Ρέμων Γραικός: Κ. Π. Καβάφης ( 1917- 2005)
Εκδόσεις Γαβριηλίδης σελ. 42 2006

Κ. Π. Καβάφης Ποιήματα Τα Ατελή
Εισαγωγή Βρασίδας Καραλής
Ιδεόγραμμα 2005 σελ. 68

Φαίνεται πως με τον Καβάφη συμβαίνει ότι και με τα απόντα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου. Κατά κάποιον τρόπο κάποιοι θέλουν να τα συμπληρώσουν φαντασιακά…
Έτσι και με τον Καβάφη. Μια ολόκληρη σειρά ποιημάτων στο δυτικό ημισφαίριο δεν είναι μόνο επηρεασμένα, αλλά αποτελούν συνειδητές μιμήσεις, αυτό που λένε οι λόγιοι παστίς κι ο Σεφέρης παστίτσια για να φωτίσουν ή να ολοκληρώσουν πτυχές του Καβαφικού έργου, λησμονώντας ίσως ότι ο υπαινιγμός αποτελεί κεντρικό προαπαιτούμενο της ποιητικής του.
Έτσι παλιότερα ο συμπαθής σκυτοτόμος Μελισσηνός αναδιέταξε τα ποιήματα του Καβάφη κατά τους ελλείποντες δεκαπεντασυλλάβους, ο Ανδρέας Αγγελάκης τα έδωσε σε μιαν εκδοχή της ομοφυλοφιλικής ελευθεριότητας και τελευταία ο Βαγενάς έκανε τα καβαφογενή βιβλίο ( Η μη περίληψη του Λουίς Θερνούδα έκανε πολύ «ελληνικό» το βιβλίο του. Διότι εκτός Λόντρας και Παρισίων άντε και λίγο Ρώμης εμείς δεν εμπνεόμεθα ούτε έχουμε ευθύνη συμπερίληψης.)
Έδωσα το όνομα Μηχανή Καβάφη για να περιλάβω όλη αυτή την «συμπλήρωση» του καβαφικού έργου που ενώ εκκινεί από ψυχολογικές προθέσεις και άρα θέλει και την ανάλογη μεταχείριση, παράγει έργα που στοιχίζονται στο ιδεολόγημα της διακειμενικότητας, ακόμα και με τις ελληνικές εκδοχές του της λογοκλοπής.
Το μόνο αντίβαρο σε όλη αυτή τη παραγωγή καβαφικών στίχων είναι η επεξεργασία του αρχείου του της οποίας μια χρηστική παράθεση αποτελεί η έκδοση του Βρασίδα Καραλή την οποίαν και συνιστώ για την σημαντική εισαγωγή που καταφέρνει να γίνει ένα από τα θεμελιώδη κατά την άποψή μου κείμενα του καβαφικού κριτικού κόρπους.

Το βιβλίο του Ρέμωνα του Γραικού, είναι προφανώς ψευδώνυμο. Και αν κρίνω και από το βιβλίο «Δόκιμος σε Συντεχνία» του Δάλλα, πιστεύω πως αυτός πρέπει να κρύβεται. Η υψηλή γνώση του καβαφικού λεξιλογίου η ιστορική αρματωσιά και κυρίως η μεγάλη γνώση της καβαφικής κουζίνας των ποιημάτων που συνομιλεί μάλλον τείνουν προς αυτόν. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Ο χρόνος θα δείξει…
Εδώ έχουμε στο εγώ των ποιημάτων έναν καβαφικό νέο ο οποίος παίρνει το λόγο και καταθέτει μια μιμητική και αρκούντως δημιουργική περιδιάβαση σε σχεδόν όλες της εκφάνσεις της καβαφικής θεματολογίας με τις αντοίστιχες δοκιμές στο ύφος.
Μοιάζει να στέκεται στο δίστρατο των καβαφογενών και των Δώδεκα Ποιημάτων του για τον καβάφη του Ρίτσου.
Δεν με ανδιαφέρει μια πλησία ανάγνωση του βιβλίου. Αυτό πιθανότατα θα αποτελέσει ίσως στο μέλλον ασχολία μεταπτυχιακή νεαρού καβαφιστή που θα προσπαθήσει να βρει την ακρίβεια τη φιλολογική που στηρίζει αναμφισβήτητα μια βαθιάν αγάπη για την ποίηση του Αλεξανδρινού.
Θα το συνιστούσα σαν βιβλίο μελέτης για το πως δημιουργικά και όχι με την υποτέλεια του ατάλαντου λογοκλόπου μπορεί κάποιος να αναμετρηθεί με τις αγαπημένες του φωνές και να παράγει κείμενο που ως διακείμενο είναι και γοητευτικό και καθιστά αναγκαία την καταφυγή στο πρωτότυπο μόνο και μόνο για να φανεί το επίτευγμα. Γιατί και οι καβαφικές «αναδιαπλάσεις» δεν είναι όλες της ίδιας ποιότητας και αυτή εδώ είναι από τις πλέον γόνιμες. Μια σειρά ακόμη ποιήματα που φαντασιακά μπορούμε να αποδώσουμε στον Καβάφη δεν παύει πέρα από όλα τα άλλα να αποτελεί αναγνωστική απόλαυση.
Μια παρατήρηση μόνο. Ο υποβόσκων δεκαπεντασύλλαβος και οι «παρατονισμοί» του, δηλαδή ο υποδόριος ίαμβος του καβαφικού έργου, εδώ είναι πιο αχνός και με λιγότερη φροντίδα για την έλξη του από αυτό το κέντρο. Κάτι που στο μουσικό αυτί του αναγνώστη δείχνει το χρόνο και την απόσταση που έχει μεσολαβήσει μετά από μισό και πλέον αιώνα δοκιμής του «ελεύθερου» λεγόμενου στίχου.
Η πρότασή μου είναι τα βιβλία να διαβαστούν μαζί. Οι παρατηρήσεις του Βρασίδα Καραλή για την προφορική αφετηρία των καβαφικών ποιημάτων θα δείξει πως συνομιλεί με το καβαφικό κόρπους η εκδοχή του Ρέμωνα Γραικού. Συνυπολογίζοντας ότι τα «Ατελή» ποιήματα αποτελούν προϊόν και της αυτολογοκρισίας του Καβάφη και κατά κάποιον τρόπο καθρεφτίζουν συμμετρικά τον αντίθετο πόλο στα καβαφογενή.

Θα αντιγράψω δυο ποιήματα. Το πρώτο του ίδιου του Καβάφη, όπως αναστλώθηκε, και το δεύτερο του Ραίμωνα για να έχετε εξ όνυχος την αναγνωστική περιπέτεια που προτείνουμε:

Θάταν το Οινόπνευμα

Θάταν το οινόπνευμα που ήπια το βράδυ,
θάταν που νύσταζα, είχα κουρασθεί όλη μέρα

Σβύσθηκεν απʼ εμπρός μου η μαύρη ξύλινη κολόνα
με την αρχαία κεφαλή κʼ η πόρτα της τραπεζαρίας,
κʼ η πολυθρόνα η κόκκινη και το καναπεδάκι.
Ήλθε στην θέσιν των της Μασσαλίας ένας δρόμος.
Κʼ ελευθέρα η ψυχή μου, χωρίς συστολή,
εκεί εφάνηκε πάλι κʼ εκίνειτο,
με την μορφήν αισθητικού κʼ ηδονικού εφήβου-
Του διεφθαρμένου εφήβου: ας λεχθεί κι αυτό.

Θάταν το οινόπνευμα που ήπια το βράδυ,
θάταν που νύσταζα, είχα κουρασθεί όλη μέρα

Ανακουφίσθηκε η ψυχή μου, που η καϋμένη
όλο συστέλλεται υπό το βάρος των ετών.

Ανακουφίσθηκε η ψυχή μου και μου εφάνη
στης Μασσαλίας έναν δρόμο συμπαθητικό,
με τη μορφή του ευτυχισμένου, διεφθαρμένου εφήβου
που τίποτε δεν ντρέπονταν εκείνος, ασφαλώς

1919

ΕΥ ΠΙΕ

Χαμήλωσε το φως της λάμπας, έγειρε πίσω το κεφάλι
και μισόκλεισε τα μάτια. Μετά τόσης κοπιώδους εργασίας
εστάθηκε ρεμβάζων. Απλωμένα χαρτιά στο
γραφείο μπροστά, τα ματοϋάλια του επάνω
στο ανοιχτό βιβλίο. Η πένα, το μελανοδοχείο
σημειώσεις στίχοι, διαγραφές, προσθήκες…
Η πένα, το μελανοδοχείο, μια κούπα με τσάι
βιβλία στοιβαγμένα, άλλα ανοιχτά…

Χαμήλωσε το φως της λάμπας και μισόκλεισε τα μάτια.
Κοντά στο χείλος της κούπας, διάβασε για πολλοστή φορά
το ιδιοχείρως γραμμένο «ευ πίε» κι ανρωτήθηκε
αν στο τσάι αναφερόταν ή
στες ηδονές και τες οινερεμένες απολαύσεις
που χωρίς κανέναν φόβο
του χάρισε
όπως κι αυτή την κούπα

Παρατηρείστε τις μετατοπίσεις: Η ερωτική ανάκληση στον Καβάφη είναι πάντα οπτική και από φωτογραφία ποτέ από αντικείμενα. Το δεύτερο ποίημα δείχνει να λαμβάνει υπʼ όψιν του τα Δώδεκα ποιήματα για τον Καβάφη του Ρίτσου. Κάνει υπερβολική χρήση διασκελισμών και μουσικά μοιάζει περισσότερο να επιστρέφει από τη μετάφραση της Έρημης Χώρας του Σεφέρη. Όσο για τον «ασήμαντο» στίχο «του χάρισε» μόνο σε ποιητή του 70 και του 80 είναι πια ανεκτός… Διαβάστε αυτά δύο βιβλία, έχουν ωραίες ανταμοιβές…