Εγκαινιάζουμε σήμερα εβδομάδα νεότερων συνεργατών του “ποιείν”, αφιερωμένη σε όσους 15+ αποκτήσουν ADSL σύνδεση μέσα στο 2009!

Ι

είμαι εδώ
στη πραγματικότητα πάντα ήμουν εδώ
στη τσέπη του σακακιού μου
σε μια άκρη του λιμανιού
στους λερωμένους τοίχους
στα γράμματα που δεν έφτασαν
ήμουν εδώ
ανέπνεα
σε σκουριασμένα μέλη
παρέα με ρυτιδιασμένες σκιές

ω ναι είμαι εδώ
πάντα ήμουν εδώ
μιλώντας με γριές διαβάτισσες
τις βροχερές νύχτες
ψιθυρίζοντας παλιές μελωδίες
στάζοντας θλίψη
φτύνοντας όνειρα
είμαι εδώ
εδώ
να με κοιτάξεις:

ποτέ δεν έφυγα

II

τώρα περπατάς θριαμβευτικά
στους βρώμικους δρόμους
τα μαλλιά σου ανεμίζουν
στη κόκκινη τσάντα το κραγιόν σου
λίγα φτηνά περιοδικά
και δυο τρεις φωτογραφίες
χαμογελάς ευχαριστημένη
η θεά της πόλης
λίγο πριν βρέξει
λίγο πριν νυχτώσει
τα αγόρια θα αυτοκτονούν
και οι γέροι θα ξενυχτάνε
κοίτα

όλα κύλησαν σα ψέμα

III

το μόνο που συμβαίνει
είναι η αλλαγή των χρωμάτων στους τοίχους
είναι οι κινήσεις των χεριών
χαμένος νικητής
κοιτάζω με τις ώρες το ταβάνι
με ένα ιδρωμένο φανελάκι

έξω είναι οι πόλεμοι
υποθέτω όλο και πιο πολλοί
θα σκοτώνονται όσο περνά ο καιρός
στους δρόμους
στη δουλειά
στα σπίτια
στη τηλεόραση
ελάχιστοι δραπέτευσαν

πολύ λίγο ενδιαφέρον
πολύ λίγο κουράγιο
ενώ
έξω οι βόμβες σκάνε
οι μέρες φεύγουν
κι εδώ
δε συμβαίνει τίποτα

ΙV

θυμάμαι τις νύχτες
όλες εκείνες τις βουβές
σκυθρωπές πένθιμες
νύχτες
το μόνο που έμενε ήταν να γραφεί
ένα ποίημα
-χαμένη η υπόσχεση πως δε θα
ξαναγράψεις-
άλλο ένα ποτήρι
άλλο ένα μπουκάλι
άχρηστα ποιήματα που γράφτηκαν
και ποτέ δε διαβάστηκαν
το όνειρο να γίνεις συγγραφέας
οι απορρίψεις
και η μουσική να παίζει
και τα αστέρια να πέφτουν

όλες εκείνες οι βουβές
σκυθρωπές πένθιμες νύχτες
ήταν τόσο ωραίες

V

και μετά
δεν θα ξέρει κανείς
πως υπήρξαμε μέσα στα
δισεκατομμύρια
μόνο να κοιτάξεις
να κοιτάξεις αυτές
τις λέξεις που θα ξεχυθούν
σαν περιστέρια
και θα καταλάβεις
το τρόπο που προσπαθήσαμε να
νικήσουμε
όλους εκείνους τους
βασανιστικούς
τρομακτικούς
μικρούς θανάτους
λίγο πριν
το μεγάλο
τέλος

VI

το γράψιμο ερχόταν πάντα από
μόνο του
περπατώντας σʼ ένα βρώμικο στενό
κοιτώντας τʼ αστέρια μια βουβή νύχτα
στα κορίτσια που μας χαμογελούσαν
αυτό που έμενε ήταν να γεμίσει λέξεις ένα χαρτί
δεν είχαμε τίποτα κι αυτά που ζητούσαν οι άλλοι
μας φαινόταν περιττά
μόνο ένα ποίημα περίμενε
ένα άγιο ιερό ποίημα γραμμένο πάνω
στους λερούς τοίχους
γεννιόταν

η σύγχρονη ποίηση μας φαινόταν ανούσια , βαρετή
χωρίς σπίθα
κι εμείς περιμέναμε
περιμέναμε κάτι μαγικό
που θα ερχόταν ξαφνικά ένα κρύο βράδυ
το ποτό μας συνόδευε πάντα
είμασταν ευτυχισμένοι καθώς παραπατούσαμε
άλλο ένα ποίημα
άλλη μια υπέροχη νεκρή νύχτα :
τι υπέροχο να τραγουδάς μόνος
στους έρημους νυχτερινούς δρόμους

VII Lee Evans: Big Live at the O2 move

κοίτα
η χοντρή άσχημη γριά
κρατάει από το χέρι το κοριτσάκι
στη μέση της αυλής
τούτη την αυγουστιάτικη νύχτα
και χορεύουν
γέλια χαράς
καθώς ή ζέστη είναι ανυπόφορη
η μουσική παίζει
και τα αστέρια λάμπουν

VIII

οι νταήδες μας τα ʽλεγαν
στα σχολεία
στα πανεπιστήμια
στο στρατό
στη δουλειά
τους βλέπαμε ατάραχους
αδιάφορους
στα χοντρά κορμιά τους
να γελάνε μαζί μας
«ρε σεις πως θα προχωρήσετε έτσι
είστε αξιολύπητοι»
παρατούσαν τις γυναίκες τη μια
μετά την άλλη
εκείνες έκλαιγαν γι αυτούς
έδερναν τους φίλους τους
και εμείς
δεν ξέραμε ποτέ πως να φερθούμε
είχαμε το ποτό
τις λέξεις
τις άσκοπες νύχτες
-χαμένοι από χέρι-
έπειτα βολεύτηκαν στα γραφεία τους
με όμορφες γυναίκες που τις απατούσαν
κάθε τόσο
μαζεύοταν τις Κυριακές με τους φίλους
για τους αγώνες
έκαναν παιδιά
-ήταν έτοιμοι και ό,τι πρέπει-

οι υπόλοιποι
κλείστηκαν σε τρελάδικα
αυτοκτόνησαν
πυρπολήθηκαν
έγιναν ερημίτες
και οι χειρότεροι απʼ όλους
ποιητές

IX

αυτό το βράδυ
θα πετάξω ψηλά τι καπέλο μου
και θα βγω στους δρόμους της Μεσοποταμίας
θα πιάσω ένα αστέρι και
θα το κρύψω στη μασχάλη μου μαζί με ένα τόπι
θα πιάσω κουβέντα με γέρους βαρκάρηδες
για περασμένες εποχές
και θα κοιμηθώ σε ένα φωτισμένο στενό
τούτο το βράδυ
οι φίλοι μου θα ανάψουν φωτιά
και θα βουτήξω σε ένα πορφυρό λιμάνι τραγουδώντας
και τα κορίτσια
και οι γριές
και οι αλαφροΐσκιωτοι
θα ψέλνουν ανοιξιάτικους σκοπούς
σε ανεξερεύνητα βασίλεια

X

μου ʼπαν πως θα βρέξει
εδώ και καιρό
στέκομαι
κοιτάζω τα σύννεφα
κι όταν μεθάω
κι όταν παραμιλάω
κοιτάζω τα σύννεφα
μου ʼπαν πως θα βρέξει
κι έτσι διψασμένος σακάτης
περιμένω
περιμένω
περιμένω

κουράστηκα να γέρνω στους τοίχους
τα χαμένα χρόνια γελάνε
οι χαμένοι έρωτες γελάνε
κοιτάζω τα σύννεφα
όλα τα βράδια που περίμενα να βρέξει με αγωνία
τα κρύα
θλιμμένα
σιωπηλά βράδια
τα βιβλία ακουμπισμένα στο τοίχο
οι νυχτερινοί περίπατοι στη πόλη
τα ποιήματα
τα όμορφα κορίτσια
τα παραμιλητά

εκλιπαρώντας
απλώνοντας το χέρι
ζητιανεύοντας
λίγη βροχή

XI

ναι ρε
συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι
στα ίδια δωμάτια
δε θα μας βρεις πουθενά
εντωμεταξύ
υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά
πολλά σαββατοκύριακα
πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το
ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα
-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-
πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές
πολλοί εκδοτικοί οίκοι
ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε
ευτυχισμένοι
οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ
θα γράψουμε αυτές τις λέξεις
ένα βράδυ του οκτώβρη
και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους
κοίτα μας
δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια
εδώ
στις πολύχρωμες πολιτείες μας
εδώ
η ζωή και ο θάνατος μας
χαμογελούν
και ξέρουμε και οι δύο
πως δεν θα συναντηθούμε
ποτέ

XII

δεν μπορώ να το εξηγήσω
είναι λυπηρό
οι μέρες εναλλάσσονται
και τα ηλιοβασιλέματα δεν
μου λένε τίποτα
κοιτάζω απʼ το παράθυρο
και η μουσική παίζει
παίζει αργά γλυκούς σκοπούς
περπατώ από το ένα
δωμάτιο στο άλλο
νικημένος
όμως ίσως μʼ ανακηρύξουν
ποιητή της χρονιάς
-ελπίζω της δεκαετίας-
καθώς κοιτώ μια λευκή κόλλα
οι νύχτες φεύγουν γρήγορα
ο καιρός ψυχραίνει
το όνειρο γίνεται
άσχημο
κοιτάζω τα δυο μου χέρια
ενώ η μουσική ακούγεται όλο και
πιο βαθιά
όλο και πιο μακριά
και πέρα στην άκρη του ορίζοντα
ήχοι μηχανής τρένου

XIII

εκείνος ο ποιητής είναι
επιχειρηματίας με
σπουδές στο εξωτερικό και
πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο
δίνει συχνά ποιητικές βραδιές
και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός
οίκος κυκλοφόρησε
με τιμές
το βιβλίο του
με την εικόνα του να
φιγουράρει σε πολλά
καθώς πρέπει
περιοδικά

μείνετε ήσυχοι:
ούτε που το άνοιξα

θλίψεις που χορέψαμε
τόσες νύχτες μαζί
κι όμως
δεν μάθαμε ποτέ το όνομα τους

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΑΠʼ ΤΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Ο Σωτήρης κοίταζε για αρκετή ώρα πίσω απʼ τη κουρτίνα , ήταν η ώρα που είχε αρχίσει να βραδιάζει και άναβαν τα φώτα του δρόμου.
Χτύπησε το χέρι του στο τοίχο.
«Σκατά , είμαστε δειλοί , κοιτάζουμε για ώρες απʼ τα παράθυρα , μπεκροπίνουμε , χρειαζόμαστε μια σπίθα , αυτό είναι , ΜΙΑ ΣΠΙΘΑ».
Ο Ανέστης συνέχιζε να γράφει χωρίς να σηκώσει καθόλου το κεφάλι του.
«Βέβαια , γράφεις πάλι αυτές τις μαλακίες , όμως δεν είναι έτσι , γράψε για ΕΡΩΤΑ , γράψε για ΖΩΗ . Αυτά θέλει ο κόσμος. Είσαι δειλός ».
Ο Ανέστης σήκωσε το κεφάλι του.
«Γιʼ αυτό γράφω , Σωτήρη , είναι το τελευταίο που μου μένει να κάνω».
«Και να πίνεις».
«Και να πίνω. Όλα κάποτε χάνονται σʼ ένα ανοιξιάτικο βράδυ Σωτήρη .Τα κορίτσια ,
τα ποιήματα , οι φωνές . Μʼ αυτό το τρόπο έχω μείνει όρθιος νύχτες τώρα . Κοίτα με».
« Ω παράτα με , κοίτα πως γράφουν οι άλλοι , κοίτα τα χαμένα χρόνια , κοιτάζουμε πίσω απʼ τις κουρτίνες και πίνουμε , Η ΣΠΙΘΑ . Μπορούσες να διαβάζεις ποιήματα τώρα ενώ οι γκόμενες σε κοιτάνε στα μάτια , μπορούσες να ΄σαι πιανίστας , να κυνηγάς άγρια ζώα στην Αφρική».
Άνοιξε τη πόρτα , βγήκε έξω και τη χτύπησε δυνατά. Πλέον είχε βραδιάσει για τα καλά .
Ο Ανέστης άναψε τσιγάρο , άνοιξε το ραδιόφωνο και σιγοτραγούδησε τη μελωδία…

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

Τις θυμόταν όλες . Μία μία . Το τρόπο που περπατούσανε , τα πολύχρωμα φορέματα , τα κρυφά χαμόγελα. Τις ιστορίες για τους πρώην εραστές. Γιορτές και αργίες και ταξίδια στις διακοπές. Όλα κατέληγαν στο πουθενά-αυτό ήταν το μόνο βέβαιο. Και τι έκανε τώρα μόνος;
Ένας μεθυσμένος νʼ αγκομαχά , τα σκονισμένα βιβλία , τα κορίτσια που δεν άγγιξε ποτέ. Πήρε τʼ ακουστικό του τηλεφώνου και σχημάτισε τον αριθμό .
«Άννα ξέρεις , καλύτερα να μην έρθεις απόψε , δεν είμαι και πολύ καλά».
«Τι συμβαίνει μωρό μου; έμπλεξες μʼ άλλη; πίνεις; γράφεις πάλι αυτές τις χαζομάρες;
τι συμβαίνει;»
«Απλά έλεγα να μείνω μόνος απόψε . Αυτό».
«Εντάξει , θα βγω με τον Δημήτρη , ξέρεις αλήθεια πως σκέφτεται νʼ αγοράσει καινούριο αμάξι; Είναι τρομερό! Α και χθες ψόφησε το χρυσόψαρο του, είναι λίγο χάλια , μα θα πάμε βόλτα , θα τον κάνω να νιώσει καλά σίγουρα».
«Δεν είχα αμφιβολίες γιʼ αυτό».
« Ω κόφτο μην αρχίσεις πάλι . Βγες έξω , είναι τέλεια μέρα . Σε κλείνω τώρα γλύκα , πάω να ετοιμαστώ».
«Εντάξει».
Κατέβασε τʼ ακουστικό , χαμογέλασε και ξάπλωσε στη πολυθρόνα του περιμένοντας…

ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Εδώ οι μέρες κυλάνε το ίδιο . Κοιτάζω με τις ώρες εκείνη τη βρεγμένη τουλίπα από το παράθυρο. Ένα σκυλί ψάχνει για τροφή στους φορτωμένους κάδους . Νοέμβρης .
Στο διπλανό δωμάτιο ο Ανέστης ουρλιάζει εδώ και ώρα- κανείς δεν μπήκε στο δωμάτιο να τον ηρεμήσει . Εδώ είναι τόσο γαλήνια! Η βροχή δυναμώνει κι εγώ κοιτάζω, κοιτάζω εκείνη τη ροζ κατσουφιασμένη τουλίπα .Εδώ δεν υπάρχει χρόνος.
Σε λίγο θα φέρουν το φαγητό-δεν πεινάω . Εκείνη αρχίζει σιγά σιγά να φεύγει από τη μνήμη μου. Έρωτας . Σκύλος .
Ξαπλώνω στο βρώμικο κρεβάτι μου και δεν υπάρχει κανείς , μόνο μια γαλήνη περιφέρεται , βγαίνει έξω στο διάδρομο , αγγίζει τους τοίχους , τους κάνει όμορφους .
Απλώνω τα χέρια μου στο θολό γλόμπο . Γελάω δυνατά , γελάω , τώρα όλο και πιο δυνατά , χτυπώ τη πόρτα με μανία .Είμαι φτερό . Στροβιλίζομαι στο κενό διάστημα καθώς γράφω αυτές τις λέξεις . Σωτήριο έτος 1892 .

ΚΑΛΟΣ ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ

Το τηλέφωνο χτυπούσε εδώ και ώρα . Ο Παύλος σηκώθηκε παραπατώντας κλοτσώντας τα μπουκάλια στο πάτωμα . Δευτέρα πρωί . Σήκωσε τʼ ακουστικό. Ήταν ο Τζίμης ο σκληρός .
«Φιλάρα , νόμιζα τα τίναξες , σε παίρνω εδώ και ώρα».
«Είμαι εντάξει Τζίμη».
«Έφυγες ξαφνικά χθες και η Καίτη κι εγώ ανησυχήσαμε . Ξέρεις , μας έπιασε η βροχή και μου πρότεινε νʼ ανέβω στο δωμάτιο της. Ε , ξέρεις τώρα . Είχαμε ανάψει και οι δύο . Μου ʽπε πως είσαι περίεργος . Καλός αλλά περίεργος . Τη περιποιήθηκα».
«Είναι εντάξει Τζίμη».
«Σίγουρα ε; Α , μεθαύριο έρχεται και ο δικός της , ο ένας απʼ τους δύο ,κάτι προλαβαίνω ακόμα».
«Χαίρομαι Τζίμη».
«Λοιπόν τώρα κλείνω , της πρότεινα να πάμε για μπάνιο , θα τα πούμε μεθαύριο».
Ο Παύλος έκλεισε τʼ ακουστικό , τράβηξε τη κουρτίνα και κοίταζε κάμποσα λεπτά αυτούς που ξεκίναγαν για τις δουλειές τους…

ΠΕΤΡΟΣ

Ντυνόταν με κουρέλια χρόνια ολόκληρα- τον έβλεπαν σαν κάτι παράταιρο . Απεχθάνοταν τους ψυχίατρους , τα μεγάλα πρόσωπα , τους πολιτικούς.
Μουρμούριζε μόνος εκείνα τα παράξενα λόγια για πριγκίπισσες, πολύχρωμα κάστρα και μικρά ξωτικά.
Φίλε , σου το χα πει , επιτυχία , φήμη , δύναμη ,εμείς κοιτάζουμε την ασχήμια ενώ κυριαρχεί η ομορφιά . Παιχνίδι φίλε . Παιχνίδι. Όμως κοίτα , κοίτα τη μαγεία της ασχήμιας. Μη τη παρατάς.
Εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα ανήμερα των Χριστουγέννων κάποιοι έβλεπαν έναν άνθρωπο να πέφτει από ένα μπαλκόνι. Η πόλη βαριανάσαινε εκείνο το βράδυ…

ΜΙΧΑΛΗΣ

Ξεκλείδωσε αργά τη πόρτα του και μεμιάς σωριάστηκε στο βρώμικο κρεβάτι. Αφουγκράστηκε για λίγο τους ήχους της πόλης. Πρέπει να ʼταν Μάρτης. Η Απρίλης.
Δε τον ένοιαζε.
« Πάει τα τίναξα » , σκέφτηκε καθώς σηκωνόταν κατεβάζοντας μια γουλιά κόκκινο κρασί.
«Τα ποιήματα, οι μοναχικές κυρίες, τα ουρλιαχτά, η γεύση της θλίψης το ξημέρωμα, ο Καμύ , πάει, τα τίναξα»
Σήκωσε ξανά το μπουκάλι . Άρπαξε ένα κομμάτι χαρτί .

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ , ΜΟΝΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΙΣΩΣ Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ . ΙΣΩΣ ΚΑΤΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ.

Έγραψε ένα νούμερο κι ένα όνομα . Γέμισε δέκα δεκαπέντε χαρτιά με τις ίδιες λέξεις.
Άκουσε για λίγο τους θορύβους της πόλης , έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι έσβησε το φως ενώ τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να πηγαινοέρχονται…

ΖΩΗ

Οι κουρτίνες ανέμιζαν κάθε τόσο . Παρατηρούσε το μουντό, θλιμμένο ουρανό εκείνου του σαββατιάτικου απογεύματος. Για μια στιγμή κοίταξε το μαύρο φουστάνι της στο καθρέφτη . Τα γκρίζα μαλλιά . Οι εραστές της ζωής της .Τα ερωτικά ποιήματα .Τα αγόρια που έκλαιγαν για τα γαλάζια μάτια της . Τα βράδια κάτω απʼ το φεγγάρι.
Η σοφία ήρθε αργά.
Άφησε τα δάχτυλα της στο πιάνο. Θλιμμένη , βασανιστική μελωδία . Αναστέναξε .
Οι πρώτες στάλες άρχισαν να τρέχουν στο παραθύρι…

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΦΑΜΕΝΟΣ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 16/5/1982

ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΓΓΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ,

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΦΟΙΤΗΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ , ΙΑΜΒΟΣ ,

ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, ΕΝΕΚΕΝ

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ 2007 ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΒΑΛΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

– ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΕ ΜΙΑ

ΧΩΡΑ ΝΕΚΡΩΝ

2008 ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΒΡΩΜΙΚΟ ΦΩΣ