Ο Νέστορας Ι. Πουλάκος (πατήστε στο όνομα) διαβάζει ποιήματα του Γιάννη Τζώρτζη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Απ’ το τυφλό σκοτάδι του οράματος υποβρυχώμαι το θάνατο :
είναι μήνας Ιούλιος και το χιόνι της Ιρλανδίας μια
επώδυνη ανάμνηση. Ο ήλιος σπαράζει τα ονόματα, ο άνεμος
τη σιωπή των πεδιάδων και των ήσυχων λόφων. Κι
έρχεται πάλι η ώρα να κατέβουμε στη θάλασσα. Εδώ δεν
υπάρχει ζωντανό πλάσμα να τολμήσει το λόγο. Μα ούτε
κι ο λόγος ανοίγει το τρομαγμένο του κεφάλι του εδώ. Μόνο
κοιτάζοντας τα ψηλωμένα σύννεφα ανεβαίνει ο σκοτεινός
βυθός και σε τραβάει. Μαζί του χορεύουν ως το θάνατο
τα φονικά ταράγματα του ύπνου. Τώρα ο βυθός κανοναρχεί
και λάμπει. Ο χρόνος πλέον δεν είναι τίποτα,
τον υποτάσσει ανοίγοντας το στήθος.

Όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή.

[Ο Ύπνος του Κυνηγού, Ερατώ, 1990]

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

Είσαι μια πόλη τη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία
που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο
πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω.
Ανηφοριές, μαχαλομάγαζα, άδειες πλατείες. Ρίγη της υγρασίας,
ρίγη της ιστορίας. Κάποτε είχες κι εσύ ένα όνομα. Τώρα ζωντανεύεις
τα παιδικά μου αναγνώσματα κι οι στρατιές της νύχτας πληθαίνουν.

*

Δεν ξέρω τώρα πως να σου το πω : Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά
στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω
πουθενά να σε ζητήσω, βλέπεις τον εύκολο δρόμο που παίρνω πάντα
για το δύσκολο τέλος, χτυπάς τις φτερούγες σου κι ο αέρας μικραίνει.
Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω.
Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω. Να κάψω πάνω μου το όραμά σου,
να μπω με μάτια μεγάλα σε μια καινούρια φρεναπάτη. Να σου αλλάξω όνομα,
να σου αλλάξω σχήμα. Πολλά μπορώ να κάνω μακριά από σένα. Και να τώρα –
δεν πρόλαβα καλά καλά να το πω-, ένα πηχτό σύννεφο πέρασε πάνω απ’ το φεγγάρι
που σε θύμιζε κι η καρδιά μου σκοτείνιασε τόσο ψηλά που είσαι.

*

Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του
σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους
τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.

*

Ένα απόγευμα –θα ‘ναι χειμώνας, η μέρα ξυράφι- θα μπεις σ’ ένα ταξί,
θα τρέξεις φωτεινή μέσα στην πόλη, θα έρθεις στο δωμάτιο, θα με συναντήσεις.
Θα με βρεις στο παράθυρο να κοιτάζω τα απέναντι σπίτια. Θα καθίσουμε μαζί
Στο τραπέζι, θ’ ανοίξω ένα μπουκάλι κρασί, θα σε σερβίρω. Θα μιλάς μονάχα εσύ :
θα λες για όλα αυτά τα χρόνια, τα γράμματα, το τηλέφωνο. Θα πίνω απ’ το κρασί και
θα σ’ ακούω, θα σ’ ακούω μέχρι τη μεγάλη νύχτα. Τότε θα ‘χουν τελειώσει και τα λόγια
-το κρύο τώρα πιο αισθητό-, θα σηκωθώ αργά, θα ξαπλώσω στο στρωμένο κρεβάτι. Ο
αέρας θα δυναμώνει, θα πέφτει μια μικρή βροχή, θ’ ακούω την πόρτα να κλείνει.

*

Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.

[Το Κέρασμα του Απογεύματος, Ίκαρος, 1993] Batman Begins ipod

Υπό τους ήχους του Τσάρλι Χέιντεν.