.!.
.!.

μη χτυπάς μια πόρτα που ανοίγει
με την ανάσα σου μονάχα
βγάλε τα παπούτσια σου
και μπες ως το γόνατο στα μυστικά της λίμνης

έλα
πάμε να ξυπνήσουμε τ’ άλογα
σε λίγο θα φέξει ο κόσμος
να μη χαθούμε πάλι στην επόμενη στροφή

Η μανούλα

The Jerk hd

Life Is Hot in Cracktown

και πρόσεχε
είπε η μανούλα
να σηκώνεις το χέρι
να λες μάλιστα κυρία
να μη κοιτάζεις κρυφά κάτω απ΄ την έδρα
να είσαι το καλό παιδί της τάξης
και κυρίως να είσαι σοβαρός
ακούς;
σοβαρός
ποιος ξέρει
κάποια μέρα μπορεί να γίνεις ποιητής

Η ζωή χωρίς τη Ζωή

The Nephew download

Τι να ‘γινε κείνη η γειτονοπούλα
-Ζωή τη έλεγαν θυμάμαι-
που απ’ τα παπούτσια της τρέχαν φαντάροι
από τα δάχτυλά της χώματα
κι απ’ το βυζί της αστραπές;

Έπιασα κουμπαρά
μια-μια να φυλάω τις νύχτες
με τ’ αυτί στον τοίχο
μια μέρα είπε θα με πάρει στον οντά της
κι εγώ περίμενα το χτύπο
μια ολόκληρη ζωή

Είδα τη Λαμπρή μια χοντρή
χήρα συνταγματάρχη
έσκυψε ν’ ασπαστεί το χέρι του παπά
κι απ΄ τον κόρφο της έπεφταν δίκοχα

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ΄να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ΄ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη

σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος

σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι

σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά
σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής

γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά

Το άγριο ποίημα

Το άγριο ποίημα
με τα σπασμένα δόντια
δεν πέρασε ποτέ έξω απ’ την πόρτα σου
μόνο κάτι γράμματα αγαπητικά
με φιλημένα γραμματόσημα
κάτι πορδές αναξιώνυμες
και κάτι κορδελάκια

έτσι θυμήθηκες
να ρίξεις το νερό στις αγριάδες
να χαραχτεί το διψασμένο ποίημα
στις παλάμες του θεριού
και πίσω σου μια καταιγίδα

 Η Μουσική του Φοίνικα

σχόλιο πάνω στο ομώνυμο έργο του Γιάννη Χρήστου

πότε θα γεννηθώ
με την ψυχή μου έξω απ΄ το σύρμα
με του κισσού το βλέμμα ανάργυρο
με τ’ αποκαΐδια της τελευταίας των ημερών
στη χούφτα

εγώ
το προσκυνημένο γένος της ευταξίας
ψευδεπώνυμο μέλος της εξουσίας των δακρύων
με εικοσιτέσσερα αγκίστρια
των φωνηέντων τα ολισθήματα
παράκτιος αλιεύω
και λέξιππος ιχνηλατώ

εγώ
με τ’ αριστερό το χέρι το σπασμένο
κι ένα ποδάρι ξύλινο
μαχαίρι ακονισμένο σε στάχτη ζεστή
εφτά πληγές να εξομολογηθώ

με το σβηστό καντήλι των ματιών
ζωσμένος της ανάγκης τ’ άρματα
ποια είναι η γη που έστρωσε άνοιξη
και καρτεράει το σώμα μου
ποια είν’ η μάνα που στον κόρφο της
θ΄ αναστενάξω
και ποιας πατρίδας κλειδωνιά
να ξεκλειδώσω;

Το δαγκωμένο μήλο

Τρέχουν αμπέλια τα μάτια σου
μέθη μεσημεριού βαριά ανάσα
σπαθίζουν οι τρυγητές κοκκινόχωμα σώμα
γυμνή κληματόβεργα
ξινόμαυρο χείλι
η αγάπη γεννάει στις φυλλωσιές
άγουρα μήλα
όπως εκείνο που δάγκωσες και τ’ άφησες μισό

δεν έχω χέρια
απαλά να σε κρατήσω να μη σπάσεις
ψυχή δεν έχω να σου ζεστάνω στο τσουκάλι
μόνο δυο καρφιά
ένα για σένα
ένα για μένα
να κρεμάσουμε ψηλά τα καλοκαίρια μας
να μην τα φτάνουν οι χειμώνες

Ο Κώστας Μπραβάκης είναι συνθέτης, μουσικός παραγωγός, εκτελεστής κλασικών και παραδοσιακών νυκτών οργάνων.
Γενήθηκε το 1962 στις όχθες του Κοκκινοπόταμου στο νομό Έβρου.
Σήμερα ζει μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας Ημαθίας γράφοντας και διδάσκοντας μουσική.
Περισσότερες πληροφορίες:
http://www.myspace.com/costasbravakis

http://www.outopos.gr