.!.

Εκτυπώθηκε
σε 15 αντίτυπα

για φίλους
(και πολλούς λέω)

[φιλόλογοι αποκλείονται]
Περιεχόμενα
Πρόλογος 4
ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 4
Πόλη α΄ εφιάλτης 6
Πόλη β΄ -μιγάδα 7
Πόλη δ΄ 8
Πόλη καθρέφτης 9
πόλη – κόσμος 12
Πόλη ε΄- θέατρο 13
Πόλη επαρχιώτισσα /από πού είσαι… 14
Πόλη σύγκρουσης 15

Πρόλογος
ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

-Κούτα…κουβάλησα από Μεταξουργείο
Γαλάζια πλαστική σακούλα…
-…τα ρούχα να μη βρέχονται…
μην … η βροχή…
τα ρούχα.
-Εδώ ξαπλώνω, όταν με παίρνει ο ύπνος
… ήσυχος δρόμος…
Πειραιώς … Ομόνοια … Κεραμικού
ήσυχα…
-Βρίσκω νεραντζιές … παιχνίδια…
περπατάω…
-«ήσυχα…τι να φοβηθώ;»
-«…ο κόσμος… δε μιλάει πια
δε σε χαιρετάνε…
…να με θυμούνται;»
-«Αυτό το βρήκα στα Χαυτεία.
…από κασμίρι, ε!»
-« ζεστό »
Τα πόδια στις σακούλες
-δεν πατάω ξυπόλητος…
λερωμένα κάτω.
-Παπούτσι με στενεύει.
Χοντροπάπουτσα σωρό
Στην Αχιλλέως βρίσκω…
Χτυπάνε… όταν σέρνονται… θόρυβος
Θα τους ξυπνήσω
-«Κανένας δε μιλάει…
περπατάνε όλοι
και γω
με το κουτί
να μου το κλέψουνε;»
-Γέμισε η πόλη κλεφτρόνια
…και μπάτσοι
-Τα μηχανάκια…
αυτοί με πειράζουνε πολύ,
αλήτες …
γέμισε η πόλη αλήτες
Με χτύπησαν δύο φορές…
Νοσοκομείο… χάλια.
Γύρισα με το γύψο στη γειτονιά
Καλά είναι, απάνεμα
-Τα καινούρια σπίτια δεν τα προσέχουν πια,
Τα παλιά τα φτιάχναν με φαρδιά πρεβάζια
…χωράς εκεί.
-«Αυτό είναι καλό… με το χαρτόνι μπροστά
δεν ακούς τίποτε
ούτε αυτοκίνητο, ούτε κρύο.»
-«Κάποτε είχα κρεβάτι…
νομίζω…
και γυναίκα…
Τώρα μαζεύω…
αλλά δε μιλάνε…
εγώ λέω
μαζεύω… όταν βρίσκω πολλά
τους λέω
-«Ωραία σφυρίχτρα, ε;
δεν έχει στραγάλι, … δε σφυράει
αλλά τι… και να… θ΄ ακούγανε;»
-έχει και ζωγραφιά …
-θα την κρεμάσω με σπάγκο,
αλλά τι … μήπως βλέπουν;
… δεν ακούγονται πια…

Πόλη α΄ εφιάλτης The Stupids trailer

Ταξίδια ονειρεύεσαι
το βράδυ
γυναίκες στρουμπουλές
συνάντησες
κοιμάσαι
πόλη αγάπησα
με θάλασσα
ήλιο
βουή
πόλη γυναίκα
ερωτική
κατοίκησα
αφανισμούς
εισέπραξα
-«Ευχαριστώ που πήρες»
Πόλης παγίδας
έρμαιο
κοιμάμαι
για όνειρα ταξίδια
τόσο που δεν μπορώ να φύγω
πόλη πουτάνα
πόλη παγίδα
πίστωσες
τα όνειρα των ταξιδιών
με ναύλα πανικού
απλησίαστα
-«όνειρα είπες»

Πόλη β΄ -μιγάδα

Ήπιες μιλιά,
ξαπόστειλες…
και τις απάτριδες αμυχές
ανήγγειλες.
Μπόρα,
της έξαψης
παιδί
και των νυχτερινών καπνών
και άλλων αερίων
ταίρι
της πόλης
της περαστικής μιγάδας
τέκνο μπάσταρδο
της καλοκαιρινής νεροποντής
κινήσου γρήγορα
και φύγε
εγκατάλειψε
αυτή την παιδοκτόνο κόρη…

Πόλη δ΄

Δωμάτια κάμαρες
σπίτια γυμνά.
Η ασχήμια με τύφλωσε
της πόλης
που γιʼ αυτήν εγκατέλειψα
μάνα, γονιούς,
αδερφή.
Σιχάθηκα
Να χαθώ στη βουή
στους δρόμους αθόρυβα.
Πόλη σειρήνα
ασθενοφόρου σιγή/βουή.
Δωμάτια- κάμαρες, σπίτια γυμνά
Φοβάμαι να ντύσω
μπροστά σου.
Η γύμνια τους θα ναι η ντροπή σου
Η δόξα της τρέλας-
-στο σώμα μιας πόλης,
βιασμένης απʼ τους καιρούς-
θα λάμψει κρυφά
και θα σβήσει
όπως πάντα.
Δωμάτια,
που δεν αποκαλέστηκαν σπίτια ποτέ,
γυμνά περιμένουν
τουρίστες- πολίτες
να δουν να θαυμάσουν
αυτό που για χάρη της
παρατήσαν σκοπό,
τη θλίψη την ίδια
που ονόμασαν πόλη.-

Πόλη καθρέφτης

Seven Years in Tibet dvd

buy The Hi-Line

download Blue Velvet

Πήρε δυνάμεις
απʼ το τίποτα
σε ακόμα παιδικά δωμάτια
έκλαψε
πόλη
για την απελπισία του
βρήκε
Διάφανο βλέμμα
άδειο
αγάπησε
δικό του
ανέθρεψε όνειρα
μωρά
με θρύλους
με γητειές
και κατορθώματα
γυμνά κορμιά
για στρώματα
σεντόνια πάνω μόνο
άλογα
μάχες
πειρατές
εχθροί και έρωτες μαζί
σκλάβοι
στη μεγαλοψυχία της νύχτας
και πρόσωπα σωρό
και μέλη μόνα σφριγηλά
το πρόσωπο του κάδρου
με κοιτάζει
κάθε πρωί
και βράδυ
(και κάθε ώρα περισυλλογής)
Πρόσωπο με απόχρωση πρασινωπή
γαλάζια ίσως
ή και διάφανη
πρόσωπο χωρίς ψεγάδια
μητρικό
σε νιότη αιώνια

είναι νωρίς να κινηθεί
να ζωντανέψει
πρέπει να γείρει
ο ήλιος
στο βάλτο
και τότε πρόσωπο εμφανίζεται
και ήρωες
και αδύναμος αυτός εκεί
να διεκδικεί
τον ίδιο ρόλο
όπως τη μέρα
που μόνο αυτόν κοιτάζει
γιατί μόνος είναι στο σπίτι
απέναντι στο κάδρο
βλέμμα
ματιά περαστική
το πρόσωπο που περίμενα
αυτό που τη δράση μου έταξε
τα βράδια των κρυφών ονείρων
Ανέθρεφα τα βράδια
με λάθη Πυγμαλίωνα
περαστικού
και μνήμη διάφανη
ακκιστική
ποτέ μου δεν κατάφερα
να φτιάξω σχήμα
εικόνα- κίνηση
παρά την ιστορία
των ιδιωτικών βλεμμάτων
νʼ αναπτύξω
με δράση χωρίς ήρωες
πολλούς
σε θέατρο ιδιωτικό
σε σπίτι
εκκλησία
ή καράβι
σε πόλη
δίχως νόμους
Μόνο την αποκλειστικότητα
της τρυφερής ματιάς
ζωντάνεψαν παραλλαγές
ερωτικές διαμάχες
στήθηκαν στο τίποτα.-

πόλη – κόσμος

Zombie Town psp

Σαν τις απλές κινήσεις
διάλεξες, αλλόκοτα είδες
αυτά που χτες μιλούσες σχέδια.
Ήλιος σπάνιος
ψωνίστηκε
από χειμώνα ξένο, αρκτικό
κινδύνεψε
Παιδιά κρυώσανε
πια δε μιλάνε
Γυρνάει σφαίρα
ρόδινη
ανάποδα τις προσδοκίες
διατρέχει
Κορίτσι τα νερά-ποτάμια
αναδεύει
μνήμες πεδινές
και πελιδνές
ο κόσμος γύρω σου είναι
εικόνες πια
αδιάκριτες
σαρωτικά ερωτοπρεπείς
χαζεύουν
-.-

Πόλη ε΄- θέατρο

Στην πόλη που διάλεξες
υπάρχουνε μέρη
να σου θυμίζουν αυτό
που νόμιζες σπίτι
και έχεις βαλθεί να το βρεις,
κινείσαι συνέχεια
και ψάχνεις,
να δεις να ρουφήξεις
αυτό που ποτέ σου δε θα ʽχεις.
Η πόλη αυτή που σε διάλεξε
αυλαίες γυρεύει από σένα.
Γέλα ηχηρά ή και κλάψε
μα σήκω και χτύπα
τα χέρια με δύναμη
γιατί είσαι δικός της
ανίδεος για ότι συμβαίνει
πίσω απʼ τη μαύρη κουρτίνα
που μόλις θα πέσει,
πίσω απʼ το γυάλινο τοίχο
«της φάρσας καθρέφτη».
Σκηνές προσπερνάς
χειροκρότα
και κλάψε
και ύστερα φύγε και χάσου
σε δρόμους στενούς
σε σκοτάδια μικρά
μα και πάλι
δικός της θα είσαι
γιατί πάντα θα θες
να ξεφύγεις.-

Πόλη επαρχιώτισσα

/από πού είσαι…
πού είσαι απόψε
που βροχή
και «κούφιοι άνθρωποι»
γυάλισαν δρόμο
και χερούλια θαμπά
θυρών
καθʼ όλα καθημερινών
απʼ έξω
που είσαι απόψε
που παιδί απʼ έξω στέκεται
από γυαλισμένα πόμολα
φερμένο
σκέφτεται
πριν να διαβεί
θυμάται
παραμύθια
νεράιδες, δράκους
Μα τίνος είναι πόρτα αυτή παραμυθιού
πολύ θα ήθελε να ξέρει.
Μα του δικού του
μοιάζει αυτή θυμάται
μόνο που πρέπει να το φτιάξει
που είσαι απόψε
που έξω- παιδί-
κάθεται χρόνια
ταιριάζοντας
παραμυθιών κομμάτια
που είσαι άραγε απόψε
όταν παιδί
έξω από πόρτα του
έκλαιγε
όπως παιδιά το βράδυ
για να τους πούνε παραμύθια.-

Πόλη σύγκρουσης
Κάποτε θα ήταν έτσι

< καινούριες γενιές αθόρυβες>

Ζεστά, αχνιστά τραγούδια
σώπαινες
ακούγοντας
μικρή ζωή
ολομόναχη
ξεφάντωμα

αθώες γενιές
ανύποπτες
περάσανε
νοικιάσανε τη μοίρα τους
αθόρυβα
Νερά μικρής νεροποντής,
νερά εκβολής
πληρώσανε στους υπονόμους
νοίκι
το ξέπλυμα
Νερά που τις γενιές
της βουερής ντροπής
υπηρετήσαν
και έφυγαν αθόρυβα
όπως πέσαν

για τις επόμενες γενιές
που από τώρα κουβεντιάζουν
ζητάνε νοίκι κιόλας
< αθόρυβα να πέσουν
στα ξερά χαντάκια
των ρυτίδων>
που ξέρουν πια να επιβάλλονται
και απαίτηση- θυσία
< να φύγουν απʼ τον ίδιο δρόμο
να εξατμιστούνε μόλις πέσουν
καταγής>
ατμοί-θυσία-τσίκνα
στην ακόρεστη θλίψη
στις εμμονές των τύψεων.
Είναι η απαίτηση αυτή
το νοίκι
για τη μικρή διαδρομή
σταγόνας μοναχής
που απαγορεύεται να σκάσει
παρά το χρόνο των ρυτίδων
να απαλύνει
αναίσχυντα απαιτούν
απαίτηση οι αχρείοι.-

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε την 29-8-1962 και μεγάλωσε στο Ανοιξιάτικο, Αιτωλοακαρνανίας.
Δίπλωμα Αρχιτέκτονα Μηχανικού το 1989, μεταπτυχιακά και ερευνητικά στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο. Σκηνογραφίες για το θέατρο από το 1983-93. Ζει στην Αθήνα, όπου διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο.

Σχετικά έργα
• Η πόλη του Αστερίωνα, 1983 και άλλα κείμενα, περιοδικό Εφήμερη Πόλη, 1985-86. Ως φοιτητής συμμετέχει στη έκδοση του περιοδικού «Εφήμερη Πόλη, κριτικός βιωματικός και φαντασιακός λόγος για το χώρο».
• Για το θέατρο στην πόλη, δοκίμιο για τη συσχέτιση θεατρικού λόγου και αστικού χώρου, 1988, στο ομώνυμο περιοδικό της «Εταιρείας καταστάσεων» 1992.
• Ο συλλέκτης, ποιητική συλλογή, 1991, ιδιωτική έκδοση
• Άυλες πόλεις, ποιητική συλλογή, 1992, ιδιωτική έκδοση
• Η πλατεία, αφήγημα, μωσαϊκό κειμένων.

Υπό κατασκευή
• [Φανταστικός] Οδυσσέας2, Μυθιστόρημα
• [Ζιζέλ]-Ατλαντικό καλοκαίρι, Μυθιστόρημα
• Κανόνες Αστικοποίησης, 5 μονόπρακτα + 5 διηγήματα