1

Είναι περισσότερο από ασφαλές το συμπέρασμα, γεγονός βέβαιο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι ο τόμος με τα περισσότερα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τις εκδόσεις Ζήτρος (α΄ 1997, β΄ 2001), έκανε πλατύτερα γνωστό τον λησμονημένο και βαθύτατα παρεξηγημένο νεορομαντικό, χαρισματικό και πολυτάλαντο δημιουργό του Μεσοπολέμου.
Ο «παρακμίας» (decadent) και «καταραμένος» (maudit) περιπλανώμενος (flaneur) ποιητής, όπως έχει καταγραφεί πολλαπλώς στη φιλολογία, όπου «στην ιστορία [της λογοτεχνίας μας] λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται» γιʼ αυτόν, σχεδόν ασήμαντες, μπορεί να μην έγινε δημοφιλής, όπως ήταν τα πρώτα 30-35 χρόνια του 20ου αιώνα – “πρίγκιπα των ποιητών” τον αποκαλούσαν, ωστόσο κατόρθωσε να γίνει οικείος και πολύ αγαπητός στις νεότερες γενιές αναγνωστών – η απήχησή του είναι μεγάλη.
Έγινε συμπαθής, όχι υπό την τετριμμένη έννοια της λέξης: απλώς αρεστός – με λίγα λόγια, σχεδόν αδιάφορος• αλλά με τη βαθύτερη ετυμολογική σημασία της: ως συμπάσχων. Τούτο δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης εκφράζει, με τον πιο απλό και βαθύ τρόπο, τις μύχιες συγκινήσεις, υπαρξιακές αγωνίες και ανησυχίες του ανθρώπου. Συμπαθής, οικείος, αγαπητός, όχι μονάχα ως ποιητής (μιας και το πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του δεν είναι και τόσο γνωστό), αλλά και ως πηγή έμπνευσης για διάφορες μορφές τέχνης και καλλιτέχνες.
Εκτός από τους ποιητές και πεζογράφους που, κατά καιρούς (εδώ και 81 χρόνια), έχει εμπνεύσει η περίπτωσή του – η ζωή και το έργο του ή, όπως ορθά το έθεσε ο Τέλλος Άγρας, το «έμψυχο ποίημά» του, ενδεικτικά θα αναφέρω και κάποιες άλλες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας και έκφρασης, πλην της Λογοτεχνίας. Αντιπαρέρχομαι το πλήθος των μεμονωμένων δοκιμίων που έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί, σε πλήθος εφημερίδων και περιοδικών, για τον Λαπαθιώτη, που ξεπερνούν τα 100, τις μελέτες που έχουν κυκλοφορήσει σε βιβλία, κι επικεντρώνομαι στην “καθαυτή” λογοτεχνία, πεζογραφία και ποίηση.
Πρώτος ο Γιώργος Τσουκαλάς, το 1927, γράφει τη νουβέλα «Κουρασμένος απʼ τον έρωτα», όπου οι δύο κεντρικοί ήρωές του είναι ο Λαπαθιώτης και ο συγγραφέας. Μπορεί ο Κώστας Ταχτσής, το 1962, να κάνει μιαν απλή αναφορά στην αυτοκτονία του ποιητή στο «Τρίτο στεφάνι», ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ωστόσο, στην τριλογία του «Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας», στον δεύτερο τόμο που διαδραματίζεται στα χρόνια της Κατοχής: «Λαβύρινθος», το 2002, αναφέρεται αρκετά στον Λαπαθιώτη. Τρεις λοιπόν πεζογράφοι, το επιμέρους σύνολο, απʼ όσο γνωρίζω μέχρι σήμερα.

Στην ποίηση τώρα, εκτός από τα τρία ποιήματα που αφιέρωσε εν ζωή στον Λαπαθιώτη ο καλός του φίλος Μήτσος Παπανικολάου ( Sonnet – 1928, Domestica – 1937, Στήλη – 1938), καθώς και το δάνειο ενός στίχου του Λαπαθιώτη: «κάθε που πέφτουν τα μεσάνυχτα το λύνω» (Τα Σαββατόβραδα – 1922) από τον Σεφέρη, στο ποίημά του – “παστίτσιο” όπως το χαρακτηρίζει «Τι είπε η γκαμήλα» (από τη συλλογή «Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄»), πιθανότατα το 1948, το οποίο παρωδεί την τελική ενότητα του Ε΄ μέρους της “Έρημης Χώρας” του Τ. Σ. Έλιοτ, υπάρχουν και άλλα επτά ποιήματα γραμμένα από πέντε ποιητές, στη διάρκεια μισού αιώνα από τον θάνατό του. Δυο έχουν γράψει από δυο ο καθένας τους για τον αυτόχειρα.
Πρώτος, τρεις μέρες μετά την αυτοκτονία του Λαπαθιώτη, ο Αντώνης Σαμαράκης γράφει και αφιερώνει στον ποιητή, στις 10-1-1944, ένα «Ελεγείο». Έπειτα η Μυρτιώτισσα γράφει ένα ποίημα με τίτλο το ονοματεπώνυμό του – άγνωστο προς το παρόν πότε το έγραψε, πιθανότατα τις ημέρες του τραγικού γεγονότος. Δώδεκα χρόνια μετά, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Άδωνις Φατούρος γράφει και αφιερώνει στον ποιητή δυο σονέτα (Στον Λαπαθιώτη – 3-2-1956, Αυτοβιογραφία – Φεβρουάριος 1957).

Η συγκομιδή των τελευταίων τριάντα ετών και βάλε, από τη Μεταπολίτευση και μετά, έχει αποφέρει άλλα τρία ποιήματα αφιερωμένα στον Λαπαθιώτη. Τα δυο γράφτηκαν από τον Ανδρέα Αγγελάκη (Βροχερό βράδυ ενός λησμονημένου ποιητή, ίσως του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη – 1982, Modus Viventi – 1986), ενώ το τρίτο, «Δαχτυλικά Αποτυπώματα», γράφτηκε ξημερώνοντας 26-2-1995 από τον τότε ψευδώνυμο γράφοντα, τον Α. Β. Στρατή. Βλ. τη σχετική ανάρτηση στο Ποιείν της 31ης Οκτωβρίου 2007.
Εντελώς πρόσφατα ο φίλος κος Νίκος Σαραντάκος μού έστειλε άλλο ένα ποίημα, γραμμένο από τον κ. Ασημάκη Βεϊνόγλου (Μυτιλήνη 1896–1956), που δημοσιεύτηκε στο νεανικό περιοδικό «Λεσβιακά Γράμματα», τεύχος 3, δυο μήνες και κάτι μετά την αυτοκτονία του ποιητή, 15 Μαρτίου 1944. Είναι ο έκτος στη σειρά ποιητής που αφιερώνει ποίημά του στον Λαπαθιώτη, μετά τον θάνατό του. Επίσης είναι το δεύτερο ή τρίτο στη χρονολογική τάξη, και το όγδοο συνολικά ποίημα αφιερωμένο μεταθανάτια στον ποιητή:

Στον Λαπαθιώτη τη μικρή μου ωδή αυτή τη θλιβερή

Σύννεφο μαύρο ολόμαυρο, πουλιών πετά, σιμώνει•
στο δέντρο ένα γλυκόλαλο αηδόνι τραγουδεί.
Σιωπά στην βάρβαρη, άγρια, κραυγή τους, αχ! Κερώνει,
τρέμει το δόλιο σύγκορμο, πέφτει νεκρό στη γη.

Ηλιόχρυσο του Φλεβαριού το γέλιο έχει ανθίσει,
τραγούδια ακουστήκανε απʼ τα μικρά πουλιά
και μόνο δεν ακούστηκε να ξανατραγουδήσει
τʼ αηδόνι με την όμορφη κι ολόγλυκια λαλιά.

Αν προσθέσουμε και τον Μήτσο Παπανικολάου, που αφιέρωσε τα προαναφερόμενα τρία εν ζωή, ο έβδομος. Επτά λοιπόν ποιητές έχουν αφιερώσει έντεκα ποιήματά τους συνολικά στον Λαπαθιώτη, εδώ και ογδόντα χρόνια, από το 1928 μέχρι σήμερα. Βλ. τη σχετική ανάρτηση στην ειδική ιστοσελίδα που δημιούργησε για τον ποιητή ο Νίκος Σαραντάκος. Ο σχολιασμός τους είναι άλλο ζήτημα.

2

Επανέρχομαι τώρα σε άλλα είδη τέχνης• πιο πλούσια, πιστεύω, και άμεσα σε σχέση με τα εκφραστικά τους μέσα, πιο αισθαντικά.
Κινηματογράφος: Ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης, για πολλά χρόνια, στάθηκε ο Λαπαθιώτης για τον σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκης Σπετσιώτη. Ασχολήθηκε με τον ποιητή σʼ ένα ντοκιμαντέρ πρώτα, το 1982, επεισόδιο στη σειρά της κρατικής τηλεόρασης «Οι ποιητές μας». Δυο χρόνια μετά, το 1984, άρχισε να γυρίζει τη μεγάλου μήκους ταινία του «Μετέωρο και σκιά», βασισμένη στη ζωή του ποιητή, που τιμήθηκε με τέσσερα κρατικά βραβεία το επόμενο έτος – 1985. Ακόμη και η πρώτη μικρού μήκους ταινία του, το 1981, «Στην αναπαυτική μεριά», αναφέρεται έμμεσα στον Λαπαθιώτη. Ομολογώ ότι δεν έχω δει καμιάν από τις τρεις κινηματογραφικές απεικονίσεις.

Εικαστικά: Το 1999, ο καλλιτέχνης του kitsch Άγγελος Παπαδημητρίου εμπνεύστηκε από τον Λαπαθιώτη, τον κόσμο και την αισθητική του, το ρεύμα της γραφικότητας και τη ρομαντική ατμόσφαιρα που αποπνέει η ύπαρξη και το έργο του ποιητή, και υλοποίησε μια σειρά εικαστικών δημιουργιών (πίνακες, γελοιογραφίες, κατασκευές με διάφορα υλικά: χαρτί, ξύλο, μέταλλο, ύφασμα, μουσαμά, papier mache, πορσελάνη, πολυουρεθάνη, λάδι και χρωματιστό στυλό).
Τα έργα αυτά προφανώς εκτέθηκαν σε κάποιον χώρο για κάποιο διάστημα• από τότε κοσμούν και τη μονογραφία του Τάκη Σπετσιώτη «Χαίρε Ναπολέων», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 1999, συμπληρωμένη με 63 πεζά ποιήματα του Λαπαθιώτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα έργα του Παπαδημητρίου πετυχαίνουν διάνα τον στόχο τους, ο οποίος συμπίπτει με το καίριο (και πάντοτε επίκαιρο) ανθρώπινο αίσθημα και κέντρο της ποίησης του Λαπαθιώτη, ευθύβολα: το στοιχείο της νοσταλγίας.
Θέατρο: Τέσσερις παραστάσεις, απʼ όσο γνωρίζω, έχουν ανέβει μέχρι τώρα στο σανίδι, εμπνευσμένες από τη ζωή και το έργο του ποιητή. Η γνώση μου δεν είναι άμεση αλλά έμμεση, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να εκφέρω γνώμη για το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα, μιας και δεν τις έχω δει. Ένα πάντως είναι σίγουρο• μεταξύ κινηματογράφου και θεάτρου σημειώσατε 2. Υπερτερεί, τουλάχιστον αριθμητικά.
Η πρώτη ανέβηκε το 2001: «Σταγόνα στα γόνατα». Πρόκειται για το θεατρικό έργο που έγραψε η γνωστή στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, τον προηγούμενο χρόνο, άμα την έναρξη της νέας χιλιετίας, το 2000• διανθισμένο με τραγούδια δικά της και μελοποιημένους στίχους του Λαπαθιώτη. Την παράστασή σκηνοθέτησε ο Γιάννης Λαπάτας, τη μουσική έγραψε ο Φίλιππας Τσαλαχούρης κι ερμήνευσε η Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου την κόρη που, μετά από χρόνια, επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι ανασύροντας μνήμες. Εφτά συνολικά τραγούδια συνόδευαν την παράσταση – άγνωστο πόσα αναλογούν στον ποιητή.
Η δεύτερη ανέβηκε τον Φεβρουάριο 2004, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου: «Ελληνική ποίηση του 20ου αιώνα: Αυτό που δεν τελειώνει». Μεταξύ των 29 ποιητών και των 33 ποιημάτων που παρουσιάστηκαν, ήταν και ο Λαπαθιώτης – άγνωστο αν συμμετείχε με περισσότερα τού ενός ποιήματα. Σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός, ο οποίος μαζί με τον ποιητή Στρατή Πασχάλη έκαναν και τη δραματουργική επεξεργασία, ενώ τη μουσική έγραψε ο Νίκος Πλάτανος.
Αν οι δυο αυτές μουσικοθεατρικές παραστάσεις, μέχρι τώρα, έχουν έμμεση σχέση με τον Λαπαθιώτη, αναφερόμενες περισσότερο στην ποίησή του, οι δυο επόμενες διαφέρουν σημαντικά, μιας και ο ποιητής πρωταγωνιστεί.
Η τρίτη παράσταση: «Καρδιά με κόκαλα: Βίος και πολιτεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη», δόθηκε από την ομάδα “Όχι Παίζουμε”, το 2006, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σαχίνη, μουσική του Χρήστου Κανελλόπουλου, χορογραφίες της Ειρήνης Αλεξίου κι ερμηνεία της Τζίνας Θλιβέρη, συνοδευόμενη από ένα χορευτή κι έναν κομπέρ. Η πρωτοτυπία της, πέρα από το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης πρωταγωνιστεί – στιγμές του βίου του αποδίδονται ποικιλοτρόπως, έγκειται στο εξής. Καταρχάς, επρόκειτο για μια παράσταση που ξέφευγε από τα αυστηρά θεατρικά πλαίσια, μιας και συνδύαζε θέατρο, μουσική, τραγούδι, χορό και διάφορα happenings, προϋποθέτοντας την ενεργή συμμετοχή του κοινού της – διαδραστική παράσταση, όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς.
Έπειτα, δεν δόθηκε πάνω σε σκηνή, σʼ ένα θέατρο, αλλά στο ερειπωμένο σπίτι του Λαπαθιώτη, στην αυλή, στη σκάλα και στον υπερυψωμένο κήπο του• στον χώρο όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του κι αυτοκτόνησε ο ποιητής, σʼ ένα δωμάτιο τού πρώτου ορόφου, μπαίνοντας δεξιά. Αν και το παμπάλαιο σπίτι αυτό, από το 1880, έχει τραβήξει τα πάνδεινα τα τελευταία τριάντα χρόνια: εμπρησμούς, καταλήψεις, ακόμη και θύμα σεισμού 5,9 Ρίχτερ έπεσε το 1999, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ένα τμήμα του – ευτυχώς αποκαθίσταται σήμερα και θα χρησιμοποιηθεί πάλι ως κατοικία. Ησύχασε πιστεύω και ο πάντοτε ανήσυχος Γιώργος Ιωάννου, έστω κι αν αυτός είχε οραματιστεί τη στέγαση εκεί ενός πολιτιστικού κέντρου της περιοχής Εξαρχείων.
Η παράσταση γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με συνέπεια να δοθούν κάμποσες παρατάσεις – με λίγα λόγια θριάμβευσε. Δεν γνωρίζω αν στην επόμενη δουλειά της ομάδας “Όχι παίζουμε”, το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με θέμα τον Αισθητισμό και τους τρεις κατεξοχήν συγγραφείς του, “Το αίμα που μαράθηκε” (2007), μια σύνθεση κειμένων για τον συγγραφέα και ιδρυτή της Νέας Σκηνής Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, βασισμένη πάνω στη νουβέλα του “Η κερένια κούκλα”, υπάρχουν αναφορές στον Λαπαθιώτη. Στη φετινή όμως, “Rodokanakis Rediscovered 1908-2008: Το βυσσινί τριαντάφυλλο”, ο πρωταγωνιστής περιφέρεται με μια νεκροφόρα, τραγουδώντας Λαπαθιώτη και Χρηστομάνο.
Η τέταρτη παράσταση δόθηκε τον Μάιο 2008: «Μόλις θυμούμαι πια τους ποιητές», εμπνευσμένη από στίχους των Κ. Π. Καβάφη, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Κώστα Καρυωτάκη και Μαρίας Πολυδούρη (στιγμιότυπα τού βίου, σκέψεις και μελοποιημένα ποιήματα), από την ομάδα “Θεώρηση”, σε σκηνοθεσία Μαίης Σεβαστοπούλου, μουσική (πιάνο) της Σωτηρίας Κολόζου, κι ερμηνεία της σκηνοθέτιδας, της συνθέτριας, του Γιώργου Γιανναράκου και της Αγγελικής Δέλλα. Ειδικά όσον αφορά τον Λαπαθιώτη, επρόκειτο για δραματοποίηση τής συνάντησής του με τον Καβάφη, στην Αλεξάνδρεια το 1917.

3
Διαπιστώνουμε λοιπόν την πολλαπλή σχέση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με διάφορες μορφές και εκφάνσεις της τέχνης, ως πηγή έμπνευσης ποικίλης καλλιτεχνικής δημιουργίας: λογοτεχνικής, κινηματογραφικής, εικαστικής, θεατρικής. Όπως σημειώνει ο ποιητής, σʼ έναν από τους πολλούς στοχασμούς του, στην αρχή της δεκαετίας του 1930: «Η Τέχνη μπορεί να είναι κλασική, ρομαντική, ρεαλιστική, ανθρωπιστική, επαναστατική – αλλά προπάντων αισθητική. Όσοι παραγνωρίζουν τον ευαίσθητον αυτόν και λεπτόν χαρακτήρα της, θα μένουν πάντα μακριά από τα σύνορά της». Σχετικοί είναι και οι στίχοι τούτοι από το ποίημά του Ωραιοπαθής (2-6-1930):

Και μέσα στη νύχτα,
που μένει δεσμώτης,
κοιτώντας του κάκου
να βρει το ρυθμό της,

η Τέχνη μονάχα,
σαν κάποιος φεγγίτης,
του δίνει τη λήθη
με τη μουσική της…

Ενδιαφέρον αποκτά το γεγονός ότι, πλην της Λογοτεχνίας, ο Λαπαθιώτης σχετίζεται και με τις άλλες τρεις μορφές τέχνης: το Θέατρο, τη Ζωγραφική και τον Κινηματογράφο. Άμεσα με τις δυο πρώτες, έμμεσα με την τελευταία. Επικαλούμαι τις άφθονες, ποικίλες και λεπτομερείς αναφορές που κάνει σʼ αυτές, στην αυτοβιογραφία του η οποία, δυστυχώς, εκτείνεται μέχρι το 1917, όταν ο ποιητής συμπλήρωνε τα 29 χρόνια του βίου του.
Θέατρο: Πολλαπλή είναι η σχέση του Λαπαθιώτη με το θέατρο: θεατής, “σκηνοθέτης”, “ηθοποιός”, συγγραφέας έργων αλλά και φίλος με ανθρώπους του θεάτρου. Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά.
Ο ποιητής είδε για πρώτη φορά θέατρο στην Αθήνα το 1894, σε ηλικία έξι ετών, στο θέατρο Τσόχα στην οδό Σταδίου. Επρόκειτο για το κωμειδύλιο “Μυλωνάδες” και την επιθεώρηση “Λίγʼ απʼ όλα.” Στο σπίτι του διατηρούσε ένα θεατράκι σκιών, με χαρτονένια πρόσωπα σαν του Καραγκιόζη, κι έπαιζε κωμωδίες μοναχός του – δραστηριότητα που επανέλαβε και αργότερα. Δυο χρόνια μετά, το 1896, κατά την εξάμηνη διαμονή της οικογένειας στο Ναύπλιο, εξαιτίας της μετάθεσης του πατέρα του, ένας θείος του τον πήγε στο θέατρο και παρακολούθησε μια παράσταση ιστορικού περιεχομένου, τον “Αθανάσιο Διάκο” του Λέοντα Μελά και κάποιες κωμωδίες. Από τότε άρχισε κι αυτός να παίζει τις αυτοσχέδιες παραστάσεις του στο σπίτι, «κάτι σαν πατριωτικός μονόλογος», αρχικά ενώπιον των γονιών του και κατόπιν προσκαλούσε και συναδέλφους του πατέρα του.
Το 1900 ο Λαπαθιώτης εξακολουθεί να ανεβάζει παραστάσεις σε συνεργασία με τον ξάδελφό του Σπύρο Τρικούπη. «Σε τι συνίσταντο αυτές οι παραστάσεις, μού είναι δύσκολο να τις προσδιορίσω: είχαν μάλλον τη μορφή “ιπποδρομιών”, σαν εκείνα που υπήρχαν στην Αθήνα, με ακροβασίες, τούμπες, κωμωδίες κι απομιμήσεις των αστείων των παλιάτσων.» Τότε γράφει και το έμμετρο θεατρικό του δίπρακτο δράμα “Νέρων ο Τύραννος”, σε δεκαπεντασύλλαβο, το οποίο δημοσιεύτηκε στην “Εστία” και το τύπωσε ο πατέρας του σε βιβλίο το 1901. Υπάρχει κι ένα άλλο έμμετρο δράμα του, γραμμένο εκείνη την εποχή, με τίτλο “Άγνωστοι καημοί”, το οποίο παραμένει ανέκδοτο – υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι κάποια στιγμή θα εντοπιστεί. Παράλληλα συνεχίζει νʼ ανεβάζει μονόπρακτες κωμωδίες του Λάσκαρη, του Κορομηλά και του Άννινου, όπως “Ζητείται υπηρέτης”, “Ο θάνατος του Περικλέους” και “Η Ελενίτσα της οδού Αγχέσμου”, στις οποίες έπαιζε όλα τα πρόσωπα κάνοντας τις διάφορες φωνές.
Εκτός από τα διάφορα είδη του θεάτρου (κωμωδία, δράμα, επιθεώρηση, κωμειδύλιο), ο Λαπαθιώτης αρχίζει να παρακολουθεί και λυρικό θέατρο, διάφορες όπερες και οπερέτες: Παλιάτσοι, Τροβατόρε, Τραβιάτα κ.ά. Στο διάστημα της Αποκριάς παρακολουθεί, πέρα από τα γνωστά δρώμενα (γκαμήλα, γαϊτανάκι, ρόπαλα, φασουλή, ποιητή του κάρου) και τις έμμετρες κωμωδίες του Θεοδοσίου, που δίνονταν στις πλατείες Ομονοίας και Λαυρίου. Μʼ έναν Βέλγο φίλο του και τα ομοεθνή ξαδέλφια του σύστησαν ένα θίασο κι έδωσαν δύο παραστάσεις, στο σπίτι του πρώτου, του μεταφρασμένου από τα γερμανικά δράματος “Μες στο χιονοστρόβιλο”, όπου ο Λαπαθιώτης υποδύθηκε και δυο γυναικείους ρόλους. Ένα άλλο τρίπρακτο δράμα του με τίτλο “Η τιμή της συζύγου” γράφτηκε το 1901 και παρουσιάστηκε στο σπίτι της δασκάλας του στο πιάνο Αθηνάς Σερεμέτη. Ο ποιητής, παρά το γεγονός ότι αναφέρει κάμποσες θεατρικές παραστάσεις που παρακολούθησε στην αρχή του 20ου αιώνα, λάτρευε τα θεάματα του Ιπποδρομίου τα οποία, όπως ομολογεί, «ήταν ανέκαθεν για μένα κάτι πολύ ελκυστικότερο και γοητευτικότερο από τις παραστάσεις των θεάτρων.»
Το 1908 γνωρίζεται με τον ιδρυτή της “Νέας Σκηνής” Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, του οποίου υπήρξε θαυμαστής. Γράφτηκε μάλιστα σε μια σειρά μαθημάτων απαγγελίας και αποστήθισης θεατρικών ρόλων, που παρέδιδε δυο φορές τη βδομάδα ο μεγάλος θεατράνθρωπος. Ένα από τα έργα που χρησιμοποιήθηκαν στη διδασκαλία ήταν γραμμένο από τον Λαπαθιώτη: “Απʼ τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα”. Μέσω του Χρηστομάνου γνωρίστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, στην οποία παρέδωσε το χειρόγραφο του προαναφερόμενου έργου κι αυτή το έχασε. Εκείνη την εποχή είδε και την ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ, καθώς αυτή περιόδευε με το θίασό της.
Ένας άλλος μεγάλος ηθοποιός, φίλος του ποιητή, ήταν ο Αιμίλιος Βεάκης. Γνωρίστηκαν καθώς εκπλήρωναν τη στρατιωτική τους θητεία, το 1910. Ο Βεάκης ήταν λοχίας του Λαπαθιώτη. Σχετική είναι και μια εγγραφή του:
«Όταν ήταν δεκανέας στο στρατό, αργότερα έγινεανθυπολοχαγός, κάποιος λοχίας φίλος του, ο ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης, του λέει ότι διεδόθη ότι τον τσάκωσαν επʼ αυτοφώρω, καβάλα, μες στα δεντράκια του Πολυτεχνείου, όπου ο λόχος τους στρατωνιζόταν τότε. Ο Λ. σουρώνει τα χείλη με αγανάκτηση. Ο φίλος του τότε, νομίζοντας πως τον προσέβαλλε, του λέει:
– Με συγχωρείς Ναπολέων, δεν το ΄πα για να σε προσβάλλω! Σου λέω απλώς τι διαδίδεται…
Κι ο Λ., με ύφος αμίμητα πειραγμένου:
– Πρέπει να ξέρεις, αγαπητέ μου, ότι όταν ο Λ. συμβαίνει να γαμιέται, δεν τσακώνεται ποτέ επʼ αυτοφώρω…»
Μια άλλη εγγραφή του Λαπαθιώτη απευθύνεται σʼ έναν ηθοποιό που το επίθετό του αρχίζει από Β:
«Γίνεται λόγος για τον ηθοποιό Β., φημιζόμενο για την προσβλητική του ειλικρίνεια – αθυροστομία. Ο Ν.Λ. συμφωνεί μʼ ένα χαμόγελο:
– Ναι, ο Β. λέει παντα καθαρά ό,τι σκέπτεται. Και προσθέτει:
– Με τη διαφορά ότι δεν σκέπτεται παρά μόνο ανοησίες!»
Δεν πρέπει να είναι όμως ο Βεάκης, αλλά ο Νίκος Βέλμος, ήταν κι αυτός φίλος του

Ζωγραφική: Σε αντίθεση με τις συχνές αναφορές του ποιητή στο θέατρο, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τη ζωγραφική. Ο Λαπαθιώτης αναφέρεται στη γνωριμία του, μια και μοναδική φορά, σʼ ένα από τα φιλολογικά σαλόνια εκείνης της εποχής, στο σπίτι της Αθηνάς Σερεμέτη, η οποία ήταν δασκάλα του στο πιάνο, με «τον ακουστό ζωγράφο με το αγαθό το πρόσωπο και την ωραία του γεροντική αφέλειαν, που περπατούσε κουτσαίνοντας και με δυσκολία, εξαιτίας κάποιας παθήσεως του ποδιού του», τον Νικηφόρο Λύτρα, στην αρχή του 20ου αιώνα, γύρω στο 1903.
Η αναφορά αυτή είναι σύντομη, σε αντίθεση με μιαν άλλη γνωριμία και φιλία του με ζωγράφο, λίγα χρόνια αργότερα, το 1911, με τον νεαρό Αμερικάνο Παύλο Σουών. Η γνωριμία τους έγινε μέσω του Μανόλη Μαγκάκη σʼ ένα από τα φιλολογικά καφενεία εκείνης της εποχής, το “Νέον Κέντρον”. Φαίνεται πως, όσο έμεινε ο ζωγράφος στην Αθήνα, συνδέθηκαν πολύ μιας κι έβγαιναν μαζί βόλτες στην Ακρόπολη και στον Λυκαβηττό, αλλά και δειπνούσαν στην πανσιόν όπου έμενε. Ο Σουών, μάλιστα, φιλοτέχνησε μια ελαιογραφία του Λαπαθιώτη.
Τέλος, όπως επισημαίνει ο ποιητής: «Στα εγκυκλοπαιδικά μας λεξικά αναφέρεται, επίσης, ότι εκτός από τη μουσική έχω σπουδάσει και ζωγραφική. Αυτό δεν είνʼ αλήθεια. Έχω ίσως κάποια κλίση φυσική προς το σκιτσάρισμα, αλλά χωρίς ουδέποτε να την καλλιεργήσω.» Τεκμήρια αυτής της κλίσης του είναι κάποια σκίτσα του που δημοσιεύτηκαν, μεσούσης της δικτατορίας – το 1970, στο διπλό αφιέρωμα που έγινε στον ποιητή από το περιοδικό “Νέα Σύνορα”. Εκτός από τα μεμονωμένα, υπάρχει και μια ενιαία σειρά σκίτσων του που επιγράφονται, από τον ποιητή: «12 καλλιτεχνικαί σπουδαί (όχι και πολύ σπουδαί–αι.»
Ο Φαίδρος Μπαρλάς, στα προλεγόμενα του αφιερώματος, σημειώνει γιʼ αυτά τα σκίτσα: «Αλλά και οι γελοιογραφίες του, που αποκαλύπτουν μια άγνωστη πλευρά του Λαπαθιώτη, μαρτυρούν πως ο εραστής αυτός του καθαρού ποιητικού λόγου έμενε ποιητής κι όταν ήθελε να ειρωνευτεί. Η σκωπτική του διάθεση συμπλέκεται με την ποιητική του ευαισθησία, καταλήγοντας σε μια τρυφερή σχεδόν στάση απέναντι στα πρόσωπα ή στους τύπους, που διαλέγει για στόχους του.» Μερικά από αυτά αναδημοσιεύονται εδώ.
Σχετική είναι και η άποψη του Λαπαθιώτη για τη μοντέρνα ζωγραφική, που άρχισε να δημιουργείται και στην Ελλάδα:
«Κάποιος ρωτούσε αν του αρέσουν μερικά υπερμοντέρνα ζωγραφικά κατασκευάσματα.
– Δεν έχω φτάσει σε τέτοιο βαθμό διαστροφής ακόμα… Βρίσκομαι, ακόμα, λιγάκι παρακάτω!»
Κινηματογράφος: Φυσικά, δεν τίθεται λόγος για την άμεση σχέση του Λαπαθιώτη με την έβδομη τέχνη, δεν καταπιάστηκε με τον κινηματογράφο. Ωστόσο ο ποιητής ήταν θαμώνας στις κινηματογραφικές αίθουσες εκείνης της εποχής. Όπως σημειώνει στην αυτοβιογραφία του, είδε για πρώτη φορά κινηματογραφική ταινία σε πολύ νεαρή ηλικία, γύρω στο 1900, «στο χειμερινό θέατρο “Βαριετέ”, στη γωνία των οδών Σταδίου και Σοφοκλέους, δίπλα στο κατοπινό θέατρο της Κυβέλης.» Σχετική είναι και μια κατοπινή αυτόγραφη σημείωσή του, στην οποία καταγράφει τις εντυπώσεις του από μια ταινία:
«Στην έξοδο του θεάτρου “Ολύμπια”, έπειτα από την παράσταση της ταινίας “ [Το θωρηκτό] Ποτέμκιν”, ενός έργου αριστουργηματικού και με βαθύτατο και συγκλονιστικότατο επαναστατικό παλμό, καμωμένου στη σοβιετική Ρωσία, δυο κύριοι ψευτοαριστοκράτες, ενοχλημένοι από τον ενθουσιασμό των άλλων, λένε αγανακτισμένοι μεταξύ τους, ενώ βγαίνουν μες απʼ το πλήθος, από πίσω του, ότι καλύτερα θα ήταν να έπαιζαν πόκερ, παρά να χάσουν τη βραδιά τους με τέτοια σαχλαμάρα.
Ο Λ. γυρίζει και κοιτάζει κατάματα αυτόν που τα λέει, κοιτώντας με οίκτο το κεφάλι.
Εκείνος, πειραγμένος τότε, λέει στον άλλο:
– Τι τα θέλεις; Αυτό το κέντρον, εδώ μέσα, κατήντησε αισχρόν τώρα τελευταία!
Κι ο Λ., απαντώντας μεγαλοφώνως, απαθέστατα:
– Αν έρχεσθε ταχτικά, ασφαλώς…»
Ένα άλλο είδος τέχνης, σχετικό με τον κινηματογράφο, είναι η φωτογραφία, με την οποία ασχολήθηκε εντελώς προσωρινά ο Λαπαθιώτης, όταν ήταν έφηβος, τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Ο νονός του, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι του στην Αγγλία, του κρατούσε ως δώρο δυο φωτογραφικές μηχανές, «μια μικρή, Κόντακ κουτί, και μια μεγάλη, φυσαρμόνικα, που ήταν όμοια με των φωτογράφων.» Ένας οικογενειακός φίλος, «δεινός ερασιτέχνης φωτογράφος», του δίδαξε τα σχετικά με τη λήψη, εμφάνιση και εκτύπωση φωτογραφιών. Ο νεαρός Λαπαθιώτης επιδόθηκε μετά μανίας στη νέα γιʼ αυτόν τέχνη, φωτογραφίζοντας γονείς, συγγενείς, φίλους και γνωστούς.

4

Ας επιστρέψουμε για λίγο στη Λογοτεχνία, σχολιάζοντας δυο (ανέκδοτα συν ένα δημοσιευμένο), τρία ποιήματά του. Τα δύο τελευταία τα εντόπισα και αντέγραψα, πριν από πολλά χρόνια, τον Ιανουάριο 1995, στα σπαράγματα τού αρχείου του Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ. Ένας αιώνας μάς χωρίζει από το πρώτο το οποίο, αν και δεν περιλαμβάνεται στη λειψή έκδοση των ποιημάτων του που θεωρείται σαν συγκεντρωτική, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη “Διάπλαση των Παίδων”, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών. Πόσο επίκαιρο φαίνεται όμως, λες και γράφτηκε χθες:

1. [ΑΤΙΤΛΟ], 1906

Γιατί να βασανίζουμε το νου,
να τυραννούμε άδικα τη σκέψη;
Ως τότʼ ένας κομήτης τʼ ουρανού
θαρρώ πως θα μας έχει ξεμπερδέψει.

Θα λείψει κάθε πίκρα και πληγή,
θα λείψουνε τα βάσανα κι οι πόνοι
έτσι και ΄μείς γλιτώνουμε απʼ τη γη
κι η γη απʼ το μπελά μας ξεγλιτώνει.

Νομίζετε καλέ πως ημπορεί
η σφαίρα μας η κακομοίρα να ΄χει
μια τέτοια κοινωνία πονηρή
και δύστροπη, για φόρτωμα στη ράχη;

Έλα, κομήτη, έλʼ απʼ τα ψηλά
και -στο Θεό σου- κάψε τέτοια σφαίρα,
που όλο μας σκοτίζει τα μυαλά
και γύρω παραδέρνει στον Αιθέρα.

Το 1905, άλλωστε, θεωρείται το επίσημο έτος εμφάνισης τού ποιητή στο προσκήνιο, με δημοσιεύσεις δύο ποιημάτων του σε άλλα περιοδικά. Το παραπάνω ποίημα δεν το υπέγραψε με τʼ όνομά του, αλλά ψευδωνύμως: Όψιμος Κρίνος. Η πρώτη συνεργασία του ποιητή με τη Διάπλαση των Παίδων χρονολογείται από το 1897, όταν ήταν μόλις 9 ετών, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Αιθήρ. Το παραπάνω ποίημα είναι η απάντηση τού Λαπαθιώτη στην ερώτηση που υπέβαλε το περιοδικό στους συνδρομητές του, σχετικά με το πώς φαντάζονται τον κόσμο γύρω στο 4000 μ. Χ.
Χαρακτηρίζεται από μιαν ανάλαφρη, παιγνιώδη διάθεση, λεπτή ειρωνεία διανθισμένη με ψήγματα σαρκασμού – στοιχεία που θα συναντήσουμε –άλλοτε λιγότερο ή περισσότερο επιτηδευμένα κι άλλοτε τελείως ξεγυμνωμένα- και στη μεταγενέστερη ποίησή του. Αναφέρω ενδεικτικά τα ποιήματα: Αγάπης πόθοι – 1905, Spleen – 1909, Τʼ ανθογυάλι – άγνωστο πότε γράφτηκε και δημοσιεύτηκε• δυο προ του 1930 (Νάρκισσος, Η ψυχή μου), κι άλλα δυο που ανήκουν στα τελευταία, Είμαι μόνος – 1940, Ποιητής – 1941. Μιας και το συγκεκριμένο ποίημα, του 1906, είναι άτιτλο, κάλλιστα μπορεί να προστεθεί ως τίτλος: Ο Κομήτης.
Μπαίνω στον πειρασμό μάλιστα να σημειώσω ότι, όχι δίχως βάσανο, θα άλλαζα το δεύτερο ρήμα στον τέταρτο στίχο του, χωρίς να αλλάξει και η ρίμα, για λόγους καλύτερης ηχητικής: αντί ξεμπερδέψει, θα έβαζα ξεπαστρέψει. Θʼ αντικαθιστούσα, επίσης, πέντε λέξεις με τέσσερις άλλες, στον τέταρτο στίχο της δεύτερης στροφής, χωρίς νʼ αλλάζει συγχρόνως το νόημα: αντί για απʼ το μπελά μας ξεγλιτώνει, προτιμώ το βάσανό της ξεφορτώνει. Αυτό, ασφαλώς, είναι άλλο ζήτημα που εντάσσεται καθαρά στις εντελώς προσωπικές φιλολογικές διαστροφές και απολαύσεις. Ας προχωρήσουμε λίγο παρακάτω, δυο χρόνια μετά:

2. ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ, 22-5-1908

Κι αν έκλαιγα μπροστά σας όλο θλίψη
κι είπα πονώ κι είπα πως θα πεθάνω,
το μέτωπό μου όμως δεν έχω σκύψει,
μη με θαρρείτε της χαράς ζητιάνο.

Στης Ηδονής εσείς τα περιβόλια
ήπιατε μες στα κρύσταλλα το μέλι,
όσο και αν κύλησε η καρδιά μου η δόλια,
να πιει το καταστάλαγμα δεν θέλει.

Γιατί κανένας στο παράπονό μου
πονετικό χαμόγελο δε δίνει.
Μη με θαρρείτε για φτωχό του δρόμου,
που κλαίγεται και θέλει ελεημοσύνη.

Θέλω ερημιά… Θα βυθιστώ στην πλάνη
του φεγγαριού που αναστενάζει απάνω.
Ο πόνος μου για συντροφιά μου φτάνει,
στον πόνο μου για συντροφιά δεν φτάνω;

Ψίχαλα της χαράς δεν θέλω, μήτε
θα γονατίσω εμπρός σας καθώς τόσοι.
Δεν έχω ανάγκη να με λυπηθείτε.
Το χέρι μου δεν έχω ακόμα απλώσει!

Θα φύγω από τα μάτια σας (με πνίγει
να βλέπω γύρω μάτια ευτυχισμένα,
σα συλλογιέμαι πως μπορούσε λίγη,
λίγη Ηδονή να ρίχνουνε για μένα.

Μα τόσο χαμηλά δεν έχω πέσει,
δεν τη ζηλεύω, δεν την καμαρώνω.
Και αν έχω στην ψυχή μου μία θέση,
τη φύλαξα στον Βασιλιά τον Πόνο.

Ένα δεύτερο, ανέκδοτο, ποίημα που ανήκει στη νεανική δημιουργική περίοδο του Λαπαθιώτη, γράφτηκε όταν ήταν 20 χρονών, το 1908, είναι το προηγούμενο. Το ποίημα αυτό κάλλιστα μπορεί να συνδεθεί θεματικά με άλλα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα ποιήματά του. Καταρχάς, επιβάλλεται να συσχετιστεί με τον κύκλο των ποιημάτων που διαπραγματεύονται τη λύπη και τον πόνο: Μια περηφάνια (3-6-1909), Λυπήσου (6-5-1937), Εκ βαθέων (8/9-1-1930), Ο πόνος ήρθε (1937), Σαν προσευχή (1941) και τα –άγνωστο πότε γράφτηκαν– Έχω μια λύπη, Η πηγή.
Αξίζει η ακόλουθη επισήμανση. Η νεότητα χαρακτηρίζεται από ασυμβίβαστη ορμή και αλαζονεία συνήθως. Αν συγκρίνουμε το ποίημα αυτό, καθώς και το Περηφάνεια, με τα κατοπινά Λυπήσου, Εκ βαθέων, θα διαπιστώσουμε την αλλαγή του ύφους. Αν στα δυο πρώτα εκφράζεται μια σθεναρή άρνηση λύπησης, στα δυο τελευταία γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Ο 18ος στίχος του Σε όλους σας, αποκλίνει σημαντικά από τον πρώτο στίχο του Εκ βαθέων: «Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα…»
Επίσης, ο 19ος στίχος του Σε όλους σας, με παραπέμπει συνειρμικά σε δύο ζεύγη άλλων ποιημάτων του, τα Vogleinʼs Abendlied – 1909, Το πέρασμα – 1922, και τα Ανάμνηση – 29-8-1933, Μια νύχτα το φεγγάρι – 24-6-1941. Αν στο Σε όλους σας ο ποιητής δεν απλώνει το χέρι του για βοήθεια, στο πρώτο ζεύγος ποιημάτων απλώνει το χέρι του να πάρει κάτι, αλλά τελικά δεν το παίρνει γιατί είναι πικρό• ενώ στο δεύτερο ζεύγος, παρά τα όσα φαίνεται να υπόσχεται, τελικά το φεγγάρι αποδεικνύεται απατηλό και πλάνο. Ακολουθεί ένα άλμα μακρύ, είκοσι έξι χρόνων, από το 1908 στο 1934:

3. ΘΑ ΦΥΓΩ ΠΑΛΙ, 9-6-1934

Θα φύγω πάλι, θα χαθώ στα τρίσβαθα του δρόμου,
σα μια ψυχή χιμαιρική, σα μια ψυχή χαμένη.
Τώρα σαν ένα βλέφαρο, που σφάληξε θα μένει
τʼ αντικρινό, το γνώριμο σε σε παράθυρό μου.

Θα φύγω, ναι, και θα χαθώ, καθώς είχα προβάλει
ζητώντας, ίσως, μια κρυφή παρηγοριά κοντά σου!
Θα βυθιστώ στη λησμονιά – κι ίσως τα βήματά σου,
σʼ αυτή τη ζήση τη μικρή να μη με βρούνε πάλι…

Κάλλιο να πεις ότι ποτέ δεν θα με δεις εμπρός σου,
πως ήμουν ένα σύννεφο περαστικό, το δείλι,
– και πώς το φως που μυστικά, για μας, είχε ανατείλει,
το δες στον ύπνο της αυγής, απλώς μες στʼ όνειρό σου…

Γιατί, στο τέλος τίποτα, στʼ αλήθεια δεν υπάρχει
κι όλα τα πλάθει το μυαλό κι η νύχτα τα ΄χει φέρει…
Μπορεί και συ, σα φάντασμα, να πέρασες – ποιος ξέρει!
Κι αν ήσουν Λάουρα, μια φορά – κι ας μʼ έκανες Πετράρχη.

Το ποίημα αυτό είναι από τα ελάχιστα ερωτικά ποιήματα του Λαπαθιώτη που αναφέρονται σε γυναίκα. Προσωπικά γνωρίζω άλλα δύο, τα Alla C. Bot – 28-3-1907, Δάκρυα – 1907, γραμμένα και τα δύο για μια Ιταλίδα νάνο αρτίστα που έδινε παραστάσεις με τον θίασό της στην Αθήνα. Ωστόσο, αν στα δυο αυτά καταγράφεται ο νεανικός και παροδικός ερωτικός ενθουσιασμός του ποιητή για μια γυναίκα, στο Θα φύγω πάλι αποτυπώνεται ένας βαθύς ερωτικός καημός ανάλογος με αυτόν που υπάρχει στο ομοερωτικό ποίημά του με την ακροστιχίδα του αγαπημένου του: Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα πάλι το στενό…
Όσο για το ποια μπορεί να ήταν αυτή η Λάουρα, μας πληροφορεί ο ποιητής στην αυτοβιογραφία του. Μια γειτονοπούλα του ήταν, την οποίαν ερωτεύθηκε σφόδρα ο ποιητής γύρω στο 1908, αφήνοντας ποιήματα στο παράθυρό της και μαδώντας λουλούδια στην πόρτα της. Κρυφές ματιές, χαμόγελα και τα συναφή. Πλην όμως αυτή η νεανική και αθώα περιπέτεια διακόπηκε βιαίως από τη μητέρα της δεσποινίδας. Ας μην υπερβάλουμε, μιας και είναι γνωστό ότι ο Λαπαθιώτης ήταν πολύ μισογύνης, εξαιρέσει της μητέρας του.

ΥΓ.
Μια άλλη μορφή τέχνης, με την οποία σχετίζεται άμεσα ο Λαπαθιώτης, εξίσου όσο και με τη Λογοτεχνία, είναι η Μουσική. Ήδη ακροθίχτηκε το θέμα σε κάποια σημεία της μελέτης αυτής, ιδίως στα περί θεάτρου. Ο ποιητής, εκτός από το γεγονός ότι άκουγε, γνώριζε, έπαιζε και συνέθετε μουσική. Σχετικό είναι και το θέμα της μελοποίησης αρκετών ποιημάτων του, από διάφορους συνθέτες και ερμηνευτές, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τα πεπραγμένα της, γενικώς και ειδικώς, όσο γίνεται πιο λεπτομερώς, την επόμενη φορά, στις 8-1-2009, όταν συμπληρώνονται τα 65 χρόνια από την αυτοκτονία του ποιητή.