joseph-brodsky.jpg

Ακούμε τον Mikhail Kozakov να διαβάζει ένα ποίημα του Joseph Brodsky

Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι θα έκλεινε τη βραδιά. Δεν μπορούσε ακόμη να υπερασπισθεί την ορθογραφία του ονόματός του, επέμενε αργότερα να γράφεται ως Josif Brodskij (όπως εμφανίζεται στον ιταλό του εκδότη «Αdelphi»), αλλά παρέμεινε άθελά του ως Joseph Brodsky, ορθογραφία που απεχθανόταν.
Από το πάλκο του Δεύτερου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης του Δήμου της Ρώμης (το πρώτο είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά στην παραλία του Castelporziano, παρόντες όλοι οι μπητ κι ο Γιεφτουσένκο κι ο Θωμάς Γκόρπας με τον Σταύρο Τορνέ να υπερασπίζονται τα ελληνικά χρώματα), είχαν ήδη παρελάσει τα ηχηρά ονόματα κι ο κόσμος είχε αρχίσει να απομακρύνεται σιγά-σιγά. Είναι απορίας άξιο, πως τα άσχημα ποιήματα κι οι άσημοι ποιητές που δεν αφήνουν ούτε καν ίχνος στη μνήμη μας, βρίσκουν πάντα ένα πολυπληθές και πρόθυμο ακροατήριο;
Γύρω στις μία μετά τα μεσάνυχτα στην Piazza di Siena είχαν απομείνει καμιά πενηνταριά άτομα, μαζί με τους υπαίθριους πωλητές αναψυκτικών, «πανίνι», και «πορκέτας» με άδεια τα πανέρια τους και ξαπλωμένοι στο γρασίδι περνούσαν από χέρι σε χέρι το «σπινέλο». Η νύχτα του Ιουλίου ακολουθούσε πλέον την πεπατημένη προς την τελική της ευθεία ανάμεσα σε νωχέλεια, γλυκούς ανασασμούς και αδιαφορία, όταν τα σκληρά σύμφωνα των ρούσικων σήκωσαν ένα ρεύμα δροσερού αέρα στη Βίλλα Μποργκέζε. Πάνω στη σκηνή που είχαν ήδη αρχίσει να την ξηλώνουν, κάποιος κοντόσωμος τύπος με φαλακρίτσα και λουσμένος στον ιδρώτα, χειρονομούσε, φώναζε και κάπου-κάπου έβαζε τα κλάματα.
Μακάριες οι ρωμαϊκές νύχτες που ανέχονται τα πάντα!

Ακόμα και το πάθος, τη συγκίνηση και το κλάμα αυτού του ρώσου φυγάδα. Ακόμη και το σύγκρυο που ένοιωσα ξαφνικά να τραντάζει το κορμί μου, εκείνη την αποπνικτική νύχτα της 21ης προς 22ας Ιουλίου 1980…
…Είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα την ίδια νύχτα σχεδόν ακούγοντας τον ρώσο ηθοποιό Μιχαήλ Κοζάκοφ να διαβάζει Μπρόντσκι, σε ένα mp3 που μου έστειλε ο φίλος Γιώργος Γιαννακόπουλος, ξανάνιωσα εκείνο το σύγκρυο, την ίδια απαράμιλλη συγκίνηση κι είπα να την μοιραστώ μαζί σας σήμερα, που το «ποιείν» συμπληρώνει 900 φύλλα, και μας επιτρέπεται νομίζω να σφουγκίσουμε δημόσια και κάποιο δάκρυ…