1. Η τερηδόνα ΙΙΙ

Φύγε

Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό

Τούτη η μουσική που γλιστράει απʼ τα χέρια σου
κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα

Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου
την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου
την αφή

Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

2. Επίλογος

Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…

3. Αποστασία

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε
την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,
την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,
την προσευχή γιʼ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.

Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,
τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης
και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν
οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας
και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.

Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.
Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος
τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση
και τη σπατάλη της θυσίας.

4. Θέλω λυπητερά τραγούδια

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
καυτό σακατεμένο μου διαμάντι
γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες
χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου
ηλεκτρισμένα μάτια στο σιργιάνι
η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης
το πυροτέχνημα τού ήλιου στη φωνή μου

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω

5. Τα μάτια σου ανεβαίνουν

Τα μάτια σου ανεβαίνουν εντός μου πλημμυρίζοντας
μες στον ψιθυρισμό του δάσους και στο δρόμο
καθώς μετεωρίζεσαι ίδιο πουλί θαλασσινό
γιατί μόνον εσύ ξανοίγεις και ρημάζεις δρόμους

γιατί νυχτώνει αργότερα και χάνεσαι, τελειώνει
σε λίγο η μουσική, γιατί το ξέρω, λύνονται
τόσο καθάρια εντός μου οι ουρανοί που βλέπω
πως θάνατο μαρτυρικό απόψε σου ετοιμάζουν

6. Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης. Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης. Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

7. Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ, μου είσθε συμπαθής.

8. Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου
ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες
τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος
μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος
μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος
τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος
μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς
αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό
σʼ ένα τρεμούλιασμα ή σʼ ένα δάκρυ πάντα νʼ αστοχήσει

Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται
ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα
συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις

Ούτʼ ένα στίχο πια ερωτικό, στʼ ορκίζομαι

9. Ακτίνες

«Δεν βλέπω όγκο ή σάρκωμα, μόνο σπασμούς»

Βλαστήμαγε γεμάτη οργή η τρομερή φωνή του
μέσα στο θάλαμο με τα βαριά καλύμματα•
άκουγα μόνο τους διακόπτες, τις χειρολαβές
που φόρτιζαν όσο μπορούσαν ταʼ ανοιχτά κυκλώματα
νʼ αποτυπώσουν τις συσπάσεις της στιγμής
μα όλα σκεπάζονταν απʼ το παχύ γαλάκτωμα

Α, δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, γρύλιζε ο γιατρός
σε λίγους μήνες είχε πεθάνει απʼ τα εγκαύματα

10. Κριτική

«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η δικαίωση θʼ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη Παράδοση, τʼ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θʼ αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».

Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός

11. Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απʼ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θʼ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

12. Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θʼ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

13. Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο

Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη
το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών
φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,
εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα
όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,
εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε
έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου
γιʼ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα
που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

14. Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος
νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς
μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε
μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.
«Τι να ελπίσω σʼ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε
σʼ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.
Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε
θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής
τʼ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

15. Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γιʼ αυτούς, μόνο γιʼ αυτούς θέλει να ζήσει

Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

16. Τετράδια μουσικής

Τα ρούχα μας είναι γαλάζια
γαλάζια τα δέντρα κι ο άνεμος
μες στα μαλλιά σου, γαλάζιοι κι εμείς

Περπατούμε ανάλαφροι κάτω απʼ τα δέντρα
τα φύλλα τραυλίζουν στα πόδια μας
όλα σχεδιάστηκαν καθώς λαχτάρησες
μες στο προαύλιο, μέσα στο ποίημα
της φυλακής

17. Έλκη

Γιατί η έκκριση του υγρού ανεξέλεγκτη
το οξύ πριν απʼ την ώρα του να καίει
σάλιο ή δάκρυ ποτέ την πρέπουσα στιγμή
γιατί το ερέθισμα καθυστερεί τη σκέψη μου

18. Τέχνη

Πάμε μαζί
μες απʼ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση
προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη
σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.
Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους
τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της
κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό
είναι ωραία η ζωή με τέχνη

19. Οι ξεχασμένοι ποιητές

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν
σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας
στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό
και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών
καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα

Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά
προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς
στα ακραία φυλάκια

20. Κτιριολογια

Κάποιος ήθελε σπίτια από σάρκα και αίμα
εγώ προσωπικά τα προτιμώ από πέτρα
πεισματικά αντιστέκονται μʼ όλες τους τις ρωγμές
αξιοπρεπή μέχρι την ώρα του εκσκαφέα

Μα οι πλατείες πρέπει νάναι γεμάτες αίμα
υπόγλυκο, ανεξίτηλο, κι ακόμα
να σχεδιαστούν μέσα σε ανθρώπινα καλούπια –
καθώς σιγά σιγά γερνούν νάχουν τα χρόνια
του αγοριού που βλέπει με άλλα μάτια.
Παράδειγμα η πλατεία Ναυαρίνου, είναι καινούργια
παιδιά και σιντριβάνια παίζουν στα παρτέρια
σαν σκηνικό τη νύχτα της σφαγής

21. Τι μένει λοιπόν

Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο
μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος
και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη
δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος

Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι
με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία
φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις

22. Η κατεδάφιση

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το σιδερένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απʼ τους προβολείς, δεν μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σʼ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρώμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

23. Η άνοιξη τού θλιμμένου πρίγκιπα

Μπορώ και σʼ εξευτελίζω ακόμα, γείτονα
όταν γυρνάς αργά για το χαιρέτισμα
κοιτάζω κατά το νοτιά, μη βρέξει

Θα σε περιφρονώ αιώνια, λαχειοπώλη ή γκρουμ
βγάζω τα κέρματα, τα κρύβω μες στα δάχτυλα
νωχελικά τα κουδουνίζω μες στην τσέπη

Κι ακόμα εσένα κουρελιάρη στιλβωτή
για τρία δίδραχμα πέφτεις καλύτερα στα πόδια μου
και το μαλλί σου σφουγγίζει ωραία το βερνίκι

Ανάβω λάμπες μέσα στο δάκρυ του μεσημεριού
ω τσιμεντένιο φως της επόμενης άνοιξης

24. Ψευτίζοντας τον διορισμό

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που εκφράζεται
σε σπίτια ή εκκλησιές, σε σκέψη από κρύσταλλο
μες στο νερό ή πάνω στην καμένη γη
στη μουσκεμένη άσφαλτο προς τα χωριά
φώτα και μούχλα μες στις φυλλωσιές
της λασπωμένης γης, Βαγγέλη μου
του λέω

Ναυαγισμένος ουρανός που δεν νυχτώνει
τα μάτια σου χωρίς λεπτούς μηχανισμούς
απάντησε δακρύζοντας, κόβοντας τους πυράκανθους
αναπολώντας πιο τεχνητές κατασκευές
όχι πια πιστευτές, αληθινές τάχα
είμαστε αυτό σου λέω

Επίμετρο

Το 1985, σε μια συνέντευξή του, ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου αναφέρει ότι ο συνολικός αριθμός των ποιημάτων που έχει γράψει, είναι 165• 11 μόλις περισσότερα από το επίσημο σώμα της Καβαφικής ποίησης. Ο αναγνώστης του έργου του, ωστόσο, αν μπει στον κόπο να τα μετρήσει, θα διαπιστώσει ότι το άθροισμά τους είναι κατά τι λιγότερο. Η συγκεντρωτική σχεδόν έκδοσή των, “Ο Δύσκολος Θάνατος” (1978) περιέχει 122 ποιήματα. Η συλλογή του “Ωδές στον Πρίγκιπα” (1981) 16, ενώ υπάρχουν και τα “Τρία Ποιήματα” (1987) γραμμένα σε πρόζα. 122 + 16 + 3 = 141. Επομένως υπολείπονται 24 ποιήματα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ποιητή, που δεν συμπεριλαμβάνονται στη συγκεντρωτική σχεδόν έκδοση των ποιημάτων του.
Ένα ζήτημα λοιπόν είναι ο εντοπισμός αυτών των ποιημάτων. Δεν είναι δύσκολο. Αρκεί να ανατρέξουμε στις επιμέρους ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε ο ποιητής στη διάρκεια μιας εικοσαετίας, από το 1954 μέχρι και το 1974. Αυτές είναι πέντε, καθώς και μια επιλογή ποιημάτων που έκανε ο ίδιος. Αν εξαιρέσουμε τη μια, στις υπόλοιπες πέντε υπάρχουν τα 24 αυτά ποιήματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στον “Δύσκολο Θάνατο.” Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι τίτλοι των επιμέρους συλλογών και τα περιεχόμενά τους, κατά κανόνα, συγκροτούν τις πέντε από τις επτά ποιητικές ενότητες του σχεδόν συγκεντρωτικού τόμου.
Από την πρώτη του συλλογή, “Δύσκολος Θάνατος” (1954), παραλείπονται τρία ποιήματα, τα: Η τερηδόνα ΙΙΙ, Επίλογος, Αποστασία – τα 1–3 εδώ. Από τη δεύτερη, “Ο Θάνατος του Μύρωνα” (1960) κανένα. Από την τρίτη, “Ποιήματα για ένα καλοκαίρι” (1963) ένα: Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου – το 4 εδώ. Από την ανθολογία “44 ποιήματα” ένα: Τα μάτια σου ανεβαίνουν – το 5 εδώ. Τα περισσότερα από τα 24 ποιήματα ανήκουν στις δύο επόμενες συλλογές. Από την τέταρτη, “Νοσοκομείο Εκστρατείας” (1972), παραλείπονται εννιά: Ψυχοθεραπεία Α΄, Ψυχοθεραπεία Β΄, Όρκος, Ακτίνες, Κριτική, Η αναχώρηση, Υστεροφημία, Η συμμαχία του θεού, Ο όμορφος αφροδισιολόγος – τα υπʼ αρ. 6– 14 εδώ. Από την πέμπτη, “Αργό Πετρέλαιο” (1974) δέκα: Οίκτος, Τετράδια μουσικής, Έλκη, Τέχνη, Οι ξεχασμένοι ποιητές, Κτιριολογία, Τι μένει λοιπόν, Η κατεδάφιση, Άνοιξη του θλιμμένου Πρίγκιπα, Ψευτίζοντας τον διορισμό – τα υπʼ αρ. 15–24 εδώ.
Μετά από σχετική έρευνα στο δημοσιευμένο ποιητικό σώμα του Ασλάνογλου, διαπίστωσα ότι δύο από αυτά έχουν ενσωματωθεί σε δημοσιευμένα ήδη ποιήματά του που συμπεριλαμβάνονται στον “Δύσκολο Θάνατο”. Πρόκειται για το “Τα μάτια σου ανεβαίνουν” (5), το οποίο συνιστά μέρος του ποιήματος “Γεθσημανή” που ανήκει οργανικά στη δεύτερη ποιητική συλλογή του, και στην τρίτη ποιητική ενότητα του συγκεντρωτικού σχεδόν τόμου. Επίσης, μέρος του ποιήματος “Η αναχώρηση” (11) έχει ενσωματωθεί στο ποίημα “Η προσταγή”, που ανήκει στην έκτη ποιητική ενότητα του συγκεντρωτικού σχεδόν τόμου.
Αξίζει τέλος η επισήμανση ότι ένα τρίτο ποίημα, το “Αποστασία” (3) θαρρείς ότι έχει αποσπαστεί από τις σελίδες του ποιητικού του μονόπρακτου “Θάλασσα και συγχρονισμός” (1952), το οποίο είναι και το μοναδικό βιβλίο του Ασλάνογλου -αξίζει να σημειωθεί αυτό- που δεν γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά στο Λουτράκι. Επίσης, δημοσιεύτηκε αμέσως μετά τη γραφή του, σε αντίθεση με τα ποιήματά του τα οποία, όπως είναι γνωστό, διόρθωνε και ξαναδιόρθωνε, μιας και θεωρούσε ότι το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του συγκεκριμένου ποιήματος είναι ανάλογο με τα μέρη που απαγγέλλει ο Χορός στο ποιητικό του μονόπρακτο.
Σταματώ προς το παρόν εδώ (μιας και υπάρχουν και κάμποσα άλλα ζητήματα στα οποία θα επανέλθω αργότερα), σε αυτά τα 24 “παραλειπόμενα” ποιήματα που, τελικά, μειώνονται κατά 2. Τα χαρακτήρισα “όχι και πολύ γνωστά”, μιας και περιέχονται στις επιμέρους ποιητικές συλλογές του που κυκλοφόρησαν πριν πολλά χρόνια σε μικρό αριθμό αντιτύπων και τώρα πια έχουν εξαντληθεί – επομένως τα γνωρίζουν λίγοι. Τα ποιήματα αυτά εντοπίστηκαν (χάρη στο γεγονός ότι ο Γιώργος Χρονάς μού δάνεισε τις πρώτες συλλογές του ποιητή), το φθινόπωρο του 1996 από τον (τότε ψευδώνυμο) γράφοντα και δημοσιεύτηκαν, πλην ενός, “Τα μάτια σου ανεβαίνουν” (5), στο τεύχος 90-92, Μάρτιος–Αύγουστος 1997, του περιοδικού “Οδός Πανός” που ήταν αφιερωμένο στον ποιητή.
22 “νέα” και άγνωστα στους πολλούς ποιήματα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο ξεχωριστούς και νευραλγικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, 12 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν είναι μικρή σοδειά…