ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Όχι πια ηλιόφως. Ανεμοδαρμένα δέντρα ψιθυρίζουν ειρωνίες,
Η πάπια Καρολίνας και η χήνα Καναδά ξεχνούν
Τον κόσμο τους πλέοντας στο νερό, κόκκινα γεράνια
Αυξάνουν την κρυάδα, σκουρόχρωμα γυαλιά καθρεφτίζουν ειρωνίες,
Μεγάλα τα καροτσάκια των μωρών με θάνατο, οι περιπατητές έξω ξεχνούν
Το γιατί βρίσκονται έξω, το Λονδίνο χαμένο, τα γεράνια
Το επεκτείνουν προς τον άνεμο, γέροι αισθάνονται χαμένοι
Όμως το επεκτείνουνε και πρόσφυγες ξεχνούν
Προσχήματα και θλίβονται σιγά-σιγά ενώ ειρωνίες
Πετάγονται έξω απ΄τους καταβρεκτήρες πάνω στην πράσινη κουβέρτα
Που κρύβει τους σωλήνες στους οποίους υπερπλήρη τραίνα
Μπήγονται όπως ειρωνίες ή κλύσματα
Μισοχαμένα ανάμεσα στις ράγες ενώ γερμανικά κυνηγόσκυλα τρέχουν
Σαν τις σαρανταποδαρούσες και κανείς την ώρα δεν γνωρίζει
Οποιοσδήποτε τουρίστας τη ζητήσει. Εδώ είναι Κυριακή:
Και ανεπαύθη την ημέραν την εβδόμην. Το Δένδρο
Λησμονάει και τα δυο, το καλό και το κακό, στην ειρωνία.

ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΡΥΟΣ ΜΑΗΣ

Με κεφαλάκια σαν των στρατιωτών, της Βασίλισσας ή του αξιωματικού,
Οι τουλίπες σέρνονται στις ρίζες τους και πενθούν
Σε ανεπαίσθητες συχνότητες, η κίνηση
Είναι του ανέμου, όχι δική τους. Προφυλακτήρα τον προφυλακτήρα
Δε θα ξεπροβάλλουν τ΄αυτοκίνητα ποτέ, ούτε ακόμη
Κι αν παρουσιαστούν οι ιδιοκτήτες τους να τ΄αποζητήσουν, η κίνηση
Είναι του καιρού, όχι δική τους. Αγκώνα τον αγκώνα
Μες στο μοτέλ είναι τα ποτά υψωμένα
Και κατεβασμένα, και κατεβασμένα, τα πιόνια και τ΄αυλάκια
Μπλοκαρισμένα, πνιγμένα, η κίνηση είναι τίποτα,
Το σαλόνι, όπως ο χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, πλήρες,
Οι τουλίπες νιώθουνε κι αυτές το κρύο
Κι επιτιθέμενες κατά τη διεύθυνση του ανέμου δεν κάνουν τίποτε άλλο
Απ΄το να μιμηθούν την κίνηση ενός αξιωματικού, το τετράγωνο
Εμπρός παραμένει εμπρός, τα πέταλά τους
Απλώς θα πέσουν και θα φράξουνε τ΄αυλάκια
Που θα υπάρχουν όλα. Αυτός ο μήνας παραμένει
Τεχνητή εμψύχωσις ανεπιτυχούς μετεωρίσεως.
Η κίνηση είναι του καιρού, η απώλεια δική μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΦΥΣΙΚΗΣ

Γάτες

Αδιόρθωτες, αδέσμευτες
Ζύμωσαν τις μακρυές πληκτικές ώρες της παιδικής μου ηλικίας,
Περίπλοκες, το αντίθετο των σκύλων,
Και, αντίθετα απ΄τους σκύλους, ικανές
Να φλερτάρουν, να πέφτουν, και να χασμουριούνται οπουδήποτε,
Όπως οι γυναίκες που δεν θέλουνε συμβάσεις
Αλλά παίρνοντας η κάθε μια το δικό της δρόμο
Κάνει το δρόμο των αγαπητικών της φωτεινότερο.

Πικραλίδες

Αδιόρθωτες, αυθάδεις,
Φώτισαν το μισοκαμένο δρόμο της παιδικής μου ηλικίας,
Απλές, το αντίθετο των ηρανθέμων,
Όμως, αντίθετα απ΄ τα ηράνθεμα ικανές
Οπουδήποτε ν΄αναπτυχθούν, σιδηροδρομική γραμμή, αποβάθρα,
Όπως οι εκδηλωτικοί μας φίλοι που ποτέ
Δε μας κάνουν να ερωτευθούμε, κι όμως γεμίζουν
Τις δίχως ηράνθεμα, τις δίχως τριαντάφυλλα ρωγμές.

Ρ Α Β Ε Ν Ν Α Are We Done Yet? movie full

Τι θυμούμαι απ΄την επίσκεψή μου στη Ραβέννα; Πρώτον
Πως είχα έλθει από τη Βενετία ενώ είχα έλθει απ΄την Ελλάδα
Έτσι που τα μάτια μου να φαίνονται θολά κι επίπεδος ο κόσμος. Δεύτερον,
Ότι μετά το απατηλό βάθος και φωτισμό του Τιντορέττο
Τα μωσαικά μού χτύπησαν ομοιόμορφα. Εκεί στέκονταν. Οι χήνες
Είχαν σφυρίξει καθώς τσίμπαγαν τη βρώμη από της Θεοδώρας τ΄αχαμνά,
Κι όμως, αυτή ακόμη στέκεται εδώ, πάνω στον τοίχο του Αγίου Βιταλίου, τόσο λαμπερή
Όσο η ζωή και ψηλότερα, μια τολμηρή εικασία, αυτοδημιούργητη αυτοκράτειρα,
Που προστάτευσες τους μονοφυσίτες και τους Πράσινους
Και θα είχες τους ανθρώπους σουβλισμένους. Εκεί υπήρχε ακόμη και κατά τρίτον λόγον
το μεγάλο
Του Καίσαρος χαμένο ναυτικό λιμάνι, επιζώντας τώρα με το όνομα
In Classe : σήμερα η θάλασσα είναι στα παρασκήνια
Όπως οι Λιβουρνέζικες γαλέρες του. Ό,τι πήγε στραβά
Με το Βυζάντιο όπως με τη Ρώμη επιβραδύνθηκε, η φήμη τους
Απορροφημένη από ελώδη βάλτο. Τώρα τα στρωμένα χώματα
Εξουσιάζονται από ένα διυλιστήριο ζαχάρεως κι από μια εκκλησιά,
Τον Άγιο Απολλινάριο. Τι θυμούμαι απ΄τη Ραβέννα;
Μιαν άσχημη οσμή ανάμικτη με δόξα, και τα κρύα
Μάτια που διαψεύδουν τον ψηφιδωτό χρυσό.

Χ Α Ρ Ω Ν

Τα χέρια του εισπράκτορα ήσαν μαύρα από τα χρήματα:
Μη χάσετε το εισιτήριό σας, είπε, ο νους
Του ελεγκτή είναι στοιχειωμένος από την υπόνοια, και κρατηθείτε
Σφιχτά σ΄εκείνο τον εξαφανισμένο χάρτη. Διασχίσαμε απ΄άκρης σ΄άκρη το Λονδίνο,
Και μέσ΄απ΄τα παράθυρα μπορέσαμε να δούμε τα ορνίθια, όμως δεν
Ακούσαμε τις διαδόσεις τους από τους πολέμους, μπορέσαμε να δούμε
Το χαμένο σκυλί να γαυγίζει αλλά ποτέ δε μάθαμε
Ότι το γαύγισμά του ήτανε τόσο οξύ όσο ενός πετεινού λάλημα,
Μόλις τα φέρναμε βόλτα, σε κάθε
Προαιρετική στάση υπήρχε εκεί ένα πλήθος από επιθετικά κενά
Πρόσωπα, μόλις τα φέρναμε βόλτα, η αιωνιότης
Μας έκανε τη σπουδαία μες σε περιστρεφόμενα φώτα
Και τότε φθάσαμε στον Τάμεση κι όλες
Οι γέφυρες χαμήλωσαν, η υπόλοιπη όχθη
Χαμένη στην ομίχλη, έτσι ρωτήσαμε τον εισπράκτορα
Τι επρόκειτο να κάμουμε. Είπε : Πάρτε το πορθμείο
Faute de mieux. Εμείς, αγγίξαμε απαλά τα φώτα
Και ήταν εκεί ο περάτης, φτυστός όπως ο Βιργίλιος
Τον είχε δει κι ο Δάντης. Μας κοίταξε ψυχρά
Και ήσαν τα μάτια του σβησμένα και πάνω στο κουπί τα χέρια του
Μαύρα με οβολούς και με κιρσώδεις φλέβες
Οι κνήμες του μαρμαρωμένες και είπε σκληρά σ΄εμάς:
Εάν επιθυμείτε να πεθάνετε, θα πρέπει να πληρώσετε γι΄αυτό.

Ο βρετανός ποιητής Louis MacNeice γεννήθηκε στο Μπέλφαστ το 1907 από ιρλανδούς γονείς – ο πατέρας του ήταν Επίσκοπος του Down, Connor και Dromore- και σπύδασε στο Marlborough και στο Merton College της Οξφόρδης. Αφού τελείωσε με άριστα τις μέσες και ανώτατες σπουδές, διορίστηκε λέκτορας της Κλασσικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, το 1930. Το 1936 πήγε στο Bedford College του Λονδίνου, ως λέκτορας της Αρχαίας Ελληνικής. Τον ίδιο χρόνο (1936) επισκέφθηκε την Ισπανία και, μαζί με το φίλο του W.H.Auden, την Ισλανδία -το δεύτερο ταξείδι στη σειρά, που περιγράφει στα «Γράμματα απ΄την Ισλανδία» (» Letters from Iceland», 1937). Στις αρχές του 1939 επισκέφθηκε την Αμερική, προκειμένου να δώσει μία σειρά ομιλιών σε διάφορα Πανεπιστήμια, κι έγινε λέκτορας της Ποίησης στο Cornell University, το πρώτο εξάμηνο του 1940. Από το 1941 έως το 1949 ήταν μέλος του προσωπικού του B.B.C., έχοντας την ευθύνη της συγγραφής και της παραγωγής θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο, καθώς και ταινιών μεγάλου μήκους.

Το 1950, έγινε Διευθυντής του Βρετανικού Συμβουλίου της Αθήνας. Υπήρξε φίλος των Σεφέρη, Αντρέα Καμπά, Κατσίμπαλη, και συμμετείχε ενεργά στον κύκλο της «Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης». Για την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη έγραψε και το δοκίμιο με τίτλο «Μία Σύγχρονη Οδύσσεια» («A Modern Odyssey»), που δημοσιεύθηκε το 1960.

Το Μπέλφαστ, το 1957, ανεκήρυξε τον Μακνής Επίτιμο Διδάκτορα της Λογοτεχνίας. Πέθανε το 1963.

Δημοσίευσε δοκίμια, ταξιδιωτικά βιβλία αλλά ποίηση, κυρίως: «Βιβλίο Νεανικών Ποιημάτων» (1929), «Ποιήματα» (1935), «Η Γη Επιβάλλει» (1938), «Φθινοπωρινό Ημερολόγιο» (1939), «Σανίδα Καταδύσεων» (1944), «Τρύπες στον Ουρανό» (1948), «Φθινοπωρινό Επακόλουθο» (1954) και άλλα. Τα Collected Poems του παρουσιάστηκαν το 1949. Ένα τελευταίο βιβλίο με ποιήματα, τα «Ηλιοστάσια», εκδόθηκε το 1961. Τέλος, ο φίλος του ποιητή W.H.Auden εξέδωσε το 1964, ένα χρόνο μετά το θάνατό του, μιαν ανθολογία ποιημάτων του, με εισαγωγή δική του («Selected Poems of Louis MacNeice», όπως και όλα τα προηγούμενα στους Faber and Faber).

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι παραπάνω μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν, με μικρές αλλαγές, στη «Λέξη», τον Σεπτέμβρη του 1989.