Μια πρώτη προσέγγιση
με αφορμή την ποιητική συλλογή του
Σωτήρη Παστάκα
Χόρχε Μελάνι 2008

Οι ποιητές είναι γνωστό ότι γοητεύονται πολύ από τα ζώα και ιδιαίτερα από τις γάτες από τις οποίες εμπνέονται και γράφουν. Πράγματι είναι πολύ στενός ο δεσμός ανάμεσα στην ποίηση και στα μικρά αιλουροειδή: γοητευμένοι από τις ντελικάτες κινήσεις τους, από τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους, από την αφοσίωσή τους, μεγάλοι ποιητές όλων των εποχών έχουν τους αφιερώσει ερωτικούς στίχους.
Ο ποιητής Aldous Huxley έλεγε στους μαθητές του που του είχαν ζητήσει το μυστικό της επιτυχίας στην λογοτεχνία: «Εάν θέλετε να γράφετε, να έχετε μαζί σας γάτες». Ο μεγάλος ιταλός ποιητής του 1500 Torquato Tasso, έγραψε το «Σονέτο για τις γάτες μου», στο οποίο ζητούσε από την ψιψίνα του να του δανείσει τα μάτια της για να μπορεί να γράφει και τη νύχτα. Ο Charles Baudelaire, ο ποιητής της συλλογής Τα άνθη του Κακού , αγαπούσε πολύ τα γατιά στα οποία αφιέρωσε και πάρα πολλούς στίχους, που περιέχονται όλοι στην συλλογή Spleen e Ideale.
Στην μικρή αυτή ανθολογία που ετοιμάσαμε, περιλαμβάνονται ποιήματα ελλήνων και ξένων ποιητών που είναι αφιερωμένα στις γάτες ή που κάνουν κάποια μικρή αναφορά σ’ αυτές. Κάποια τα παραθέτουμε και μεταφρασμένα.

 

Charles Baudelaire

Le Chat

Viens, mon beau chat, sur mon coeur amoureux;
Retiens les griffes de ta patte,
Et laisse-moi plonger dans tes beaux yeux,
Mêlés de métal et d’agate.
Lorsque mes doigts caressent à loisir
Ta tête et ton dos élastique,
Et que ma main s’enivre du plaisir
De palper ton corps électrique,
Je vois ma femme en esprit. Son regard,
Comme le tien, aimable bête
Profond et froid, coupe et fend comme un dard,
Et, des pieds jusques à la tête,
Un air subtil, un dangereux parfum
Nagent autour de son corps brun.

Un chat

Dans ma cervelle se promène,
Ainsi qu’en son appartement,
Un beau chat, fort, doux et charmant.
Quand il miaule on l’entend à peine,
Tant son timbre est tendre et discret;
Mais que sa voix s’apaise ou gronde,
Elle est toujours riche et profonde.
C’est là son charme et son secret.
Cette voix, qui perle et qui filtre,
Dans mon fonds le plus ténébreux,
Me remplit comme un vers nombreux
Et me réjouis comme un philtre.
Elle endort les plus cruels maux
Et contient toutes les extases;
Pour dire les plus longues phrases,
Elle n’a pas besoin de mots;
Non, il n’est pas d’archet qui morde
Sur mon coeur, parfait instrument,
Et fasse plus royalement
Chanter sa plus vibrante corde,
Que ta voix, chat mystérieux,
Chat séraphique, chat étrange,
En qui tout est, comme en un ange,
Aussi subtil qu’harmonieux!
– De sa fourrure blonde et brune
Sort un parfum si doux, qu’un soir
J’en fus embaumé, pour l’avoir
Caressée une fois, rien qu’une.
C’est l’esprit familier du lieu;
Il juge, il préside, il inspire
Toutes choses dans son empire;
Peut-être est-il fée est-il dieu?
Quand mes yeux, vers ce chat que j’aime
Tirés comme par un aimant,
Se retournent docilement
Et que je regarde en moi-même,
Je vois avec étonnement
Le feu de ses prunelles pâles,
Clairs fanaux, vivantes opales,
Qui me contemplent fixement.

Charles Baudelaire

Ο Γάτος

Μες στο μυαλό μου περπατά,
Όπως στο διαμέρισμά του, ένας ωραίος,
Γάτος δυνατός, γλυκός και γοητευτικός
Όταν νιαουρίζει, μόλις που ακούγεται,
Τόσο ο ήχος του είναι τρυφερός και διακριτικός
Αλλά η φωνή του είτε μαλακώνει είτε μαλώνει,
είναι πάντα πλούσια και βαθιά.
Να, η γοητεία του και το μυστικό του.
Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
Κι εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη
Σαν έπος πολύστιχο με γεμίζει
Και μ’ ευχαριστεί σα φίλτρο !
Αποκοιμίζει τους πιο σκληρούς πόνους !
Έχει μέσα του όλες τις εκστάσεις !
δεν του χρειάζονται οι λέξεις
Για να εκφράσει τις μεγάλες φράσεις.
Όχι, δεν υπάρχει δοξάρι που ν’ αγγίζει
Την καρδιά μου, όργανο τέλειο,
Και να κάνει πιο βασιλικά
Να τραγουδά η παλλόμενη χορδή της,
Απ’ ό,τι η φωνή σου, γάτε μυστηριακέ
Γάτε αγγελικέ, γάτε μοναδικέ,
Που όλα μέσα σου είναι, σα σε άγγελο,
Το ίδιο τέλειος κι αρμονικός!
-Από την καστανόξανθή σου γούνα
Αναδύεται άρωμα τόσο γλυκό, που κάποιο δειλινό
Ευφράνθηκα χαϊδεύοντάς την
Μια φορά, μόνο μια φορά.
Είναι το φιλικό δαιμόνιο του τόπου
Κρίνει, προεδρεύει, εμπνέει
Το καθετί μες το βασίλειό του
Ίσως να είναι νεράιδα, ή Θεός;
Όταν τα μάτια μου στο γάτο που αγαπώ
Σα μαγνητισμένα,
Στρέφονται πειθήνια
Και κοιτάζω εντός μου,
Έκθαμβος βλέπω
Τη φωτιά απ’ τις χλομές του κόρες
Φάρους καθαρούς, ζωντανές οπάλιες.
Που μ’ ατενίζουν σταθερά.

T. S. Eliot

The Naming of Cats is a difficult matter,
It isn’t just one of your holiday games;
You may think at first I’m as mad as a hatter
When I tell you, a cat must have THREE DIFFERENT NAMES.
First of all, there’s the name that the family use daily,
Such as Peter, Augustus, Alonzo or James,
Such as Victor or Jonathan, George or Bill Bailey–
All of them sensible everyday names.
There are fancier names if you think they sound sweeter,
Some for the gentlemen, some for the dames:
Such as Plato, Admetus, Electra, Demeter–
But all of them sensible everyday names.
But I tell you, a cat needs a name that’s particular,
A name that’s peculiar, and more dignified,
Else how can he keep up his tail perpendicular,
Or spread out his whiskers, or cherish his pride?
Of names of this kind, I can give you a quorum,
Such as Munkustrap, Quaxo, or Coricopat,
Such as Bombalurina, or else Jellylorum-
Names that never belong to more than one cat.
But above and beyond there’s still one name left over,
And that is the name that you never will guess;
The name that no human research can discover–
But THE CAT HIMSELF KNOWS, and will never confess.
When you notice a cat in profound meditation,
The reason, I tell you, is always the same:
His mind is engaged in a rapt contemplation
Of the thought, of the thought, of the thought of his name:
His ineffable effable
Effanineffable
Deep and inscrutable singular Name.

το να βαφτίζεις τα γατιά, έχει μια δυσκολία…
δεν είναι επιπόλαιη κι ανάλαφρη ασχολία
καθόλου δεν τρελάθηκα και δεν το λέω αστεία:
κάθε μια γάτα , ονόματα πρέπει να έχει τρία!
ένα να τη φωνάζουμε στην οικογένειά της
ας πούμε, βίκτωρ, αύγουστος, τζωρτζίνα, ιπποκράτης
ας πούμε μέρλιν, τζόναθαν, αλόνζο, μανταλένα
καθημερινά ονόματα, καλά, συνηθισμένα.
να βρείτε ωραιότερα υπάρχουν ευκαιρίες
ονόματα για τζέντλεμεν και άλλα για κυρίες
ας πούμε, πλάτων , άδμητος, ηλέκτρα, ευρυάλη
μα όλα αυτά είναι κοινά και θα τα έχουν κι άλλοι.
μια γάτα όμως, να ξέρετε, θέλει και το δικό της
το δεύτερό της τ’ όνομα να ν ‘αποκλειστικό της!
για να μπορεί αφ’ υψηλού τον κόσμο να κοιτάει
και την ουρά της πάντοτε ψηλά να την κρατάει.
πρέπει να είναι όνομα μονάχα για μια γάτα:
χουρχούρης, για παράδειγμα, γλείψος, χνουδοπατάτα
κι άλλα πολλά τέτοιας λογής μπορώ να αναφέρω:
μπομπαλουρίνα, πιρπιρής, φρουφρου, τρελοκαμπέρω.
πέρα όμως απ’ αυτά τα δυο, υπάρχει κι ένα άλλο
τ΄ όνομα το μοναδικό, το τρίτο, το μεγάλο
το όνομα το μυστικό, που άνθρωπος δεν ξέρει
και γάτα σ’ άνθρωπο μπροστά ποτέ δεν αναφέρει.
όταν σε διαλογισμό λοιπόν μια γάτα δείτε
πάντα ο λόγος είν’ αυτός και να το θυμηθείτε:
σ’ απύθμενους συλλογισμούς βρίσκεται βυθισμένη
για τ’ όνομα το άρρητο
το αρρητορητονιάρρητο
το όνομά της το κρυφό σκέφτεται μαγεμένη…


T. S. Eliot

Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γέρο-Πόσουμ
Μετ.Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας

T. S. Eliot

T he Old Gumbie Cat

I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
Her coat is of the tabby kind, with tiger stripes and leopard spots.
All day she sits upon the stair or on the steps or on the mat:
She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!

But when the day’s hustle and bustle is done,
Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
And when all the family’s in bed and asleep,
She slips down the stairs to the basement to creep.
She is deeply concerned with the ways of the mice –
Their behaviour’s not good and their manners not nice;
So when she has got them lined up on the matting,
She teaches them music, crocheting and tatting.

 I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
 Her equal would be hard to find, she likes the warm and sunny spots.
 All day she sits beside the hearth or in the sun or on my hat:
 She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!

But when the day’s hustle and bustle is done,
Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
As she finds that the mice will not ever keep quiet,
She is sure ist is due to irregular diet
And believing that nothing is done without trying,
he sets straight to work with her baking and frying.
She makes them a mouse-cake of bread and dried peas,
And a beautiful fry of lean bacon and cheese.

 I have a Gumbie Cat in mind, her name is Jennyanydots;
 The curtain-cord she likes to wind, and tie it into sailor-knots.
 She sits upon the window-sill, or anything that’s smooth and flat:
 She sits and sits and sits and sits – and that’s what makes a Gumbie Cat!

   But when the day’s hustle and bustle is done,
   Then the Gumbie Cat’s work is but hardly begun.
   She thinks that the cockroaches just need employment,
   So she’s formed, from that lot of disorderly louts,
   A troop of well-disciplined helpful boy-scouts,
   With a purpose in life and a good deed to do –
   And she’s even created a Beetles’ Tattoo.

 So for Old Gumbie Cats let us now give three cheers –
 On whom well-ordered households depend, it appears.

Macavity: The Mystery Cat

 Macavity’s a Mystery Cat: he’s called the Hidden Paw –
 For he’s the master criminal who can defy the Law.
 He’s the bafflement of Scotland Yard, the Flying Squad’s despair:
 For when they reach the scene of crime – Macavity’s not there!

 Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
 He’s broken every human law, he breaks the law of gravity.
 His powers of levitation would make a fakir stare,
 And when you reach the scene of crime – Macavity’s not there!
 You may seek him in the basement, you may look up in the air –
 But I tell you once and once again, Macavity’s not there!

 Mcavity’s a ginger cat, he’s very tall and thin;
 You would know him if you saw him, for his eyes are sunken in.
 His brow is deeply lined with thought, his head is highly domed;
 His coat is dusty from neglect, his whiskers are uncombed.
 He sways his head from side to side, with movements like a snake;
 And when you think he’s half asleep, he’s always wide awake.

 Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
 For he’s a fiend in feline shape, a monster of depravity.
 You may meet him in a by-street, you may see him in the square –
 But when a crime’s discovered, then Macavity’s not there!

 He’s outwardly respectable. (They say he cheats at cards.)
 And his footprints are not found in any file of Scotland Yard’s.
 And when the larder’s looted, or the jewel-case is rifled,
 Or when the milk is missing, or another Peke’s been stifled,
 Or the greenhouse glass is broken, and the trellis past repair –
 Ay, there’s the wonder of the thing! Macavity’s not there!

 And when the Foreign Office find a Treaty’s gone astray,
 Or the Admiralty lose some plans and drawings by the way,
 There may be a scrap of paper in the hall or on the stair –
 But it’s useless to investigate – Mcavity’s not there!
 And when the loss has been disclosed, the Secret Service say:
 `It must have been Macavity!’ – but he’s a mile away.
 You’ll be sure to find him resting, or a-licking of his thumbs,
 Or engaged in doing complicated long-division sums.

 Macavity, Macavity, there’s no one like Macavity,
 There never was a Cat of such deceitfulness and suavity.
 He always has an alibi, and one or two to spaer:
 At whatever time the deed took place – MACAVITY WASN’T THERE!
 And they say that all the Cats whose wicked deeds are widely known
 (I might mention Mungojerrie, I might mention Griddlebone)
 Are nothing more than agents for the Cat who all the time
 Just controls their operations: the Napoleon of Crime!

Gus: The Theatre Cat

 Gus is the Cat at the Theatre Door.
 His name, as I ought to have told you before,
 Is really Asparagus. That’s such a fuss
 To pronounce, that we usually call him just Gus.
 His coat’s very shabby, he’s thin as a rake,
 And he suffers from palsy that makes his paw shake.
 Yet he was, in his youth, quite the smartest of Cats –
 But no longer a terror to mice and to rats.
 For he isn’t the Cat that he was in his prime;
 Though his name was quite famous, he says, in its time.
 And whenever he joins his friends at their club
 (Which takes place atthe back of the neighbouring pub)
 He loves to regale them, if someone else pays,
 With anecdotes drawn from his palmiest days.
 For he once was a Star of the highest degree –
 He has acted with Irving, he’s acted with Tree.
 And he likes to relate his success on the Halls,
 Where the Gallery once gave him seven cat-calls.
 But his grandest creation, as he loves to tell,
 Was Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.

 `I have played’, so he says, `every possible part,
 And I used to know seventy speeches by heart.
 I’d extemporize back-chat, I knew how to gag,
 And I know how to let the cat out of the bag.
 I knew how to act with my back and my tail;
 With an hour of rehearsal, I never could fail.
 I’d a voice that would soften the hardest of hearts,
 Whether I took the lead, or in character parts.
 I have sat by the bedside of poor Little Nell;
 When the Curfew was rung, then I swung on the bell.
 In the Pantomime season I never fell flat
 And I once understudied Dick Whittington’s Cat.
 But my grandest creation, as history will tell,
 Was Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.’

 Then, if someone will givve him a toothful of gin,
 He will tell how he once played a part in East Lynne.
 At a shakespeare performance he once walked on pat,
 When some actor suggested the need for a cat.
 He once played a Tiger – could do it again –
 Which an Indian Colonel pursued down a drain.
 And he thinks that he still can, much better than most,
 Produce blood-curdling noises to bring on the Ghost.
 And he once crossed the stage on a telegraph wire,
 To rescue a child when a house was on fire.
 And he says: `Now, these kittens, they do not get trained
 As we did in the days when Victoria reigned.
 They never get drilled in a regular troupe,
 And they think they are smart, just to jump through a hoop.’
 And he’ll say, as he scratches himself with his claws,
 `Well, the Theatre’s certainly not what it was.
 These modern productions are all very well,
 But there’s nothing to equal, from what I hear tell,
       That moment of mystery
       When I made history
 As Firefrorefiddle, the Fiend of the Fell.’

T. S. Eliot

Bustopher Jones: The Cat about Town

 Bustopher Jones is not skin and bones –
 In fact, he’s remarkably fat.
 He doesn’t haunt pubs – he has eight or nine clubs,
 For he’s the St. James’s Street Cat!
 He’s the Cat we all greet as he walks down the street
 In his coat of fastidious black:
 No commonplace mousers have such well-cut trousers
 Or such an impeccable back.
 In the whole of St. James’s the smartest of names is
 The name of this Brummell of Cats;
 And we’re all of us proud to be nodded or bowed to
 By Bustopher Jones in white spats!

 His visits are occasional to the Senior Educational
 and it is against the rules
 For any one cat to belong both to that
 And the Joint Superior Schools.
 For a similar reason, when game is in season
 He is found, not at Fox’s, but Blimp’s;
 But he’s frequently seen at the gay Stage and Screen
 Which is famous for winkles and shrimps.
 In the season of venison he gives his ben’son
 To the Pothunter’s succulent bones;
 And just before noon’s not a moment too soon
 To drop in for a drink at the Drones.
 When he’s seen in a hurry there’s probably curry
 At the Siamese – or at the Glutton;
 If he looks full of gloom then he’s lunched at the Tomb
 On cabbage, rice pudding and mutton.

 So, much in this way, passes Bustopher’s day –
 At one club or another he’s found.
 It can cause no surprise that under our eyes
 He has grown unmistakably round.
 He’s a twenty-five pounder, or I am a bounder,
 And he’s putting on weight every day:
 But he’s so well preserved because he’s observed
 All his life a routine, so he’ll say.
 And (to put it in rhyme) `I shall last out my time’
 Is the word of this stoutest of Cats.
 It must and it shall be Spring in Pall Mall
 While Bustopher Jones wears white spats!

T. S. Eliot

Skimbleshanks: The Railway Cat

 There’s a whisper down the line at 11.39
 When the Night Mail’s ready to depart,
 Saying `Skimble where is Skimble has he gone to hunt the thimble?
 We must find him orthe train can’t start.’
 All the guards and all the porters and the stationmaster’s daughters
 They are searching high and low,
 Saying `Skimble where is Skimble for unless he’s very nimble
 Then the Night Mail just can’t go.’
 At 11.42 then the signal’s nearly due
 And the passengers are frantic to a man –
 Then Skimble will appear and he’ll saunter to the rear:
 He’s been busy in the luggage van!
    He gives one flash of his glass-green eyes
       And the signal goes `All Clear!’
    And we’re off at last for the northern part
       Of the Northern Hemisphere!

 You may say that by and large it is Skimble who’s in charge
 Of the Sleeping Car Express.
 From the driver and the guards to the bagmen playing cards
 He will supervise them all, more or less.
 Down the corridor he paces and examines all the faces
 Of the travellers in the First and in the Third;
 He establishes control by a regular patrol
 And he’d know at once if anything occurred.
 He will watch you without winking and he sees what you are thinking
 And it’s certain that he doesn’t approve
 Of hilarity and riot, so the folk are very quiet
 When Skimble is about and on them ove.
    You can play no pranks with Skimbleshanks!
       He’s a Cat that cannot be ignored;
    So nothing goes wrong on the Northern Mail
       When Skimbleshanks is aboard.

 Oh it’s very pleasant when you have found your little den
 With your name written up on the door.
 And the berth is very neat with a newly folded sheet
 And there’s not a speck of dust on the floor.
 There is every sort of light – you can make it dark or bright;
 There’s a button that you turn to make a breeze.
 There’s a funny little basin you’re supposed to wash your face in
 And a crank to shut the window if you sneeye.
 Then the guard looks in politely and will ask you very brightly
 `do you like your morning tea weak or strong?’
 But Skimble’s just behind him andwas ready to remind him,
 For Skimble won’t let anything go wrong.
    And when you creep into your cosy berth
       And pull up the counterpane,
 You are bound to admit that it’s very nice
 To know that your won’t be bothered by mice –
 You can leave all that to the Railway Cat,
    The Cat of the Railway Train!
 In the middle of the night he is always fresh and bright;
 Every now and then he has a cup of tea
 With perhaps a drop of Scotch while he’s keeping on the watch,
 Only stopping here and there to catch a flea.
 You were fast asleep at Crewe and so you never knew
 That he was walking up and down the station;
 You were sleeping all the while he was busy at Carlisle,
 Where he greets the stationmaster with elation.
 But you saw him at Dumfries, where he summons the police
 If there’s anything they ought to know about:
 when you get to Gallowgate there you do not have to wait –
 For Skimbleshanks will help you to get out!
    He gives you a wave of his long brown tail
       Which says: `I’ll see you again!
    You’ll meet without fail on the Midnight Mail
       The Cat of the Railway Train.’


Pablo Neruda
 

Oda al gatto

Los animales fueron 
imperfectos, 
largos de cola, tristes 
de cabeza.
Poco a poco se fueron 
componiendo, 
haciéndose paisaje, 
adquiriendo lunares, gracia, vuelo. 
El gato,
sólo el gato 
apareció completo 
y orgulloso:
nació completamente terminado, 
camina solo y sabe lo que quiere.

El hombre quiere ser pescado y pájaro, 
la serpiente quisiera tener alas, 
el perro es un león desorientado, 
el ingeniero quiere ser poeta, 
la mosca estudia para golondrina, 
el poeta trata de imitar la mosca, 
pero el gato
quiere ser sólo gato 
y todo gato es gato 
desde bigote a cola, 
desde presentimiento a rata viva, 
desde la noche hasta sus ojos de oro.

No hay unidad 
como él, 
no tienen 
la luna ni la flor 
tal contextura:
es una sola cosa 
como el sol o el topacio, 
y la elástica línea en su contorno 
firme y sutil es como 
la línea de la proa de una nave. 
Sus ojos amarillos 
dejaron una sola 
ranura
para echar las monedas de la noche.

Oh pequeño 
emperador sin orbe, 
conquistador sin patria, 
mínimo tigre de salón, nupcial 
sultán del cielo 
de las tejas eróticas, 
el viento del amor
en la intemperie 
reclamas 
cuando pasas 
y posas 
cuatro pies delicados 
en el suelo, 
oliendo, 
desconfiando
de todo lo terrestre, 
porque todo
es inmundo
para el inmaculado pie del gato.

Oh fiera independiente 
de la casa, arrogante 
vestigio de la noche, 
perezoso, gimnástico 
y ajeno, 
profundísimo gato, 
policía secreta 
de las habitaciones, 
insignia
de un 
desaparecido terciopelo, 
seguramente no hay 
enigma 
en tu manera, 
tal vez no eres misterio, 
todo el mundo te sabe y perteneces 
al habitante menos misterioso, 
tal vez todos lo creen, 
todos se creen dueños, 
propietarios, tíos 
de gatos, compañeros, 
colegas, 
discípulos o amigos 
de su gato.
Yo no.
Yo no suscribo.
Yo no conozco al gato.
Todo lo sé, la vida y su archipiélago, 
el mar y la ciudad incalculable, 
la botánica, 
el gineceo con sus extravíos, 
el por y el menos de la matemática, 
los embudos volcánicos del mundo, 
la cáscara irreal del cocodrilo, 
la bondad ignorada del bombero, 
el atavismo azul del sacerdote, 
pero no puedo descifrar un gato. 
Mi razón resbaló en su indiferencia, 
sus ojos tienen números de oro.

Edmond Rostand

Le Petit Chat

C’est un petit chat noir effronté comme un page,
Je le laisse jouer sur ma table souvent.
Quelquefois il s’assied sans faire de tapage,
On dirait un joli presse-papier vivant.

Rien en lui, pas un poil de son velours ne bouge ;
Longtemps, il reste là, noir sur un feuillet blanc,
A ces minets tirant leur langue de drap rouge,
Qu’on fait pour essuyer les plumes, ressemblant.

Quand il s’amuse, il est extrêmement comique,
Pataud et gracieux, tel un ourson drôlet.
Souvent je m’accroupis pour suivre sa mimique
Quand on met devant lui la soucoupe de lait.

Tout d’abord de son nez délicat il le flaire,
La frôle, puis, à coups de langue très petits,
Il le happe ; et dès lors il est à son affaire
Et l’on entend, pendant qu’il boit, un clapotis.

Il boit, bougeant la queue et sans faire une pause,
Et ne relève enfin son joli museau plat
Que lorsqu’il a passé sa langue rêche et rose
Partout, bien proprement débarbouillé le plat.

Alors il se pourlèche un moment les moustaches,
Avec l’air étonné d’avoir déjà fini.
Et comme il s’aperçoit qu’il s’est fait quelques taches,
Il se lisse à nouveau, lustre son poil terni.

Ses yeux jaunes et bleus sont comme deux agates ;
Il les ferme à demi, parfois, en reniflant,
Se renverse, ayant pris son museau dans ses pattes,
Avec des airs de tigre étendu sur le flanc.

Rainer Maria Rilke

Black Cat

A ghost, though invisible, still is like a place
your sight can knock on, echoing; but here
within this thick black pelt, your strongest gaze
will be absorbed and utterly disappear:

just as a raving madman, when nothing else
can ease him, charges into his dark night
howling, pounds on the padded wall, and feels
the rage being taken in and pacified.

She seems to hide all looks that have ever fallen
into her, so that, like an audience,
she can look them over, menacing and sullen,
and curl to sleep with them. But all at once

as if awakened, she turns her face to yours;
and with a shock, you see yourself, tiny,
inside the golden amber of her eyeballs
suspended, like a prehistoric fly.

William Butler Yeats

THe cat and the moon

The cat went here and there
And the moon spun round like a top,
And the nearest kin of the moon,
The creeping cat, looked up.
Black Minnaloushe stared at the moon,
For, wander and wail as he would,
The pure cold light in the sky
Troubled his animal blood.
Minnaloushe runs in the grass
Lifting his delicate feet.
Do you dance, Minnaloushe, do you dance?
When two close kindred meet,
What better than call a dance?
Maybe the moon may learn,
Tired of that courtly fashion,
A new dance turn.
Minnaloushe creeps through the grass
From moonlit place to place,
The sacred moon overhead
Has taken a new phase.
Does Minnaloushe know that his pupils
Will pass from change to change,
And that from round to crescent,
From crescent to round they range?
Minnaloushe creeps through the grass
Alone, important and wise,
And lifts to the changing moon
His changing eyes.

John Keats

To Mrs. Reynolds’ Cat

Cat! who hast pass’d thy grand climacteric,
How many mice and rats hast in thy days
Destroy’d? — How many tit bits stolen? Gaze
With those bright languid segments green, and prick
Those velvet ears — but pr’ythee do not stick
Thy latent talons in me — and upraise
Thy gentle mew — and tell me all thy frays
Of fish and mice, and rats and tender chick.

Nay, look not down, nor lick thy dainty wrists —
For all the wheezy asthma, — and for all
Thy tail’s tip is nick’d off — and though the fists
Of many a maid have given thee many a maul,
Still is that fur as soft as when the lists
In youth thou enter’dst on glass-bottled wall.

Fernando Pessoa

Gato que brincas na rua

Gato que brincas na rua
como se fosse na cama,
invejo a sorte que é tua
porque nem sorte se chama.

Bom servo das leis fatais
que regem pedras e gentes,
que tens instintos gerais
e sentes só o que sentes.

És feliz porque és assim,
todo o nada que és, é teu.
Eu vejo-me e estou sem mim,
conheço-me e não sou eu.

************************

Gato que juegas en la calle
como si fuese en la cama,
envidio la suerte que es tuya
porque ni suerte se llama.

Buen siervo de las leyes fatales
que rigen piedras y gentes,
que tienes instintos generales
y sientes sólo lo que sientes.

Eres feliz porque eres así,
toda la nada que eres, es tuya.
Me veo y estoy sin mí,
me conozco y no soy yo.

Umberto Saba

La gatta

La tua gattina è diventata magra.
Altro male non è il suo che d’amore:
male che alle tue cure la consacra.
Non provi un’accorata tenerezza?
Non la senti vibrare come un cuore
sotto alla tua carezza?
Ai miei occhi è perfetta
come te questa tua selvaggia gatta,
ma come te ragazza
e innamorata, che sempre cercavi,
che senza pace qua e là t’aggiravi,
che tutti dicevano :»È pazza».
È come te ragazza.

Jorge Luis Borges

A un gato

No son más silenciosos los espejos
ni más furtiva el alba aventurera;
eres, bajo la luna, esa pantera
que nos es dado divisar de lejos.
Por obra indescifrable de un decreto
divino, te buscamos vanamente;
tuya es la soledad, tuyo el secreto.
Tu lomo condesciende a la morosa
caricia de mi mano. Has admitido,
desde esa eternidad que ya es olvido,
el amor de la mano recelosa.
En otro tiempo estás. Eres el dueño
de un ámbito cerrado como un sueño.

Jorge Luis Borges

Σ’ ΕΝΑ ΓΑΤΟ

Είσαι πολύ πιο σιωπηλός απ’ τους καθρέφτες
και πιο κρυφός από την πολυκύμαντη αυγή
είσαι κείνος ο πάνθηρας που μόνο από μακριά,
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, μας επιτρέπει να κοιτάζουμε η μοίρα.
Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους
μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου
πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ το Γάγγη
εσύ κρατάς το μυστικό κλειδί της μοναξιάς.
Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο
του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά.
Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.

Wislawa Szymborska

Kot w pustym mieszkaniu

 Umrzeć – tego nie robi się kotu.
Bo co ma począć kot
w pustym mieszkaniu?
Wdrapywać się na ściany.
Ocierać między meblami?
Nic niby tu nie zmienione,
a jednak pozamieniane.
Niby nie przesunięte,
a jednak porozsuwane.
I wieczorami lampa już nie świeci.
 
Słychać kroki na schodach,
ale to nie te.
Ręka, co kładzie rybę na talerzyk,
także nie ta, co kładła.
 
Coś się tu nie zaczyna
w swojej zwykłej porze.
Coś się tu nie odbywa
jak powinno.
Ktoś tutaj był i był,
a potem nagle zniknął
i uporczywie go nie ma.
 
Do wszystkich szaf się zajrzało.
Przez półki przebiegło.
Wcisnęło się pod dywan i sprawdziło.
Nawet złamało zakaz
i rozrzuciło papiery.
Co więcej jest do zrobienia.
Spać i czekać.
 
Niech no on tylko wróci,
niech no się pokaże.
Już on się dowie,
że tak z kotem nie można.
Będzie się szło w jego stronę
jakby się wcale nie chciało,
pomalutku,
na bardzo obrażonych łapkach.
I żadnych skoków pisków na początek.

Wislawa Szymborska

Cat in an Empty Apartment

Die—you can’t do that to a cat.
Since what can a cat do
in an empty apartment?
Climb the walls?
Rub up against the furniture?
Nothing seems different here,
but nothing is the same.
Nothing has been moved,
but there’s more space.
And at nighttime no lamps are lit.

Footsteps on the staircase,
but they’re new ones.
The hand that puts fish on the saucer
has changed, too.

Something doesn’t start
at its usual time.
Something doesn’t happen
as it should.
Someone was always, always here,
then suddenly disappeared
and stubbornly stays disappeared.

Every closet has been examined.
Every shelf has been explored.
Excavations under the carpet turned up nothing.
A commandment was even broken,
papers scattered everywhere.
What remains to be done.
Just sleep and wait.

Just wait till he turns up,
just let him show his face.
Will he ever get a lesson
on what not to do to a cat.
Sidle toward him
as if unwilling
and ever so slow
on visibly offended paws,
and no leaps or squeals at least to start.

Lawrence Ferlinghetti

The cat

The cat
licks its paw and
lies down in
the bookshelf nook
She
can lie in a
sphinx position
without moving for so
many hours
and then turn her head
to me and
rise and stretch
and turn
her back to me and
lick her paw again as if
no real time had passed
It hasn’t
and she is the spinx with
all the time in the world
in the desert of her time
The cat
knows where flies die
sees ghost in motes of air
and shadows in sunbeams
She hears
the music of the spheres and
the hum in the wires of houses
and the hum of the universe
in interstellar spaces
but
prefers domestic places
and the hum of the heater

Eugenio ΜONTALE

di un gatto sperduto

 Il povero orfanello
Non s’ era ancora inselvatichito
Se fu scacciato dal condominio
Perche non lacerasse les moquettes con gli ungielli
Me ne ricordoancora passando per quella via
Dove accaddero fatti degni di storia
Ma indegni di memoria.
Fors’ ‘e che qualche briciola voli per conto suo.

Από τη συλλογή Quaderno di quattro anni

Cesare Pavese

I gatti lo sapranno

Ancora cadrà la pioggia
sui tuoi dolci selciati,
una pioggia leggera
come un alito o un passo.
Ancora la brezza e l’alba
fioriranno leggere
come sotto il tuo passo,
quando tu rientrerai.
Tra fiori e davanzali
i gatti lo sapranno.
Ci saranno altri giorni,
si saranno altre voci.
Sorriderai da sola.
I gatti lo sapranno.
Udrai parole antiche,
parole stanche e vane
come i costumi smessi
delle feste di ieri.
Farai gesti anche tu.
Risponderai parole
viso di primavera,
farai gesti anche tu.
I gatti lo sapranno,
viso di primavera;
e la pioggia leggera,
l’alba color giacinto,
che dilaniano il cuore
di chi più non ti spera,
sono il triste sorriso
che sorridi da sola.
Ci saranno altri giorni,
altre voci e risvegli.
Soffieremo nell’alba,
viso di primavera.

Cesare Pavese

Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ’ απαντάς με λέξεις’
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

[10 Απριλίου 1950]
Μετάφραση: Γιάννης Η.Παππάς

Ζακ Πρεβέρ

Ο Γάτος και το Πουλί

Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
Που το μισόφαγε
Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
Και να γλείφει τη μουσούδα του
Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
Κηδεία επίσημη
Κι ο γάτος είναι καλεσμένος
Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο
Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό
Λέει ο γάτος στο κορίτσι
Θα το είχα φάει ολόκληρο
Κι ύστερα θα ’λεγα
Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
Μέχρι τα πέρατα της γης
Κάτω εκεί τόσο μακριά
Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.

Ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνουμε κάτι μισό

(«Θέαμα και Ιστορίες», μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον).

2.Έλληνες ποιητές

Κ.Π.Καβάφης

Σπίτι με Kήπον Κρυμμένα

Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κ.Π.Καβάφης

Η Γαλή

Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
δεν εκτιμούν. [ ]
[ ]
[ ]

Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.
Εν των παθών της δε τω πάντοτε κρυπτώ,
εν τη καθαριότητι, εν τη ηρεμία
και καλλονή των στάσεων, τη εγκρατεία

ενδείξεων, πόση λεπτή αισθήσεων αγνότης
ευρίσκεται. Ότ’ αι γαλαί ρεμβάζουν ή κοιμώνται
τας περιβάλλει οραματισμού ψυχρότης.
Ίσως τριγύρω των τότε περιπλανώνται

φάσματα παλαιών καιρών. Ίσως η οπτασία
εις Βούβαστιν τας οδηγεί· όπου τα ιερά των
ήνθουν, και Pαμεσών τας έστεφε λατρεία,
κ’ ην οιωνός εις ιερείς παν κίνημά των.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)


Γιώργος Σεφέρης

Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Τούτη

Είχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Βγήκε απ’ το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άγκυρα 22. 8. 1949
(από το Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, Ίκαρος 1976)

Γιώργος Σεφέρης

Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα. Αθήνα, 1970.

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

Γιάννης Ρίτσος

Επιτάφιος (απόσπασμα)

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ᾿ ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ᾿ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει


Γιάννης Ρίτσος

ΙΙΙ.

Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάυλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείμματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τι απέραντη απόσταση διανύω
απ᾿ το σώμα σου
έως το σώμα σου.

Αθήνα 19.11.80


Νίκος Καββαδίας

Οι Γάτες των Φορτηγών

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ’ ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι’ αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ’ ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ’ το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ’ στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

Νίκος Καββαδίας

GABRIELLE DIDOT

Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή,
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντοτε σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.

Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ’ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε και αυτή με τον καιρό.

Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ένα σκυλί όπου ποτέ δεν κούναε την ουρά.

Κι έμοιαζ’ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως να ‘ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως να ‘ταν έμοιαζε, που δάγκωνε σκληρά.

Πολλές φορές περίεργες την εκύκλωναν σκέψεις
και προσπαθούσε – μου ’λεγε- συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.

Ώρες πολλές εκοίταζε τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σε αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.

Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στυλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι’ αυτόν που το ‘γραψε, με γέλιο ειρωνικό.

Μίλτος Σαχτούρης

Ο περίπατος

μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατά μήκος της ακτής
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία
μια δύναμη μ᾿ έσπρωχνε να κάνω στροφή
ν᾿ αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα
κύματα
και η ψυχή μου ήταν νεκρή.

Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.

από τη συλλογή
ΕΚΤΟΤΕ (1996)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Οι ακρότητες του μέλλοντος

Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να ‘ρθει. κάτι σαν οργασμός που όλο αναβάλλεται μες στη νύχτα. Η γάτα γέννησε δίπλα στ’ αυτί μου έτσι όπως ξαπλωμένη ατένιζα το μέλλον στο ταβάνι. Τα μωρά της και οι φαντασιώσεις μου έσταζαν αίμα. Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα: ένα γδαρμένο ζώο και κρεμόταν απ’ το τσιγκέλι. Ο πόνος κι η ηδονή του, όλα αναίτια. Το μέλλον βαστιέται από άλλα κι όχι από κει που δίνουμε τη ζωή μας όλη. Για τους Κινέζους το μέλλον βρίσκεται πίσω μας. Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη πλάτη με τον οδηγό. Τότε το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου. Και δε θα δούμε ποτέ τον οδηγό. Ποτέ δε θα ‘μαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της. Η πλάτη της μόνο θα μας ζεσταίνει την πλάτη για λίγο, όσο να φτάσουμε.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ενάντιος Έρωτας»
(από τη συλλογή «Ποιήματα 1978-1985», εκδ. Καστανιώτη).


Τάσος Δενέγρης

Μαύρο αγκάθι

Και ξαφνικά την είδα
Γάτα με το κεφάλι μέσα στα σκουπίδια
Κι αμέσως γράφτηκε εικόνα
Που βγήκε από τα σκοτεινά
Μπουντρούμια της ψυχής μου
Πως είν’ εκείνη
Η μυστηριώδης
Ατλαντική
Άστραψε κάτι μέσα μου
Μια φλογερή χαρά
Πως ήμουν δήμιος
Και το μισάνοιχτο των σκουπιδιών καπάκι
Λαιμητόμος.

Και να σκεφτεί κανείς
Πως η αγάπη
Άδολη λένε πως είναι
Σαν τις γλαδιόλες
Ή σαν τα νήπια που αρμενίζουν μες στις κούνιες
Βαρκούλες φωτεινές στον ουρανό

30 Μαρτίου 1975

Από το βιβλίο:
«Ακαριαία», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1985.

Κική Δημουλά

Δεν έχεις τι να χάσεις

Καλά τα βγάζει  πέρα η μοναξιά
φτωχικά αλλά τίμια.
Αλλού κοιμάται αυτή
κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν.

Μόνο καμιά φορά
σε πειραματισμούς την παρασύρει
η περιέργεια
–  όφις προγενέστερος
και πιο φανατικός
απ’ τον νερόβραστον εκείνον της μηλέας.
.
Δοκίμασε της λέει, μη φοβάσαι
δεν έχεις τι να χάσεις
και την πείθει
να κουλουριάζεται πνιχτά
να τρίβεται σα γάτα ανεπαίσθητη
πάνω στον διαθέσιμο αέρα
που αφήνεις προσπερνώντας.
.
Απόλαυση πολύ μοναχικότερη
από τη στέρησή της.

Από την συλλογή Χλόη Θερμοκηπίου

Τίτος Πατρίκιος

Όπως οι γάτες

Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν
έτσι κι εγώ σ’ αυτή την κόχη θ’ απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τ’ όνομά σου .

1949


Γιώργης Παυλόπουλος

Ο γάτος μου

Ο γάτος μου
έχει όλα τα ελαττώματα
και τις αδυναμίες μου.
Νωχελής και ακαμάτης
νυχτόβιος και ονειροπόλος
του αρέσει να μυρίζει το σκοτάδι.
Σπάταλος στα χάδια
ρίχνεται στο κορίτσι μου
χώνεται στα πόδια της
κι όταν τον διώχνω
μου παρασταίνει τον τίγρη.
Συχνά τον γελοιοποιώ
και τότε αγριεύει
σηκώνουνται στη ράχη του οι τρίχες
και μου δείχνει τα νύχια του.
Όταν οι καλεσμένοι μου
μιλάνε για πολιτική
πλήττει και κοιμάται στο χαλί.
Δεν μου επιτρέπει να βλέπω τηλεόραση
κι έμαθε με την ουρά του
να μου κλείνει το κουμπί.
Ωστόσο δεν χώνει την ουρά του πουθενά.
Δειλός και άτολμος
δεν ανεβαίνει ποτέ στα κεραμίδια.

Αγαπάει τις όμορφες γάτες
αλλά κανείς δεν ξέρει
πού σμίγει τις φιλενάδες του.
Αλχημιστής απολαύσεων
αριστοτέχνης εκπλήξεων
σκηνοθέτης της σκιάς του
κυνηγάει πεταλούδες.
Με εκλιπαρεί να τον προσέξω
μα εγώ τον αποφεύγω επίτηδες
και τον παρακαλώ να με αφήσει ήσυχο
να γράψω αυτό το ποίημα για το γάτο μου
που με βασανίζει χρόνια.
Μου γυρίζει τότε την πλάτη
και χάνεται στο σκοτάδι.
Και βέβαια δεν με ζηλεύει καθόλου
για τις επιδόσεις μου στην Ποίηση.

Θέλει να μοιράζεται το πιάτο μου
αλλά δεν του κάνω ποτέ το χατίρι
κι ας λένε πως η Ποίηση
είναι το πιάτο που μοιράζεται
ο ποιητής με το γάτο του.


Σωτήρης Παστάκας


Χόρχε

Εκδόσεις Μελάνι 2008

*

Κοιτάζω τον γάτο μου
στα μάτια,
όταν θέλω να κοιτάξω
κατάματα το σκοτάδι,
όταν βλέπω το χαμηλό ποτήρι
ν’ απομένει δίχως ουίσκι.

Κοιτάζω τον γάτο μου
στα μάτια,
όταν τελειώνει το μολύβι,
τα πυρομαχικά,
τα λόγια μου,
τα χέρια που είχα
κάποτε εκπαιδεύσει
να κλέβουν απαρατήρητα
τις καρδιές των γυναικών,
χέρια λωποδύτη,
χέρια απατεώνα,
χέρια που έκλεβαν την αγάπη
και δεν τα καταλάβαινε κανένας,
σε κόσμο, σε πλατείες
κατάφωτες, και σ’ έρημους
δρόμους τα χέρια μου.
Αν δεν εύρισκαν λεία
το αριστερό μου χέρι
ήταν ικανό να κλέψει
το δακτυλίδι μου
από τον δεξιό παράμεσο,
το ακριβό μου rolex από τον
αριστερό καρπό
το δεξί μου χέρι,
έτσι σε διαρκή εξάσκηση
να μη χάνουν το ρυθμό
και τα δυο μαζί
να βυθίζονται στο μυαλό μου
και να μου κλέβουν τις σκέψεις,
τα όνειρα,
τις υποσχέσεις,
τα χθεσινά αναφιλητά,
λέξεις από τα τραγούδια μου,
μεμονωμένες λέξεις-
όταν τραγουδούσα την αγάπη,
τα μαλλιά και τα μάτια της,
τις στροφές και τις ρίμες.

Κοιτάζω στα μάτια τον γάτο μου,
χρόνος συμπυκνωμένος,
όταν έχω χάσει το χρόνο μου
τη χρονιά που μόλις διανύουμε
αν κι είναι στις απαρχές της,
το ήμισυ του μηνός Απριλίου
του σωτηρίου έτους 2007,
ο γάτος μου δεν το γνωρίζει.
Χρόνος αδάμαστος
χρόνος διαρκής
τα μάτια του,
κι έπειτα από το χρόνο
θα με κοιτάνε πάντα.

Κοιτάζω στα μάτια του
τον γάτο μου
τη χαμένη μου αιωνιότητα,
τις ώρες,
τις μέρες,
τα χρόνια,
χωρίς να επιθυμώ
να πάρω πίσω
ό,τι αγάπησα
κι ό,τι έχασα
δεν μπορώ να τα βρω στα μάτια του.

Κοιτάζω τον γάτο μου
κατάματα
να αντικρύσω το βλέμμα
που θα με εκμηδενίσει,
το χρόνο που θα στερέψει,
τον προσωπικό μου χρόνο
τον αστείρευτο επιθυμιών
που δεν έχω ακόμη γνωρίσει,
κοιτάζω στα μάτια
τον γάτο μου,
για να δω τον χρόνο
που θα συνεχίσει να κυλά
και μετά από μένα,
αυτή την ασήμαντη μονάδα
της οικουμένης,
το αφόρητο ονοματεπώνυμο,
τα χιλιοφορεμένα ενδύματα
του εγώ, του θέλω και του τώρα,
τον πληθωρικό παρουσιαστικό μου
σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία
την σωματική επιβάρυνση
που επέφεραν στον αρκτικό κύκλο
οι σινιέ μου γαλότσες,
το πρόσθετο βάρος
που κουβάλησα πάνω από τον Ατλαντικό
στην υπερπόντια πτήση μου,
δυο-τρία βιβλία
δυο-τρεις φιάλες double malt-
αλλά όχι το γάτο μου
μες στο κλουβί του.
Νοσταλγώ το βλέμμα του,
εννιά χιλιάδες χιλιόμετρα
μακριά από το γάτο μου
δεν μου φτάνει να δω τον κόσμο
αν δεν βλέπω τα μάτια του.

Κοιτάζω μέσα στα μάτια
τον γάτο μου
και βλέπω τον κόσμο.

(Σε συνεργασία με το ηλεκτρονικό περιοδικό «Διαπολιτισμός»)