.!.

Ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ!

Ναι, ναι αδέρφια δεν το λέει το Ρουλιώ, μια τούρκικη παροιμία το λέει, όσο πιο αψηλός τόσο πιο αχμάκης… πιο μουρός, που λεγε κι η Λέγκω.
Τζαστ ταμάμ για τον Χασάν η παροιμία πάνω από 1 και 90 και μυαλό γκόλντουργκας…ναι βρε απ΄το γκολντουρ-γκολντουρ-γκόλντουρ που κάνουν οι σερνικές, όταν είναι σέξαψη…ναι, ναι κάπου θα τις έχετε ακούσει… τις σερνικές τις γαλλοπούλες. Ασταμάτητες γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ και τα λαιμά τους και τα λειριά τους να συντονίζονται με τις φωνές τους κι όσο συντονίζονται, τόσο εξιτάρονται και συνεχίζουν ακάθεκτες, οι σερνικές οι γαλοπούλες.
Ταμ ο Χασάν ο ουζούν…ψέματα όχι μόνος… χωρίς παρέα δε λαλεί η σερνικιά η γαλοπούλα, θέλει παρεάκι τιριλό.Ταμ οι Χασάνηδες λοιπόν τρεις τον αριθμό.
Χασάν ο ουζούν, Χασάν ο Λατσό ο killer και Χασάν ο εγγονός του Ιμάμη απ΄τομορφόσογο. Ο δεύτερος κι ο τρίτος ξύπνιοι…και τον λέγαν γκόλντουργκα τον ουζούν και χιάρ από μικρό…μες στα σοκάκια της αγοράς τακουγες… χιαρά μπακ και γύριζε ο ουζούν να δει που ‘ντοι οι ξύπνιοι. Κι αυτοί γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ γελούσαν κρυμμένοι στις γωνίες.
Ώσπου πήγε ο δόλιος ο ουζούν στην πόλη μια φορά, μεγάλος ήταν εκεί πίσω απ’ το καπαλί τσαρσί στην αγορά κι ακουγόταν από παντού… χιαρά μπακ, χιαρά μπακ κι έψαχνε να τους έβρει, αλαφιασμένος…και δω; Ώσπου σε μια στροφή έπεσε απάνω στον πάγκο με ταγγουράκια τα φρέσκα τα μικρά τα καταπράσινα…χιαρά μπακ του πε ο πωλητής χαμογελώντας και του το καθάρισε ταγγουράκι και ταλάτισε και το φαγε ο ουζούν…μοσχοβολούσε και τάρεσε πολύ και σαν να χαμογέλασε.
Και γύρισε πίσω και την είπε την ιστορία, μουρός για δεν είπαμε και τους την είπε με υπερβολή για να γελάσουν και χτυπήθηκαν απ΄τα γέλια μαζί… μα κάπου ανάμεσα στα γέλια ξανακούστηκε το γκόλντουρ- γκόλντουρ απ τους ξύπνιους και τα πήρε ο ουζούν, μεγαλώσαμε αδέρφια τους είπε, νισσάφι…γιετέρ το γκόλντουργκα, δε θα γίνω, άλλο μεζές για το ούζο σας… και τους απαράτησε σύξυλους.
Αναπάντεχος ο θυμός…ακόμα κι οι ξύπνιοι αιφνιδιάστηκαν, το παρακάναμε, φασλά γιαπτίκ είπε ο εγγονός του Ιμάμη, θυμούμενος την οικογενειακή παράδοση.
Αι σιχτίρ και συ νε φασλά γιαπτίκ, έτσι μεγαλώσαμε εμείς… νε φασλά γιαπτίκ; είπε ο killer… Σίμντι μπακ, τώρα θα δεις τι χουνέρι θα πάθει, ο ουζούν.
Και του στήσαν καρτέρι οι ξύπνιοι του ουζούν…ξέραν τις διαδρομές του…κι άρχισε να ψιλοβρέχει, αλλά εκεί…υπέρ πάντων το χουνέρι, γιατί έτσι μεγαλώσαν οι Χασάνηδες.
Κι όπως πήγαινε ο ουζούν σκυφτός για το σπίτι με τα χέρια στις τσέπες και το γιακά σηκωμμένο, ξεπετιόταν δυο τρία, κάθετα, σοκάκια πιο κάτω ο Λατσό με τα χέρια απλωμένα σαν φτερούγες, τρέχοντας στο βρεγμένο καλντερίμι και φωνάζοντας γκόλντουρ-γκολντούρ γκόλντουρ.Και στην επόμενη στροφή πάλι…και στη άλλη γωνιά γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ, ξανά
Πάνω στο σιχτίρ πιλάφι του killer, την είπε τη γκόλντουργκα ο ουζούν, στο ούζο μετά το ετσιθελικό φευγιό του, το ξαφνικό…που έπινε και θυμόταν η αντροπαρέα, έπινε και σχωρούσε… νεντεν μπε Λατσό, γιατί μπε αρκαντάς…νασιλ μπε αντας, συνονόματε… γιατί δεν είπες τίποτα;

ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ ΑΔΕΡΦΙΑ,ΓΙΕΤΕΡ!

Ίσα, ρε…θαλασσοτσακαλάκια
Ίσα, ρε…τολμηροί καπεταναίοι, θαλασσότσακαλάκια που δεν τη φοβάστε την αγριεμένη τη θάλασσα, τα κύματα, ούτε κι αυτά τα σκυλόψαρα τα πεινασμένα. Που ξέρετε τα σημάδια να διαβάζετε και τον καιρό και τους γλάρους, ακόμα.Με τους μπούσουλές σας, την πορεία χαραγμένη και τους χάρτες σας ξεκάθαρούς.
Ίσα ρε πολυταξιδεμένοι, με την εμπειρία καράβι σας.
Ουρτ, ρε τσακαλάκια, που μόνο τα λιμάνια και η πλήξη τους σας φοβίζουν, ατρόμητοι.
Αντέστε που λεν και στο χωριό μου.Αντέστε,δεν μπορώ νακούω άλλο… τη σιγουριά σας, δεν μπορώ. Αντέστε στη φουρτούνα κι αφίκετε εμάς τους θολωμένους, κάθε που πατάμε στο λιμάνι να προσπαθούμε ναπαλλαγούμε απ τη ζαλούρα μας, να ζήσουμε με τη ναυτία και την κοτρώνα στο στομάχι

Γιατί…σύσε σύσε το γαδούρ’…
Ήρθε, ήρθε ο παπούλης είπε το Γιαννούλ’ και ζάλωσε το γαδούρ’ του.
Έκοψε ένα κλαράκι βασιλικό, του βαλε σταυτί τ’ και καβαλίκεψε το γαδούρ’του.
“Άντε καμάρι μου το΄πε…άντε και περιμέν’ ο παπούλης, ένα βραδ’ θα μείνει.Ταχιά τ’χαραή θα φύγ’ είπι”

Άντε είπε στο γαδούρ’του το Γιαννούλ’, του δωσε να μυρίσει και το βασιλικό και κείνο κίνησε. Αγαπιόνταν με το γαδούρ’ του το Γιαννούλ’, συνεννογιόνταν.
Και πέτρα στην πέτρα…μον’πέτρες είχε ο τόπος τους, φτάκαν στ’αμπέλι.
Τρεις συκιές αμπελίσιες είχ η μάνα τ’ φυτεμένες, φορτωμένες ήταν κι οι τρεις.
Αυγουστιάτικα σύκα μελωμένα, μαύρα κι άσπρα.
Ξεπέζεψε το Γιαννούλ’ χάιδεψε το γαδούρ’ του σταυτιά, του ‘πει να περιμένει και μάζεψε το πεσκέσι. Τα πιο μεγάλα διάλεξε και τα πιο γινωμένα, μαύρα μόνο, τάσπρα δεν τάρεσαν του παππούλη…του θύμιζαν ταγιαποστολιάτικα τα σύκα τα ξερά, τα ουδέτσ’…που ούτε ζμί ούτε μυρωδιά είχαν.
Ξανανέβηκε μπίνα το Γιαννούλ’, με το κοφίνι του γιομάτο κι ευχαριστημένο

“Άντε, γιουφτό μ'” είπε στο γαδούρ’ του “Άντε κι ο παπούλης μας καρτεράει, άντε κι όχ’ απ’ τις πέτρις, χώμα, χώμα να παένουμι, για θα χαλάσουν τα συκαλάκια”
Που να το βρει όμως το χώμα το γαδούρ’ του…μον’ πέτρα ήταν ο τόπος τους.
Πέτρα στην πέτρα το λοιπόν και σύσε, σύσε το γαδούρ’ του, φτάσαν στον παπούλη.
Κατέβασε το Γιαννούλ’ το κοφίνι και με χαμόγελο το πρόσφερε στον παπούλη.
Άπλωσε εκείνος τα χέρια…

Το Γιαννούλ’, κοντοστάθηκε και τράβηξε το κοφίνι προς το μέρος του, πάλι…να δει τι γένηκαν τα συκαλάκια τα μαύρα…
Αχταρμάς τα συκαλάκια, πατημένα, σκισμένα πολύ και παντού…ένα πράμα γίνηκαν…όλο ζμί, μόν’ τα σποράκια τους ξεχώριζες και τις φλίδες τις ταλαιπωρημένες.
“Αχ, παπούλη” είπι απογοητευμένο το Γιαννούλη “Σύσε σύσε το γαδούρ’μου, σκατά τα κάναμι…φάτα αυτά παπούλη μου και μη μου θυμώσεις… θα σύρω να σου φέρω φρέσκα”

Με τη σιωπή

Και κει με τη σιωπή αγκαλιασμένοι από ώρα, σηκώθηκαν,ξαφνικά, αναπάντεχα…όμορφα, αχ πόσο όμορφα…κι άρχισαν να χορεύουν, αγκαλιασμένοι, μες στη σιωπή να χορεύουν, λουσμένοι σε χρώματα κοκκινα και μωβ, όμορφα, αχ πόσο όμορφα…σκηνή, στιγμή…μπερδεύονταν τα δυο, της έλεγε για σκηνές που έβλεπε, που του μίλησαν και τις έπαιζε…και κείνη του λεγε, ωραία είναι στις ταινίες, αλλά…όχι της έλεγε αλήθεια είναι και γω είμαι μέσα, εκεί…και μπερδευόταν…κι όταν τους άκουσε κι είπε τέλος δεν θα μπω άλλο…εκείνη άρχισε να του μιλά για σκηνές και τη διόρθωνε…δεν είναι σκηνές αυτές της έλεγε, στιγμές είναι, τη διόρθωνε, αυστηρά.
Και συνέχιζαν να χορεύουν, αγκαλιασμένοι μαζί .Και κείνη κοιτούσε τα πόδια τους να καταλάβει να δει, να κλέψει βήματα, κοιτούσε τα πόδια τους. Τα δικά της… φορούσε μποτάκια μαλακά με κορδόνια δεμένα να προστατεύουν τους γυάλινους ταλαιπωρημένους της αστραγάλους, και τα δικά του… πόδια γυμνά να πατούν σταθερά δυνατά στο πάτωμα, και να χορεύουν, να γυρίζουν…και κείνη να πατάει ανάλαφρα πολύ και να γυρίζει όλο και πιο ελαφριά και να τον παίρνει μαζί και σε λίγο νανεβαίνουν ναφήνουν το πάτωμα και νανεβαίνουν και να γυρίζουν και χρώματα μωβ κόκινα και μουσική όμορφη, αχ πόσο όμορφη… και να αιωρούνται μαζί. Και σταμάτησε να κοιτά τα πόδια τους κι΄ανέβασε το βλέμμα της, τους ακολούθησε τους έβλεπε πια… να χορεύουν, να γυρίζουν και νανεβαίνουν, να αιωρούνται… όχι δε θέλει βήματα δε θέλει, ρυθμό θέλει, ρυθμό μαζί…και να χορεύουν, να γυρίζουν, νανεβαίνουν, να αιωρούνται μαζί.
ου σαι… και δε σε ρώτησα…γιατί είναι κουσούρι;

Ρακινίν οροσπουσού

Η πουτάνα του ούζου σου, τον έλεγε ο καλύτερος μεζές. Και κάθε γιαζί παστουρμά, παστουρμαδοκαλόκαιρο, ετοιμαζόταν να τον φτιάξει. Για δε θέλει ούτε πολύ ζέστη, ούτε πολύ κρύο ο παστουρμάς και δε θέλει κι υγρασία. Μια παράταση του καλοκαιριού μες στο φθινόπωρο με ελαφρύ ζεστό αεράκι, θέλει για να στεγνώσει καλά και να κρατήσει. Έπαιρνε το λοιπόν ο Αμέτ δυο κιλά κρέας, βοδινό για να του μείνει λίγο παραπάνω από κιλό παστουρμάς να χει παρέα για το ούζο του ως περίπου το Μάρτη, δεν άντεχε παραπάνω , μποζούκιαζε χαλούσε μετά το Μάρτη, όι σαν τους έτοιμους που πίτα στο σηντηρητικό δε χαλάνε ποτέ. Το πρόσεχε το στομάχι του ο Αμέτ, εν αντιθέσει με το συκώτι του

Δυο κιλά κρέας και καμιά έξι κιλά αλάτι για ταστάρωμα και το σέρτικο. Μαστορικά πράματα και δεν άφηνε κανένα να βάλει χέρι στη διαδικασία. Αστάρωμα έλεγε την πρώτη στρώση αλάτι. Έριχνε ένα κιλό αλάτι στο ταψί και ντελικάτα, αργά με υπομονή γύριζε το κρέας πάνω κάτω και δεξιά αριστερά να πιάσει η πρώτη στρώση ταλατιού, πράγμα δύσκολο μια και το κρέας φρέσκο, υγρό δεν το κρατάει ταλάτι και θέλει επιμονή κι υπομονή και τρόπο. Σαν νύφη το γύριζε κι απα δα κι απα κει μη μείνει γωνίτσα του ακάλυπτη Καμμιά ώρα του παιρνε ταστάρωμα. Μα μόλις έβλεπε ότι είχε πιάσει λίγο ταλάτι, τότε έπιανε το σέρτικο και που σε πονάει και που σε σφάζει. Ευγένεια, υπομονή κι επιμονή τέλος… θα λογαριαστούμε, σέρτικα, τώρα. σκληρά Το γυρνούσε γρήγορα το κρέας, είχε και τη μέση του πόσο άλλο όρθιος πια, νισσάφι και το πατούσε, βίαια κάθε που το γύρναγε, να μπει μέσα ταλάτι για ναφήσει το περίσσιο το αίμα ο παστουρμάς. Αφού κρυβόταν το κόκκινο του παστουρμά και ήταν πια καλυμμένος με αλάτι έπαιρνε τα δυο κομμάτια ξύλο και τις βίδες απ το μαραγκούδικο.

Τα χε υπολογισμένα τα ξύλα να χωράνε στο ταψί το ένα κάτω με μια στρώση αλάτι, μετά το κρέας κι από πάνω το άλλο κομμάτι ξύλο και βουρ πάτημα κι άμα τύχαινε να ʽναι και στα. ντουζένια του… που για τον Αμέτ ήταν να χει νεύρα και διάθεση για καβγά, βουρ στο χτύπημα, στη μπουνιά ο παστουρμάς, ώσπου λαλούσε και το κρέας και το ξύλο και το χέρι του Αμέτ. Οπαδός του ξεφορτώματος κι ο Αμέτ όσο κι αν πόναγε…μα την ήθελε τη βαρβατίλα ο παστουρμάς δε γινότανε χωρίς αυτήν. Κι αφού τον έδερνε για τα καλά έπαιρνε τις τρεις βίδες του, τις μέγγενες κι έσφιγγε τα δυο ξύλα όσο πιο πολύ έπαιρνε και στη μέση το κρέας σαν καρτούν που του χουν κολλήσει τη μούρη του στο τζάμι, σχεδόν ακουγότανε… θα σκάσω, θα σκάσω.

Άχ, έτσι εκεί να σκάσεις σκασμένο ειδαλλιώς παστουρμάς δε γίνεσαι κρέας θα μείνεις άψητο και θα σαπίσεις…άιντε γκετσμίς ολσούν, μπε περαστικά του ευχόταν και το βαζε στο ψυγείο.

Την επομένη που χε αφήσει το πρώτο αίμα, άνοιγε τις μέγγενες το καθάριζε απ το περισσιο αλάτι και βουρ σέρτικο πάλι και μέγγενες. Το σέρτικο κρατούσε μέχρι να σταματήσει να βγάζει αίμα το κρέας, μέχρι να στραγγίξει, όσο σηκώσει που λεν κι οι μάνες μας στις συνταγές.

Κι αφού δε σήκωνε άλλο πια, άρχιζε το ξαρμίρισμα. Και από κρέας τον εβάφτιζε γιαβρί και κορίτσι του. Έλα τουζλού μπενίμ έλεγε, μπι κεράς γιαπί, έλα να σε κεράσω, αρμυρή μου Νερά πολλά κι αλλαγές σχεδόν κάθε ώρα να τον δροσέψει που τον ταλαιπώρησε να μην κρατήσει γινάτι ο παστουρμάς και κλείσει παραπανίσιο αλάτι μέσα του, για μπίτισε ο μεζές…αρμυρός ο παστουρμάς σηκώνει νερό δεν σηκώνει ούζο και με το νερό ο Αμέτ δεν τα πάενε πολύ καλά, τον φούσκωνε. Από φούσκωμα πήγε στο τέλος, αλλά απ το ούζο και το συκώτι του… ευτυχώς όχι από νερό έλεγε στο καφενείο, λίγο πριν μπει για τελευταία φορά στο νοσοκομείο.

Κανά δυο μέρες έπαιρνε το ξαρμίρισμα και μετά…κανάκεμα, το γιαβρί του. Καθάριζε τον πάγκο της κουζίνας και τον σκούπιζε καλά, καλά για ώρα πρώτα με το βετέξ, μετά με χαρτί και μετά με πετσέτα , αφράτη, γιουμσάκ πεσκίρι μπουρσαλίδικο ναπορροφάει καλά, ούτε σταγόνα νερό να μην μείνει στον πάγκο. Κι ένα τελευταίο χουχούλιασμα κι έναν έλεγχο με το χέρι του κι άπλωνε το πεσκίρι για το γιαβρί,. Χαμόγελο και χάδια τώρα και κουκούλωμα με το πεσκίρι και χουχούλιασμα… γύρνα και σκούπιζε και έλα το να το στεγνώσω, έλα το κορίτσι μου που το ταλαιπώρησα.

Και τώρα αέρας, τζανίμ να σε χτυπήσει, έλα να σε βγάλω έξω στο μπουγάζι να πάρεις τον αέρα σου. Τον κρεμούσε στο τσιγκέλι και τον εσκέπαζε μʼ άλλο καθαρό πεσκίρι, τα γατιά φοβότανε , γιατί βροχή δε φαινότανε ξαστεριά έχει κορίτσι άιντε ιγι γετζελέρ, καλό βράδυ να χεις κι αύριο πρωί, πρωί θα σε πάω κάτω απ τη σκάλα, που δεν θα σε πιάνει ο ήλιος . Κανά δυο μέρες το πηγαινόφερνε το κορίτσι, μέχρι να ναι έτοιμο, στεγνό τελείως για το τσιμένι.

Μυστικό επτασφράγιστο η παρασκευή του τσιμενιού. Λέξη δεν του παιρνες του Αμέτ, κάτι μισόλογα για τσιμένι σε σπόρους και πιπέρι κόκκινο και σκόρδο κι όλα στουμπηγμένα στο γουδί. Μόνο το, για ώρα του στουμπήγματος ήταν ξεκάθαρό κι ή πλάτη του γυρισμένη στην πόρτα της κουζίνας. Κι άμα έβλεπε τα σκούρα γιετέρ έλεγε τα σουρτα φέρτα, φτάνει πια κι έκλεινε την πόρτα.

Ιεροτελεστία το τσιμένι το τελευταίο χάδι στο γιαβρί, για!
Μόναχος ήθελε να ναι, να ταπλώσει καλά να μυρίσει το κορίτσι για να του δώσει πίσω τη μυρωδιά στο μεζέ, να τον ανταμείψει. Γιατί το τσιμένι έλεγε ο Αμέτ τον κάνει τον παστουρμά, το κάψιμο κι η μυρωδιά του ζευγαρώνουν με το ούζο κι ας τους να λένε πως βρωμάει το τσιμένι και να το βγάζουν. Ολούρμο, μπε γίνεται παστουρμάς χωρίς τσιμένι, φάε χόρτο, καλύτερα και συμπλήρωνε μένα αχ… μισογελώντας προς τη γυναίκα του… άμα ο άντρας δεν μυρίζει τσιμένι και ούζο, μποκ ερκέκ, σκατά στα μούτρα του, γιαλαντζί άντρας είναι. Η Χατιτζέ , απ την άλλη κιχ, όπως πάντα…συμφωνούσε δε συμφωνούσε, μπιλμέμ.

Και πάλι στο τσιγκέλι το γιαβρί να στεγνώσει καλά το τσιμένι, να πετρώσει. Σκεπασμένο με λαδόκολλα πρώτα τώρα και μετά το πεσκίρι. Το πήγαινέλα απ το μπουγάζι στη σκάλα σταθερό κι έλεγχος τώρα, συχνός …στην αρχή με το μάτι και δειλά, δειλά και με το χέρι, για σε γελάει το μάτι… ώσπου να περνάς το χέρι σου απ το κορίτσι και να μην αφήνει ίχνος απ το τσιμένι, μόνο μυρωδιά ναφήνει

Έλα να σε πάω να ξεκουραστείς τώρα, στο φανάρι έπρεπε να σε βάλω να παίρνεις τον αέρα σου, αλλά…νεύρα είναι αυτά που να τα κουμαντάρει ο άνθρωπος, μπιτέ πάει το φανάρι και δεν αξιώθηκα να φτιάξω καινούριο…άιντε μπουζντουλάπ ιτσιντέ και μπεκλέ τζανίμ, στο ψυγείο και περίμενε νακονίσω το τσακί μου και θα κάνουμε παρέα.

Κι έπαιρνε το μαχαιράκι που χε πάντα μαζί του ο Αμέτ και το μασάτι της κουζίνας και ντγουρ, ντγουρ, ντγουρ, τακόνιζε μέχρι να γίνει ξυράφι μην το χοντροκόψει το γιαβρί και το μαγαρίσει. Μένα κατέβασμα του μαχαιριού έπρεπε να κοπεί η φέτα Τσιγαρόχαρτο τον ήθελε τον παστουρμά να σηκώνεις τη φέτα και ναχνοφαίνεται απέναντι το παράθυρο της κουζίνας. Ολμάζ, αλλιώς δε γίνεται. Όλο νόμους η ζωή του Αμέτ νόμους απαραβίαστους με ολούρμο ρητορικό και ολμάζ θηλιά στο λαιμό, νόμους δικούς του γύρω απ το ούζο του οι περσότεροι, γιατί στους άλλους νόμους …άι σιχτίρ και σεις και τα ναμάζια σας, οι προσευχές σας ήταν η απάντηση.

Άιντε σερεφέ κορίτσι της έλεγε μέτα την πρώτη τζούρα άσσου και την πρώτη γουλιά γεντί νούμερο, το εφτάρι το κομοτηναίικο το αγαπημένο του…και να πιεις θα πεθάνεις και να μην πιεις, πάλι θα πεθάνεις…το πότε δε φαινόταν να τον ενοιάζει Στην τέταρτη πέμπτη γουλιά και τζούρα τη δοκίμαζε, με τα μάτια κλειστά.

Άιντε αδέρφια σερεφέ, στην υγειά σας, γιατί η Ρούλα μπορεί να ναι στη μακαρονάδα, αλλά εσείς τι φταίτε;)
Σερεφέ, μπε!
να κοιτάξω;» τη ρώτησε ο Θαλής με το κεφάλι κάτω.
«Όπως είσαι…μη σηκώσεις το κεφάλι, μόνο κοίτα προς το
μου, κοίτα τα παπούτσια μου»

Δ.Ε.Θ.

Εκεί γύρω στο πενήντα πρωτολειτούργησε το καμάρι, μα ποιο καμάρι… τρομάρα μας, ετοιμάστε αδέρφια την έξτρα χήνα, της νύφης, μα ποιας νύφης… αυτηνής που άλλη σε δείχνουν κι άλλη σε δίνουν, του Θερμαϊκού…μα ποιου Θερμαϊκού, οποιουνού μας απόμεινε, όφου πια με το μηδενισμό σας.
Χαρά μεγάλη οι βόρειοι, θρίαμβος κάτι σαν να νικούσε ο ΠΑΟΚ για μια βδομάδα ή κατά το ελληνικότερον, με την κατσίκα του γείτονα σαν να έχανε ο Ολυμπιακός για μια βδομάδα.
Και περηφάνεια, αχουτά, αχουτά τα χωριατάκια μια περηφάνεια για το στολίδι το κόσμημα της πόλης το κλεμμένο …και μια αγωνία και μια βεβαιότητα για το λάθος, να δεις που θα μας την επάρουνε τα καρτάλια.
Δυο γρεβενίσιες έτυχε κείνες τις μέρες να ναι στην πόλη κι είπαν να πάν να δγιουν κι αυτές το παναίρ
Αφού γυρίσαν τα λιγοστά περίπτερα και θαγμασαν τα τρακτέρια και τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές, όπως τους εξήγησε το καλούτσκο το πιδί και σφώνησαν ότι θα κανε θαγματα ου Μήτσους μι τούτα δω τα πράματα, κατευθύνθηκαν προς τα ζα.
Λίγες οι συμμετοχές στην πρώτη έκθεση οπότε συμπληρώθηκαν κατά το παραδοσιακό των ζωοπανηγύρεων από την έκθεση ζωντανών,

-Βοήθειά μας είναι και του άγιου Μάμα, σιμά, κοντά είπε η μικρότερη
-Όχ του άγιου Μάμα, του αγίου Μάμαντος, έτς του πει ου πάτερ κι όχ σιμά κοντά στσι δυό του Σεπτέμβρ, άγιε Μάμαντε φύλαε τα ζωντανά μας είπε η μεγαλύτερη που ταν και ποιο μουρφωμέν.
Κι είδαν γρούνια, είδαν αλόγατα είδαν γάλλους αυτούς με τα λειριά όι τους άλλους, είδαν πάπιες είδαν χήνες
Κάπου στο τέλος της βόλτας κοντοστάθκαν
-Μωρ, τι πλι είν τούτου; είπε η μεγάλη
-Ισί να μʼ πεις που συ κι γραμματιζούμενη της την έκατσε η μικρή, που της τοχε φλαγμένου
-Ούι, ούι… τρανό που νι κι άσπρο, μπουζάτο, φτου σκόρδα του καμάριʼμ
– Θα κάν μαρί κάτ αυγά ιτούτο, αχά κάτι αυγά
– Αμ δε θα κάν, σουγκαντάρ του πλι
– Δγιες, δγιες μαρί τα φτιρά του, αχού πόσου τρανά, πουλύ αψλά θα πιτάει τούτονε, πολύ αψλά
-Κι μια μύτ , γκαγκάνα σουστή σαν του Μήτσου΄μ…κι δγιες μωρέ έει και σακούλ κάτου απ τʼ γκαγκάνα τʼ, τι του θελ του σακούλ του πλι, παράδις έχ;
-Λες μωρ να ν΄ καγκουρώ… πιτάμενου;
– Τι νʼ τούτο το καλουρώ… το πώς του πις, που μʼ λιες
-Καγκουρώ ζωντανό είνι, μι σακούλα σαν κι δαύτου αλλά φτιρά δεν έχ, ου Κωτσούς το λεγε που ρτε απ την Αστραλία
– Κι δγιεστο… αχά, πως πιρπατεί, σα μιθυσμένου παέν
-Τι μεθυσμένου καλιέ, αυτούνε σαν να κτσαίν μι φαίνιτι…άι τους απατιώνις κτσό πλί μας φέραν να δγιούμι
– Βρε μπας κι νι πλι που κρέν;
– Λιες μαρί… άι μίλα του από κοντά να δγιούμι
-Κι άμα δαγκάν μαρί… τι κοντά να πάω μι λιες
– Έλα, βαλ τα χέρια σ΄ σμπλάτη, να δγιες σαν κι μένα, αλλά σίμωσε να μας ακούσʼ
-Κρίννι, ωρέ πλι
Μούγκα το πλι
-Πουλ πουλ πουλ, κρίννι βρε
Ξαναμούγκα το πλι
-Γουλ γουλ γουλ, κριννι σι λιέω
Ξυθηκε για λίγο του πλι
-Πρρρρ, βρε… κρίννι σκασμένου
Ντιπ, κιχ του πλι
-Άι πάμι μαρί, πάμι και κτσο και κφό πλι που κριννι μας φέρανι οι απατιώνες

Υ.γ.1 πλι που κριννι: ο παπαγάλος
Υ.γ.2 Προς αποκατάσταση του κύρους της ΔΕΘ και των πρώτων διοργανωτών της, μη βγάλουμε και μόνοι μας τα ματάκια μας οι βόρειοι, το πλι…ήταν πελεκάνος

Κακός μπελιάς

Κοίτα ρε που βρήκαμε το μπελιά μας τώρα στα γεράματα. Δεν μας φτάναν ούλα τασυμμάζευτα έχουμε και το νταλγκά της νέας εμμονής. Άι πάγαινε ρε γραφιάκο που μου γινες και με άποψη, άι πάγαινε να συμμαζέψεις το κεφάλι σου που λες ότι σου κατέβει και παιδεύεις τον κοσμάκη, άι στα πιάτα σου κι άσε τα βαρύγδουπα, αχταρμάς και το κεφάλι σου κι η ζωή σου τι έχεις να πεις ποιον δρόμο θα δείξεις που από δέντρο σε δέντρο είσαι σκαρφαλωμένη και κεραμίδι δεν άφησες που να μην τανέβείς; Στα κάγκελα χρυσό μου στα κάγκελα σου πρέπει μαζί με τους Μπαογκτζήδες, ότι μυαλό σου απόμεινε κόλλησέ το στα κάγκελα και σταμάτα να μιλάς, σταμάτα δεν ενδιαφέρει κανέναν ο αχταρμάς σου και ταδιέξοδα και τα ίδια και τα ίδια, 42 χρονών κι ακόμα με τη μάνα σου να προσπαθείς να συμφιλιωθείς, ολούρμο ρε, ολμάζ καρντασίμ προχωράει ο κόσμος και συ πίσω να προσπαθείς ακόμα να χωρέσεις, φτάνει πια σε βαρέθηκα, φτάνει τα ίδια και τα ίδια τον κέρασες τον κόσμο πιλάφι μπόλικο με μύδια ξινισμένα, γιετέρ πια κουτσή Μαρία μας τα πες δεν αλλάζει τίποτα, πάρε την κουτσάβλα σου και τρέχα… χαχαχα, άκου τρέχα σούρσου μωρέ σούρσου όσο πιο γρήγορα μπορείς για ΄ερχονται και θα σε πατήσουν προχωράει ο κόσμος κουπούκι προχωράει το μάθαμε τώρα μικροί μεγάλοι στα καφενεία, ουστ ρε στη σπηλιά σου κρύψου, λάχανο θα σε φάνε κρύψου κοπούκι, πως το λέει μωρέ ο τούρκος ο σοφός… ιπινί κοπαράν καζιγινί τσικαράν μπορντά, κι αυτός που έκοψε το σκοινί του κιαυτός που έβγαλε το καζίκι του ούλοι αδακά, μαζεμένοι… τι νόμισες μωρέ επειδή αποφάσισες στα σαρανταφεύγα να δεις το σκοινί και το καζίκι σου και ναρχίσεις σαν το σκυλί να το δαγκάνεις το σκοινί για να ξεφύγεις, να το βγάλεις κι… α… απά δα μια φορά δάγκαμα κι… α… απά κει ξανά και στο λαιμό κι… ά… λίγο ακόμα απαρακάτ τράβηγμα και δάγκαμα και τράβα και πάτα και δάγκα το σκοινί και το λαιμό, το κατάφερες…μεγάλη δουλειά ωρέ κοπούκι κοπρόσκυλο ήσουν καζικωμένο κοπρόσκυλο τώρα δαγκωμένο να τρέχεις και να το σέρνεις το σκοινί και το καζίκι και κείνο να σε χτυπάει στα πλαϊνα κι όσο να τρέχεις τόσο να σε χτυπάει θα το κουβαλάς το καζίκι σου θα το σέρνεις και θα φαίνεται, κουρνιαχτό θα σηκώνει…οι κόπροι πεθαίνουν καμάρι μου άιντε 17, 18 χρόνια το παλεύουν και μας χαιρετάνε, κόπρος και κουτσός και στραβός και σαρανταφευγάτος …στον Άγιο Παντελεήμονα χρυσό μου μπας και σελεήσει…αργήσατε δεσποσύνη το πάρτυ τέλεψε…Α παπαπα, σήκωσε πάλι κεφάλι ο Χιτλερίσκος ή με φαίνεται της ξανθιάς, ποιο πάρτυ μωρέ τέλειωσε που ξέρεις εσύ από πάρτυ ποιονε άφηνες να σε πλησιάσει και να τολμήσει να σε καλέσει σε πάρτυ, καρακακιασμένο μια ζωή που θα με δώσεις και συμβουλές και πρόσεχε θα σε φάνε λάχανο, μόνο εσένα πρέπει να προσέχω χολιασμένο μόνο εσύ μπορείς να με φας και λάχανο και πατσά ψιλοκομμένονε να με κάνεις μπορείς, και νατακυρώσεις όλα… ξέρεις να λες τέλος πριν καν αρχίσεις την έχεις τη μονοκοντυλιά μια ζωή να με κυνηγάς με το δε φτάνει δε φτάνει τόσο, δεν γίνεται έτσι πιο γρήγορα πιο γρήγορα πρέπει, τρέχα πιο καλά δες τους άλλους δες δεν τους φτάνεις μαλάνιασες σαράντα χρόνια μαλάνιασες… ναι βρε σαράντα μόνο σαράντα, σαρανταδυό και σαρανταδυο μας έπρηξες άλλους έξι μήνες θέλει για τα σαρανταδυό μισόν άνθρωπο γεννάς σ έξι μήνες αρκεί ναταποφασίσεις …νάτο νάτο έτοιμο πάλι να τη ρίξει τη χολή σε ξέρω βρε επίτηδες το πα για να σε δω ναλαφιάζει το μάτι σου , ναι ρε δεν ταποφάσισα σαράντα χρόνια και να σου πω κάτι τσακαλάκο περήφανη είμαι που δεν ταποφάσισα γιατί κατάλαβα ότι δεν είμαι έτοιμη και δεν το γέννησα γιατί ήξερα ότι πολύ θα το παιδέψω αναντίμ ρε, αναντίμ για το ξερα με σένα αφεντικό στην πρώτη στραβοτιμονιά θα του λέγαμε πως το χασε το τρένο όπως εκείνη η σοφή η δασκαλίτσα που πε για το κορίτσι πως το χασε το τρένο Τετάρτη δημοτικού ήταν και δυσκολευόταν με τους δεκαδικούς και τα κλάσματα και την έβγαλε την απόφαση η δασκαλίτσα και την απόφαση και την ποινή και τη χολή αλλά έπεσε σε τσακάλι μάνα που την έβαλε στη θέση της δεν πειράζει της είπε ακόμα και να το χασε αυτό το τρένο …πολλά ακόμα την περιμένουν στο σταθμό και φεύγουν συνέχεια …είναι απόφαση, απόφαση συνειδητή να μην αποφασίζεις τσακαλάκο, ευθύνη είναι δεν ειν φταίξιμο…όπα όπα γύρισε το μάτι δύσκολα σου βαλα μωρέ το ξέρω απ το άσπρο μαύρο, απ το καλό κακό απ το ξέρω δεν ξέρω απ το μπορώ δεν μπορώ απ το φοβάμαι δε φοβάμαι, απ το φταίω δε φταίω… δεν είναι απέναντι γιαβρί μου ούλα τούτα συνέχεια είναι σε μια γραμμή είναι δε θα χρειαστεί να κάνουμε κανά άλμα τελείτσα τελείτσα θα τη φτιάξουμε τη γραμμή και θαχουμε περάσει απέναντι χωρίς να το καταλάβουμε…που λέει ο λόγος μανάρι μου, σαράντα χρόνια ταχουμε ακόμα …άιντε έλα κουραστήκαμε πάμε κι έχει πάρτυ στο νατασσούκο πάμε που σε λέω καλοκαιρινό δροσάτο σαν γρανίτα λεμονοφράουλα, πάμε να μας τρατάρει το κορίτσι!!!
«Δυο διαφορετικά…φοράς δυο διαφορετικά παπούτσια»

Αρτίν

Αρμένης, άνθρωπος πολύ. Πολύ ψηλός, πολύ χοντρός, πολύ κουβέντα, πολύ ποτό πολύ κάπνισμα, πολύ έκζεμα… στα χέρια,ανάμεσα στα δάχτυλα ευτυχώς υπήρχε ο καπνός τουτουνούμ μπενίμ ίνσαλάχ… ο δικός μου καπνός, δόξα το θεό Οσμάν, του λεγε.
Τραπεζάκι δε χρειαζόταν, ο Αρτίν, είχε την κοιλιά του, εκειά κουμπούσε τα τσιγάρα του. Ένα άναβε κι ένα έσπαζε και με τον καπνό έτριβε τις πληγές απ το έκζεμα ανάμεσα στα δάχτυλά του,ενώ η στάχτη απ ταναμμένο έπεφτε ολούθε, καθώς μιλούσε και τα Καρέλια χοροπηδούσαν, μαζί με την κοιλιά στο ρυθμό του γέλιου του. Έτριβε κι αναστέναζε με ικανοποίηση και το ίνσαλάχ εναλλασόταν επαναληπτικά με το δόξα το θεό…για τον Οσμάν το κανε…για κείνον… μπας κι ένας απ τους δυο θεούς, ακούσει τον πόνο του…πάεσε ο Αρτίν που να τον εβρείς να τον ρωτήσεις.

Πρωί βράδυ στον Οσμάν…τον αγαπούσε, τσάι καπνό και λακιρντί…δε χόρταινε κουβέντα ο Αρτίν. Μα ο Οσμάν έπρεπε να δουλέψει κουγιουμτζής,χρυσοχόος μάστορας , μόνο σαυτόν έστελνε δουλειά ο Μαρντιρός ο αδερφός του Αρτίν, που συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση…κουγιουμτζήδες κι αυτοί εμπόροι…ντιπ χαμπάρι, ούτε από σχέδια, ούτε από χύσιμο στης σουπιάς το κόκκαλο, ούτε από χάραγμα.
Α, ρε Οσμάν…κλέφτης θα γινόταν ο αδερφός μου χωρίς εσένα…σάματις δεν είναι τώρα θα μου πεις και δίκαιο θα χεις…απόλους μας κλέβει κι από σένα κι απ τους μουστερήδες κι απ τους προμηθευτές του… και μαζεύει, μαζεύει…μόνο εμένα έχει να τον κλέβω και τον εκδικούμαι για όλους σας.

Το μόνο λίγο έως καθόλου που χε ο Αρτίν ήταν η δουλειά… ένας σκλάβος στην οικογένεια φτάνει Οσμάν…ποιος τον εφταίει τον Μαρντιρός, αφού δουλεύει για δυο…

Ο Οσμάν σκυμμένος με το λαμπατεράκι του πάνω απ τα δαχτυλίδια, κεφάλι δε σήκωνε, ούτε απαντούσε του Αρτίν…κάνα γιοκ ζαράρ… δεν πειράζει, που και που…και κανά ίνσαλάχ…δόξα το θεό για να συνεχίζει ο Αρτίν το μονόλογό του.
Μόνο όταν του λεγε για τα χέρια του…σαν ψωμάκια είναι ρε ουστά τα χέρια σου…πώς τα καταφέρνεις μαυτά τα εργαλεία τα λεπτά και γράφεις κι όλοκληρα ονόματα στις βέρες…τι να πω… γιασά μπε ουστά, μπράβο σου.. μόνο τότε σήκωνε το κεφάλι ο Οσμάν και γελούσε ευχαριστημένος.

Λίγο πριν το μεσημέρι έπαιρνε τις τελειωμένες παραγγελίες…παράδες μη ζητάς από μένα ουστά, εγώ μόνο χαμόγελα…ο πατρόν, ταφεντικό τα γράφει…γράφε κι εσύ μόνο …είπαμε για…
Ταμάμ Αρτίν, ταμάμ…κονουσούρους…θα τα πούμε ταπόγευμα

Στην ώρα του ο Αρτίν … ταμ έξι, στο σκαμπώ του…ούτε γεια δεν έλεγε του Οσμάν…ήταν ώρα για ταπογεματινό παιχνίδι , με τον Τζίνκο τον ανηψιό του Οσμάν που κάθε απόγεμα πήγαινε στο θείο για κανά θέλημα. Έδινε λοιπόν ο Αρτίν στο Τζίνγκο τις νέες παραγγελίες να τις δώσει στον Οσμάν, εκείνος έσκυβε το κεφάλι κι οι δυο έξω στα σκαμπώ άρχιζαν τον πόλεμο.

Δυο πλαστικά στρατιωτάκια ο καθένας περασμένα σε μπισινέντζα λεπτή, έτοιμα για μάχη. Το σκαμπώ του καθενού ήταν ο πύργος του κι οι πολεμίστρες τανοίγματα απ τα σκαλίσματα, στις τραβέρσες του σκαμπώ. Ο εχθρός έκανε περιπολία ανάμεσα στα δυο πόδια του σκαμπώ κι ήταν υποχρεωμένος να κοιτάει κάτω, μόνο τον πολεμιστή του. Από τανοίγματα στην τραβέρσα, κατέβαινε αργά αργά κι ύπουλα ο μαχητής του πύργου, με στόχο να πέσει πάνω στον εχθρό, που περιπολούσε από κάτω και να τον λιανίσει. Μια ο ένας μια ο άλλος…γέλια μα και ψιλοκλάμματα απ το μικρό, μια που ο Αρτίν ήταν πρώτος στη ζαβολιά.
Κάθε που ο Οσμάν άκουγε το ανηψούδι του να διαμαρτύρεται, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε μια αυστηρή ματιά στον Αρτίν…
Τι τα θες, μωρέ ουστά του λεγε εκείνος τα παιδιά είναι σαν τη δουλειά… δεν είν για όλους μπε ουστά, δεν είν για όλους .

Κάποτε νύχτωνε τελείωνε κι ο Οσμάν κι η μάχη.
Οι εχθροί έδιναν τα χέρια και ραντεβού για την επομένη.
Α, ρε Τζίνγκο, έλεγε ο Αρτίν χαϊδεύοντας του παιδιού το κεφάλι…πολύ καλό παιδί είσαι…μόνο ένα κουσούρι έχεις γιαβρούμ…
Παύση εδώ ο Αρτίν…και μιλούσαν τα χέρια…δείκτης και μέσος, γινόταν πιστόλι για λίγο και μετά ψαλίδι που ανοιγόκλεινε… τρεις φορές.

Μια δυο τρεις το παιδί δεν καταλάβαινε…μα και δε ρώταγε…ντρεπόταν. Όλη η πρώτη χρονιά στο μαγαζί πέρασε με τον Τζίνγκο ναναρωτιέται…ποιο ήταν το κουσούρι του.
Την επόμενη χρονιά προς το τέλος, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, αποφάσισε να τον ρωτήσει.

Κομμένο το χεις μπε Τζενγκιζίμ… τούπε, κομμένο… συμπλήρωσαν δείκτης και μέσος.

Στην τρύπα του, στο υπόγειο εργαστήρι του, τον θυμόταν τον Αρτίν, όταν η στάχτη απ το τσιγάρο του σκορπούσε στην ποδιά του και στον πάγκο του…α ρε Αρτίν αμπί, που σαι… και δε σε ρώτησα…γιατί είναι κουσούρι;