πορεία μεταμόρφωσης. Ακόμα και αν είμαστε «εγώ», είμαστε ένας τόπος –μόνο μια ποίηση αγαπητικής προαιρέσεως προς την ολότητα της προσωπικής εμπειρίας μπορεί να δει την αδόκητη ωραιότητα των τόπων όπου μέσα τους ζούμε: «Μην αγγίζετε ό,τι ωραίον./ Ωραίο είναι εκεί /που το συνάντησε η ματιά σας./ Αυτή η ματιά /γίνεται πια/ ο ωραίος τόπος» (σ. 17). Ο αναγνώστης αυτών των στίχων δεν μπορεί να μην κατανοήσει ότι ο ποιητής τους έχει λάβει το χρίσμα μιας αποστολής και θέλει να αναπαρθενεύσει τα μάτια που κοιτούν και ερμηνεύουν την αυτονόητη πολυμορφία του κόσμου.
Ο ποιητής δεν ζει σε ένα άψυχο, άφιλο ή αποξενωμένο σύμπαν. Όλα μιλούν και γεννούν ζωή: «Ο άνθρωπος/ αφηρημένος /απορεί/ να δει/ το ποίημα/ να ζωντανεύει/ μιαν ημέρα»(σ. 19). Το ποίημα γίνεται ο οίκος των υπάρξεων, μέσα του δεν ξεχνιέται τίποτα: κάθε ποίημα είναι μια προσδοκία, που την νιώθει ο ποιητής για ένα πατέρα ή μια μάννα ή για μια ιδανική στιγμή του χρόνου και όπου όλα είναι πεπληρωμένα νοήματος: «Κάμποσες μέρες τα παιδιά/ φτιάχνανε χάρτινους πυραύλους/ που δεν πετάξανε ποτέ» (σ. 27).
Η ποίηση του Καλογερόπουλου φωτίζεται από μια ιερόμυθη νοσταλγία για μια πραγματικότητα που δεν χάθηκε ποτέ αλλά όσο η θνητότητα αυτοκατανοεί τα όριά της, αυτός τούτος ο καθημερινός εθισμός μετατρέπεται σε μια ανεπανάληπτη αποκάλυψη. Υπάρχει άλλωστε μεγαλύτερη αποκάλυψη από την νύχτα και τα αστέρια της; Ποίημα όπως «Το Φωτεινό Παράθυρο»(σ. 29-30) « Διεθνής Καριέρα» (σ. 31-32) και «Η πόρτα της κουζίνας» (σ. 33) είναι σπαρακτικά υπομνήματα των σταθμών αυτοκατανόησης της προσωπικής μας θνητότητας. Κάθε στιγμή η ποίηση απολεπίζει τα μάτια μας από την μαγγανεία του αυτονόητου: «Κάποτε ένα κύμα θα μας φέρει/ μιαν ιδέα που πέρασε / μια στιγμή που πήγε χαμένη. / Τότε θα συνοψίσουμε πάλι τον κόσμο» (σ. 35). Και αυτή η ιδέα δεν είναι μια ρομαντική φόρμουλα επιλύσεως των προβλημάτων μας μέσω της γλώσσας. Είναι η αφήγηση ενός πρωϊνού περίπατου στην πόλη, ή η προετοιμασία ενός πρωϊνού, είναι μια Άϊντα που την είπανε Ματίνα, το κλάμα μιας θείας ενός άγνωστου θύματος, τα οράματα του παραλογισμού, η τραγική απογύμνωση της πραγματικότητας από την τηλεόραση, το όνειρο ενός βυθού όπου κρύβεται το φως ή η επιμνημόσυνη ακολουθία πάνω σε ό,τι βγήκε λάθος στην ζωή μας.
Η ποίηση του Καλογερόπουλου μέσα από την ολιγολογία και την συμμετρία της μας αποτυπώνει σημεία ευστάθειας και ισορροπίας, μεταξύ των ακραίων στιγμών που συνιστούν τον κόσμο μας και των υποδόριων ανακαλύψεων του ποιητή. Είναι μια ποίηση αποκατάστασης του ορατού στην απόλυτη διαφάνειά του, μια ποίηση αποκορύφωσης της δραματικότητας της καθημερινής ζωής, μια έκθεση της λανθάνουσας δύναμης που φέρνει τον άνθρωπο σε επίγνωση του μυστηρίου της εγγύτητας.
Μέσα στην πληθώρα των φωνών που ακούγονται σήμερα η ποίησή του είναι μια όαση γαλήνιου ετασμού και συμπαθητικής ενόρασης εντός του κτιστού, διατυπωμένα σε μια γλώσσα απόλυτης λιτότητας και πολύσημης ευστοχίας. Η ποίησή του επιστρέφει την γλώσσα στον λόγο που τη γέννησε και την αποδίδει σαν έχασε ποτέ την λάμψη της, σαν να μην απέβαλε ποτέ την αρετή να δίνει τάξη, μέλος και έκφραση στην σχέση ανθρώπου και κόσμου, ή στους ψιθύρους της θνητότητας μπροστά στην ίδια της την αδυναμία: «Πετούσαν χαμηλά τα πουλιά / ακόμη στο μπαλκόνι απέναντι / αναβοσβήνουν τα φωτάκια /κάποιας παλιάς γιορτής. / Η μέρα ξημερώνει από σίγουρο θάνατο» (σ. 41).
Το «Φωτεινό Παράθυρο» ανοίγει το βλέμμα της ποίησης προς την μεικτή εκείνη πραγματικότητα όπου συμβιώνουν το υλικό και το πνευματικό, μέσα από την μεστή και αποκρυσταλλωμένη δύναμη μιας γλώσσας που δεν αγνοεί την ίδια της την αντοχή –αλλά αντίθετα ανοίγεται προς την προφάνεια του υπαρκτού χωρίς αντιστάσεις και χωρίς προαντιλήψεις, απηχώντας το εκπληκτικό λόγιον του Ιησού, όπως μας δίνεται από το Απόκρυφο του Θωμα: «γνώθι το όν έμπροσθεν της όψεώς σου, και το κεκαλυμμένον από σου αποκαλυφθήσεταί σοι· ου γαρ έστιν κρυπτόν ο ου φανερόν γενήσεται, και θεθαμμένον ο ουκ εγερθήσεται». Αυτό νομίζουμε ότι επιτελεί η ποίηση του Καλογερόπουλου: αποκαθιστά και ανασταίνει την πληρότητα και την ολοκληρία της ζωής, πράγμα που θα πρέπει να αποτελεί ίσως και την μόνη λειτουργία της ποίησης στις μέρες μας.
Πρόκειται λοιπόν για την ποιητική γλώσσα της χάριτος που φωτίζει τα πράγματα και την εμπειρία με την μεταμορφωτική οπτική της εντελέχειάς τους –και ο Καλογερόπουλος το επιτυγχάνει μέσα από αυτήν την γλώσσα και τον κόσμο της να μας δώσει την πιο ευτυχισμένη σύζευξη νοήματος και λέξης που διαβάσαμε τα τελευταία χρόνια, μια σύζευξη που κατορθώνει να ξαναδώσει στην ποίηση μια πολύσημη ωραιότητα που νομίζαμε πως είχε χάσει από το άγχος και την εκκεντρικότητα που κυριάρχησαν για τόσες πολλές δεκαετίες. Για τούτο και η ποίησή του φέρνει ένα λόγο απελευθέρωσης που δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητος.xmen origins movie download