σε συνεργασία με το ιστολόγιο «κενός τίτλος»

1

Καιρός να παραδώσω την κατάθεση μου

Όπως όταν ακούγεται από μακριά βροντή ή πυροβολισμός εφόδου
και διαλύεται η παρέλαση σαν φίδι με φολιδωτήν ουρά στο ρίγος
του μεσημεριού
άδειασε τότε η πολιτεία κʼ έμεινε η κεντρική πλατεία με τα
δέντρα της δεκατισμένα
με τις σημαίες πατημένες τις κραυγές της στον αγέρα
ασπρόρουχα του πανικού
κʼ έγινε η νύχτα ποταμός απʼ όπου στης αυγής τα ξέφτια
αναδυόμενα
τα τανκς με βήματα βαριά τεντώνοντας την προβοσκίδα τους

Σαν ιπποπόταμος της λεωφόρου

5

Γύρισε το κλειδί και καθηλώθηκε στο φως του διαδρόμου Δεν έλπιζε να βρει το σπίτι του σε τέτοια παραμόρφωση Δεν αναγνώριζε τα πρόσωπα που αγάπησε καθώς η φωτεινή λωρίδα του ʽδειχνε κάθετα δάχτυλα σʼ όλα τα χείλη Ίσως και να ξεχώρισε το βλέμμα τους που καταβρόχθιζε την ύλη του αστυνομικού δελτίου Κάποιος αποχωρούσε αθόρυβα και την αναμηρύκαζε σε μια στροφή του διαδρόμου Καθένας με μιαν είδηση στο χέρι του έφευγε σαν τον εφημεριδοπώλη που τον είδε χθες το βράδυ να βουλιάζει μες τα παραρτήματα Προχώρησε κι αντίκρισε τα κάδρα του ως την οροφή αλλοιωμένα Είδε το φως νʼ ανάβει πυρκαγιές τη θάλασσα να χύνεται στο πάτωμα δρόμους να γίνονται αδιέξοδα Και στα τελάρα πρόσωπα που αγάπησε κι αργότερα με υπομονή πολλή συνήθισε Είναι κι αυτή μια παρωδία σκέφτηκε και γύρισε τον διακόπτη του ραδιοφώνου Μα η φωτεινή εκπομπή δεν έσβησε σαν να ʽπαθε εμπλοκή ο καθημερινός του χρόνος Κʼ έμεινε ο μόνος αναλλοίωτος μες στις ειδήσεις του Μεσονυκτίου

9

Εκείνος πήγαινε σφυρίζοντας κάτω απʼ την κάννη των πολυβόλων
οι χθεσινοί φίλοι σπορά που ποδοπατήθηκε στα ρείθρα του δρόμου
στο βάθος η σκιά μιας γυναίκας καμινάδα που ακόμη καπνίζει

Σφυρίζοντας χρεοκοπημένα συνθήματα πήγαινε προς τʼ ακραία
νησιά

Στα νησιά των μακάρων που το φως αγκυλώνει σαν συρματόπλεγμα
έξω απʼ το ρεύμα του καιρού με τʼ αλάτι ως τη μνήμη μετέωρος
αποκηρυγμένος απʼ όλους σαν έκλειψη στα σαγόνια δυο βράχων
περιμένει ένα θαύμα να ξαναχυθεί μες τους δρόμους ακάθεκτος
σαν ένας βράχος στην αγκαλιά του σεισμού

Και πίσω του ο εμετός της θάλασσας

12
Κατάσταση Πολιορκίας

Έξω γυναίκες μελαγχολικές σαν άλογα της κούρσας Κλείσε τις γρίλιες γιατί πέφτει ομίχλη σιγανή σαν το δίχτυ όταν σημαίνει έπαρση σημαίας Περνάει φρουρά επιβητόρων ο γαλατάς που παίρνει τη στροφή σαν γάτα μια μπετονιέρα εκσφενδονίζει λάσπη στη θολή μορφή της μέρας Μονάχα εσύ κʼ εγώ κυκλοφορούμε ελεύθεροι στα λίγα τετραγωνικά της κάμαρας Έρχονται τα ημερήσια φύλλα αδιαπέραστα κʼ εμείς τα ρίχνομε αποπάνω σαν επίδεσμους λεκιάζοντας το πάτωμα Κι όταν σφυρίξει ο επιστάτης για παράταξη κυκλοφορείς ανάμεσα από μένα και τη μισοφαγωμένη πόρτα Τώρα στη θέση σου είναι μια θαλάσσια χελώνα που κολύμπησε στα δάκρυα της και με βλέπει με κεφάλι κρεμασμένου πίσω απʼ τις χαραματιές της μέρας Σφυρίζει και ξανασφυρίζει ο επιστάτης ο εισπράκτορας μοιράζει τούτα τα φτηνά εξιτήρια για λίγες ώρες πάλι αδέσποτοι μες τα προαύλια της πολιτείας Θάμπωσε το γυαλί της μέρας απʼ τα ανήσυχα ρουθούνια πίσω λαχανιάζοντας των γυναικών μας Κι απʼ τις αναπνοές των καπνοδόχων ακροβολισμένες στις πλατείες και τις αγορές σαν λόγχες Απʼ όλα τα παράθυρα η πρωινή εκπομπή στεντόρεια και κάτω η λίμνη σαν προβιά παγιδευμένου ζώου μες τα βούρλα της Έτσι προχώρησε μες την παράταξη κι όταν ανέβηκε στην έδρα απόμεινε με λέξεις στοιβαγμένες χειμαρρώδης κι άναρθρος
…………………………………………………………………………………
Φταίει η πολιορκία φταίει η καταχνιά;

26

Επειδή η νεότητα μας ήταν κάποτε ευαγγελισμός της ζούγκλας Και τώρα το αύριο πάντα το αύριο είναι το κλουβί μας μʼ ανοιχτές τις πόρτες Επειδή είμαι ο Γιάννης ο τυφλός οιωνοσκόπος και μου δείχνει ένα παιδί πως στρίβει το κλειδί Βγαίνει ο Μιχάλης που τζακίστη πρώτος νεύοντας αντισταθείτε με φτερά άλμπατρος Η Ελένη η Νίκη πόσες νίκες σαν αυγά αντιλόπης κι αποκάτω ο Μαξ ονείρων φαροφύλακας Επειδή ʽσαι εσύ ο Μανόλης σʼ εποχή λιμού κι έμεινε ο Μίλτος ματωμένος και κυνηγός Επειδή ʽναι ο Άρης σε διπλά πριονιστήρια επειδή το δάσος δεν απανθρακώθηκε επειδή… Πετάγομαι μεσʼ απʼ την πάχνη του ύπνου και φωνάζω στο παιδί «Φυλάξου Κωνσταντίνε μου Εσύ ʽσαι κληρονόμος των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας ένας ημερέψαμε Να πάρε το ραβδί και φύτεψε το μες στην άνυδρη αγορά μπορεί και να πετάξει ένα κλαδί Μπορεί πριν να σφυρίξει η σφαίρα νʼ ακουστεί μια τελευταία φωνή που δεν εξαγοράζεται»
Μπορεί –