Στις αρχές του εικοστού αιώνα, τέσσερις ποιήτριες της Λατινικής Αμερικής προσέλκυσαν την προσοχή του κοινού: οι Ουρουγουανές Ντελμίρα Αγκουστίνη (Delmira Agustini

, 1886-1914) — που δολοφoνήθηκε από τον άνδρας της, με τον οποίον βρίσκονταν σε διάσταση — και Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου (Juana de Ibarbourou, 1895-1980), η Αργεντινή Αλφονσίνα Στόρνι (Alfonsina Storni, 1892-1938) και η Χιλιανή Γκαμπριέλα Μιστράλ (Gabriela Mistral — φιλολογικό ψευδώνυμο της Lucila Godoy Alcayaga — 1889-1957). Ο έντονος ερωτισμός της ποίησης της Ντελμίρα Αγκουστίνη (Ω αγάπη, ήταν μια τραγική νύχτα πνιγμένη στʼ αναφιλητά/ που άκουσα να τραγουδάει στην κλειδαριά μου το χρυσαφένιο σου κλειδί) προκάλεσε την διαμαρτυρία των κοσμικών γυναικών. Διατηρεί μεν την έντασή της, αλλά ο σκοπός της (πόνος αισθησιακός, απογοήτευση) είναι τόσο περιορισμένος που μοιραίως ξεπεράστηκε: οι διαισθήσεις της Ντελμίρα Αγκουστίνη δεν ταίριαξαν με τους ξεχωριστού γνωρίσματος ρομαντικούς σαρκικούς πόθους, που δεν είχε την ευκαιρία να ξεπεράσει.
Με την πάροδο του χρόνου, η Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου κατέληξε η πιο συμβατική από τις άλλες τρεις ποιήτριες, και όλη της τη ζωή διατήρησε μια λαμπρή εικόνα «συζήγου και μητρός». Πάντως στα πρώτα της ερωτικά ποιήματα αψηφούσε τις πνιγηρές συμβατικότητες όσο και η Ντελμίρα Αγκουστίνη — αλλά δεν θα δώσει την ευκαιρία στον αναγνώστη να εισχωρήσει στα πιο ουσιώδη σημεία της γυναικείας φύσης.
Η Αλφονσίνα Στόρνι, που αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα σε ηλικία σαράντα έξι ετών, ήταν μια γυναίκα που αρέσκετο νʼασχολείται με την καλλιτεχνική δημιουργία των παιδιών. Η ερωτική της ποίηση είναι πιο διακριτική και πιο πικρή, αν και όχι λιγότερο αισθησιακή απʼ αυτήν της Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου. Ήθελε να δείξει αδιαφορία για τους άνδρες, αλλά δεν το κατάφερνει. Πάντως τους επέκρινε. Όταν η Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου φθάνει στο σημείο να εκφράσει τη λύπη της που είναι γυναίκα, η Αλφονσίνα Στόρνι γράφει:

Μου είπες: Ο πατέρας δεν έκλαιγε.
Μου είπες: Ο παππούς δεν έκλαιγε.
Δεν έκλαψαν ποτέ οι άνδρες της φυλής μου.
Ήταν από ατσάλι.

Και λέγοντας αυτά, ένα σου δάκρυ κύλησε
Κι έπεσε στο στόμα μου… Άλλο φαρμάκι
Δεν ήπια ποτέ από τόσο μικρό
Ποτήρι.

Αδύνατη γυναίκα, καυμένη γυναίκα που γνωρίζει
Αιώνες λύπης πίνοντάς το.
Α, τούτη η ψυχή μου άλλο δεν αντέχει
Όλο του το βάρος!

Εκτός από την Γκαμπριέλα Μιστράλ, η Αλφονσίνα Στόρνι είναι η πιο χαρισματική από αυτήν την ομάδα. Επιπλέον ασχολείται με θέματα που η Μιστράλ δεν καταπιάνεται. Τα τελευταία της σπαραξικάρδια ποιήματα — πολλά μάλλον να οφείλονται στην κατάσταση αυξημένης ξυχικής φόρτισης (κάτω από την οποία τελικά κατέρρευσε) γνωρίζοντας ότι έπασχε από καρκίνο — συμπεριλήφθηκαν στον τόμο Νεκρική μάσκα και τριφύλλι (Mascarilla y trébol, 1938). Η Αλφονσίνα Στόρνι είναι μια ενδιαφέρουσα ποιήτρια της οποίας η έκφραση εσωτερικών έντονα αντίθετων ψυχικόν τάσεων πρόλαβε πολλά θέματα ποιητριών, όλων των εθνικοτήτων, της επόμενης γενιάς.
Η Γκαμπριέλα Μιστράλ ήταν η πρώτη ποιήτρια, καθώς και η πρώτη στην Λατινική Αμερική, να κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ (1945). Εξέδωσε μόνο τέσσερις ποιητικές συλλογές, αλλά κυκλοφόρησαν πολλές άλλες δίχως την αδειά της. Όλη της τη ζωή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναθεωρεί τα ποιήματά της, γιʼ αυτό και υπάρχουν τόσες εκδοχές. Η Γκαμπριέλα Μιστράλ ξεκίνησε ως δασκάλα. Έγινε πρώτα γνωστή με τα «Σονέτα του θανάτου» (1914), για τα οποία κέρδισε ένα βραβείο. Λίγο πριν, το 1909, ο άνδρας με τον οποίο ήταν ερωτευμένη (και η ερωμένη του οποίου πιθανώς να ήταν) αυτοκτόνησε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η Γκαμπριέλα Μιστράλ πέρασε τουλάχιστον μια ακόμη οδυνηρή ερωτική δοκιμασία, μα δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν έγινε ποτέ μητέρα, κάτι που ποθούσε διακαώς και που στην ποίησή της το περιγράφει γλαφερά. Υιοθέτησε όμως τον ανηψιό της, η τρίτη μεγάλη (απʼ ότι ξέρουμε) τραγωδία της ζωής της, καθώς κι αυτός αυτοκτόνησε το 1944 κάτω από μυστηριώδης ή μυστικές συνθήκες. Η Χιλή της έκανε την μοναδική τιμή να την διορίσει Πρόξενο σε όποια χώρα προτιμούσε. Έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πέθανε από καρκίνο. Τα τελευταία της χρόνια εμφάνιζε που και που ψυχασθενικά συμπτώματα. Στα τέλη της δεκαετίας του Σαράντα γνώρισε μια Αμερικανίδα με την οποία έζησε μέχρι τον θάνατό της. Οι τέσσερις ποιητικές της συλλογές είναι: Απόγνωση (Desolación, 1922 — αναθεωρημένες εκδόσεις το 1923, 1926, 1954), Τρυφερότης (Ternura, 1924 — αναθεωρημένη έκδοση το 1945) περιέχει ως επί το πλείστον ποιήματα με αλλαγές από το πρώτο βιβλίο, Το κόψιμο των δέντρων (Tala, 1938) και Πιεστήριο σταφυλιών (Lagar, 1954).
Η Γκαμπριέλα Μιστράλ μάλλον δεν καινοτομεί — μολονότι που η «τραχιά» ή «σκληρή» δημοτική της γλώσσα και η αδιαφορία της για την ακαδημαϊκή σχολαστικότητα ασκούσαν σημαντική επιρροή — μα δεν το χρειάζεται. Όπως όλοι οι μείζων ποιητές, και όλοι οι Ισπανόφωνοι μείζων ποιητές, οι ρίζες της είναι προφανώς και βαθιά μέσα στην «απλότητα». Η ποίηση της Γκαμπριέλα Μιστράλ, ταραγμένη μα και γεμάτη εμπιστοσύνη, εναρμονίζεται με την άφθονη φύση που τόσο αγαπάει. Είναι μια από της πιο λαμπρές μη διανοούμενες ποιήσεις του πέρα του δέοντος εκλεπτυσμένου και πνευματικού εικοστού αιώνα.