.!.

Του θηρίου

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

Θα σε φέρω σʼ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πως τρώνε τις άγκυρες
πως σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απʼ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες
με κομμένο το χέρι

θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια

Χριστούγεννα 1948

Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδερόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγες
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απʼ όλες
τις πλευρές
δε θα ʽταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απʼ έξω
έγδερνε τις πόρτες

Τα πρόβατα

Κεφάλι μου γεμάτο όνειρα
χέρια μου γεμάτα λάσπη

Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δε γνώριζε το πρόσωπο του
στη σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ΄ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σʼ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ΄ άγρια ταʼ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δε γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δυο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δυο αναστέναζαν μεσʼ στη στοά
οι δυο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
ταʼ άγρια τ΄ άσπρα της τα πρόβατα
μεσʼ στην πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει

Η αποκριά

Μακριά σʼ ένʼ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μεςʼ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες έν- δυο
έν- δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σʼ ένʼ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά

Η μεταμόρφωση

Μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ʽλεγες
θα πλύνω από τα χέρια μου
το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά
από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο
πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω
άστρο
όπως το ʽλεγες
τότε
θα είσαι ένα πουλί
ίσως να είσαι έ ν α π α γ ώ ν ι
εγώ
θα έχω αθωωθεί