Νεορεαλισμός

Δηλαδή ο Τσε σκοτώθηκε για να γίνει μπλουζάκι;
Οι αναρχικοί του μέλλοντος θα παρελαύνουν με Rolex
και Mercedes.
Χρόνια αργότερα,σ την επέτειο του θανάτου του,
νεαροί στα cafe κοροιδεύουν το ναίφ στιλ του.
Παρωχημένα πρότυπα. Πρωτοσέλιδο εφημερίδας:
“Γυμνό μοντέλο στους δρόμους της Νέας Υόρκης
διαδηλώνει εναντίον της κατεργασίας γούνας”.
Μια νέα άποψη της επανάστασης.

Είμαστε ο σπαταλημένος χρόνος

Οι άνθρωποι που έφυγαν κι εκείνοι που θα εξαυλωθούν,
τα πράγματα που δεν αντέχουν και στωικά λεηλατούνται,

όλα όσα πλαισιώνουν αυτή την παράσταση,
όσα αναγεννιούνται κι όσα πεθαίνουν.

Εμείς σκυμμένοι στη λάσπη των θεμελίων,
εξαγνισμένοι μόνο ως προς το ανήλεο παρόν:

αυτή η πρόοδος-η εξευγενισμένη μας μάσκα-
βίαιη έξοδος στον κενό χώρο.

Διαίσθηση

Δεν υπάρχει θάλασσα, μονάχα η μουσική της.

Ηρόστρατε, που με φειδώ αντικρίζεις καθετί
φυλακισμένος μες στο δικό σου άγονο τοπίο,
όποιος μοιράζει τη ζωή του δεν είναι πια νησί.

Ακροβατώντας, λοιπόν, σαν καρτερικό φύλλο
ανάμεσα στα χέρια του αέρα, ή κάπως έτσι,
πέφτεις για ύπνο και κα΄τω από τα βλέφαρα
ωριμάζουν οι απαγορευμένοι καρποί.

Διάδρομοι δοχεία, νυχτερίδες που δαγκώνουν το σκοτάδι,
άστρα που αμφιβάλλουν για τις νίκες σου.

Καταμέτρησε απόψε τις βελονιές πάνω στο χαρτί,
όπως θα διέσχιζες ένα πυκνό δάσος με την πυξίδα
της διαίσθησης.

Η ευθεία είναι η πιο κουραστική διαδρομή.

Το θεώρημα της μη πληρότητας

Αυτός που σκάβει στωικά την έρημο διψώντας
ξέρει: οι δρόμοι δεν υπήρξαν ποτέ δικοί μας,

μόνο η ανάσα κάτω από κάθε υποστατικό, για το πουθενά,
φανερώνοντας ένα νοητό μονοπάτι
ανάμεσα στο σκοτάδι και στην τρικυμία.

Το δέντρο παλεύει με τις ξιφολόγχες της φωτιάς
ενώ ο άνεμος υφαίνει νιφάδες στο θώρακα.

Το γυμνό ταλέντο της επιβίωσης

Βιογραφικό:

Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στο Μπίλεφελντ της Γερμανίας το 1974. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έζησε στην Αθήνα και κατόπιν στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του. Το 1996, ύστερα από είκοσι δύο χρόνια, επιστρέφει στο Μπίλεφελντ, όπου ζει από τότε. Το 1999 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή, Το δέρμα της νύχτας, από τις εκδόσεις Οδός Πανός, και κατόπιν, το 2001, τη Χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Ακολουθεί η ποιητική σύνθεση Στο σκοτάδι μετέωρος, το 2003, από τις εκδόσεις Μελάνι. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αυγή, καθώς και στα περιοδικά Κ, Ποίηση και Νέα Εστία, ενώ έχει μεταφράσει Ινδιάνους ποιητές (Λέξεις σαν ίχνη, εκδόσεις Γαβριηλίδη) και Durs Grünbein (Του χιονού ή Ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, εκδόσεις Κέδρος). Έχει συμμετάσχει στο Emlit prozekt της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου μεταφράστηκαν ποιήματά του στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ το Στο σκοτάδι μετέωρος μεταφράστηκε από τη Nina Bungerten και εκδόθηκε στη Γερμανία από τον εκδοτικό οίκο Elfenbein το 2005. Τα όρια του λαβύρινθου είναι η τέταρτη ποιητική του συλλογή.