malevich-blacksquare.jpg

“Γκυ, ένα λεπτό και θαʼ ναι αύριο”
Guy Debord

9 Λίμνες, 4 Παραληρήματα, και 1 Σπαραγμός
Στους Beat και στην Internationale Situationniste

«…Σε λίγα δευτερόλεπτα ή σε μερικά εκατομμύρια χρόνια,
τίποτα, ακόμη και το ίδιο το τίποτα ως σκοτεινός καθρέφτης του όντος,
δεν πρόκειται να μείνει όπως ήταν…»
Ηλίας Μαρκολέφας

Πρελούντιο:
Το όνειρο ή Η Δημιουργία

Σένα κομμάτι αστρικής ύλης, μακριά, θα χτίσω το παράδεισο μου. Και θαʼ χει εννέα λίμνες, η πρώτη λίμνη, θαʼ ναι η μαύρη μορφή του κακού με πέλματα αγκαθερά και θα θέτει το ζήτημα αν πρέπει να πεθάνεις θαʼ χει παράπονο λιωμένης εστίας μεσʼ τον κόρφο της και στα μαλλιά της η λίμνη ετούτη θαʼ χει δέσει την εύνοια και την ευδαιμονία των φίλων της Αγάπης μας. Δε θέλω να τυλίγομαι σε κουβάρια, δε θέλω να ζω σαν εσένα, δε θέλω να ζω. Δε μουγκρίζω πια, δεν υπάρχω σε καμιά έρημη χώρα, τούτη η λίμνη μʼ αραδιάζει με τρόφιμα κονσερβοποιημένα, μʼ ένα χρόνο που έχει παρέλθει. Με εξαπτέρυγα φτιαγμένα από σημαίες. Θα την αφήσω τούτη τη λίμνη, μα θαʼ χω ένα σφίξιμο στο στήθος μου.

Θα θυμηθώ τι είναι η γιορτή στη δεύτερη λίμνη, κι η καρδιά μου θα το λέει ακόμη, θα προχωρώ από καιρό σε καιρό και δε θαʼ μαι πια σιωπηλός, θα τραγουδώ στο πέλαγος, με ένα εύρος κυανό, και θαʼ χω ιστιοφόρα στα κατάρτια μου. Θα σπέρνω την ελευθερία, κιʼ ας εινʼ το νερό αλμυρό ʼκει που θα ταξιδεύω. Οι ναύτες μου θαʼ χουν κορμιά γυμνά και γλώσσες από θάλασσα, κι ο ήλιος θα ʼναι ξανθός επάνω απʼ τα μαλλιά μας. θα γράψω ένα γράμμα στην Αμερική, τη χώρα με τα ψηλά πεύκα και τα γινωμένα μήλα, μια ατελείωτη σειρά αιώνων θα με κάνει να θυμηθώ πως είμαι απʼ την Ευρώπη. Θέλω απλά να κοιμηθώ. Ναʼ μαι πιο δυνατός όταν ξυπνήσω, τούτη η λίμνη όμως με γεμίζει με το σκοτάδι της μοναξιάς, κιʼ ας μου έδωσε στην αρχή ένα χνούδι απʼ τη χαρά ενός μωρού παιδιού.

Στέκομαι όρθιος παρέα με τα βλέφαρα μου μπροστά στη τρίτη λίμνη, ξαναγυρνώ σε κάποια πόλη απʼ τα παλιά. Με ένα φτερό δίκαιο καρφωμένο στη πλάτη μου, δε θα κοκκινίσω ξανά σαν τη καρδιά των ανθρώπων. Η τρίτη λίμνη λυπάται τους εραστές, λυπάται κιʼ εμένα ακόμα, που βλέπω τις νύχτες να αλλάζουν όνομα. Η νύχτα σʼ αυτή τη λίμνη έχει τέσσερα ονόματα, το πρώτο είναι ο χρόνος το δεύτερο το νερό το τρίτο είναι το φως, και το τέταρτο είναι το κορμί. Ξέχνα το, δεν είναι τίποτα απʼ αυτά. Οπλίζω το αριστερό μου πόδι με λέοντες που στις χαίτες τους έχουν σφιγμένη όλη τη γη, και τούτο το πρωί ξαναθυμάμαι πως τούτη η λίμνη για μένανε δεν Είναι. Τα νερά της είναι εγκληματικά και άπλυτα, μʼ αφήνουν μονό και με πονούν άχρηστες και βουβές λέξεις. Σβήνουν όλα μέσα μου σαν ηδονή που έχει βραχίονες και τρεμοπαίζει στα όρια της γης, του ποιητή. Πετώ το βιβλίο μου νοιώθω σαν (σ)το σπίτι μου γυρίζοντας σε ένα δίσκο και ακούω μια μουσική που ισοπεδώνει τη κοιλάδα μου, μια κοιλάδα που την έχω σπείρει γύρω από τη λίμνη, καταπράσινη σαν λόγος μακρύς. Και ένα γενναίο άλογο το κοιτώ μπροστά, εινʼ ο αδερφός μου ο θάνατος, χαριτωμένος και δροσερός σαν ποτάμι δίχως ψάρια. Γερνώ γιʼ αυτό θα φύγω κιʼ από τούτη τη λίμνη.

Ιντερμέντιο:
Οι Δυο Εμφύλιοι και η Μ.Α.Σ.Κ.Α. (Φόρος Τιμής στην Καταλονία και στη Μάνα μου)

Η τέταρτη λίμνη είμαι εγώ, ένας αυτόχειρας που δε κοιμάται τη νύχτα, κάνει τσιγάρο σε μια χειμωνιάτικη ευθεία, περπατώ στα θερμοκήπια του λόγου των Beat, o Πονζ ειν΄ εκεί. Σπέρνω σπόρους στα θερμοκήπια, πλέκονται νύχτες μʼ έρωτες, αγάπες μακρινές, ένας πεθαμένος σε σήψη μου μιλά πιο δίπλα. Σηκώνω το λάρυγγα του, και προχωρώ σε αμυγδαλεκτομή. πάνω απʼ το φάρυγγα κάτι γυαλίζει… Έχει ένα κλουβί μέσʼ το κεφάλι του, μέσʼ το κλουβί υπάρχει ένα πουλί, ένα πουλί που δε σωπαίνει μα βγάζει μουσική, τον Ιανουάριο του 1936 τραγούδησε για πρώτη φορά και τραγουδά ακόμα σαν ναυαγός βουτηγμένος μεσʼ το φως. Μεσʼ το πουλί βρίσκεται η καρδιά του, το πουλί μεσʼ το κλουβί και το κλουβί μεσʼ το κεφάλι, η καρδιά είνʼ ένας αρχάγγελος λίγο πριν την επανάσταση των γκριζομένων, εινʼ ένα πλοίο της Ισπανίας που μεταφέρει ένα δολοφονημένο παιδί. Το πλοίο ρίχνει άγκυρα μέσα στηντέταρτη λίμνη και η ώρα είναι 5.13 το πρωί. Η ζωή εινʼ ένας ήλιος στη τέταρτη λίμνη, αλλά ένας ήλιος μαύρος, μια σκοτεινιά που αστράφτει, φαίνεται πως είναι τόσο ελαφριά αυτή η σκοτεινιά, που δεν έχει ιστορία. Θα φύγω ξανά, δε μου αρέσουν τα μέρη δίχως ιστορίες.

Η πέμπτη λίμνη μου συλλαβίζει, μου συλλαβίζει μια λέξη που αγαπώ, τη λέξη μάσκα, πέντε γράμματα, Μ όπως η Μάνα, Α όπως η Αγάπη, Σ όπως το Συγνώμη, Κ όπως το Κυπαρίσσι, και Α όπως το Αφήνω, όπως το Πεθαίνω, όπως το θέλω ακόμα να Ζήσω. Με τρομάζει τούτη η λίμνη, είναι μια ταράτσα μεσʼ τη μνήμη μου, μια επιστροφή. Εγώ περαστικός ακόμα, κοιτώ τα μάτια μου που θλίβονται απʼ τις μέρες που περνούν. Χαϊδεύω τις ηλιόλουστες εκκλησίες και παράλληλα τα μυστήριά μου, δυο βλέμματα δίχως σκέψεις, μόνο πουλιά, και ένα θειάφι που βολοδέρνει μέσα στις φλέβες μου. Είμαι ξένος σʼ αυτό το τρελόσπιτο είναι όμορφη η νύχτα απόψε, ίδρωσα, καίει ο πούστης ο ήλιος σʼ αυτή τη λίμνη, μου βιδώνει τα δάχτυλα, δεν τον αντέχω. Θα κόψω την κρεατοελιά μου και θα προχωρήσω στην επόμενη λίμνη.

Κρετσέντο:
Το Μαύρο Τετράγωνο, ο ύπνος

Η έκτη λίμνη είναι το μάτι του ποιητή Φερλινγκέτι κάπου στα 1919.
«Ακόμη εγώ!»
«Τοʼ χει σκεπάσει.
Ποιος;»
«Στο μάτι προχώρα, στο υγρό» λέει ο Πόλ Σελάν,
«Τελευταία μεμβράνη.»

Κοιτώ γαλάζια άλογα του άγουρου εξπρεσιονισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, τίποτα δεν μπορεί να μου θυμίσει όμως τι είναι η ζωγραφική μετά το μαύρο τετράγωνο του Μάλεβιτς. Αγκαλιάζω το μαύρο τετράγωνο του Μάλεβιτς. Και αυτό είναι η έβδομη λίμνη.

Η έβδομη λίμνη είναι το Σουπρεματιστικό μαύρο τετράγωνο του Μάλεβιτς. Ένας δρόμος προς ένα θηρίο με κουρέλια κι ας είδε ο Μάλεβιτς τον Χριστό εκεί μέσα. Ο εσταυρωμένος δεν είναι ο δρόμος με τα μαύρα κουρέλια, όμως το μαύρο τετράγωνο είναι ένα μαύρο κουρέλι.
Γίνεται το μαύρο να έχει φως;
Γίνεται να έχει όχθες που φωτίζουν;
Γίνετε το μαύρο Σουπρεματιστικό τετράγωνο να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; να γερνάει-να γυρνάει; Ναι γερνάει-να γυρνάει, γυρνάει, πατάει στο μαύρο κήπο των νεκρών.
Υπάρχει μια πλατεία μετά το τετράγωνο. Ένα μνημείο της μεγαλειότητας του μαύρου αστεριού, ένα τετράγωνο αστέρι που χτίζει σπιτάκια μέσα στο ποίημα.
Η σκάλα μου δεν είναι ο ποιμένας του λευκού, είναι ο ποιμένας του μαύρου. Ένα παιδί λυπημένο μέσα στα αποτυπώματα του χεριού μας, το παιδί που βλέπει τα πάντα, με αγκάθια από θάνατο σε φλόγες τυλιγμένες στο λαιμό του.
Στρεβλώνω τη σανίδα που το χτύπησε και μου απαντάει όχι.
Η έβδομη λίμνη είναι αυτό που θέλει. Με μάτια ανοιχτά σαν να χαμογελούν, και χείλη που κλαίνε.
Το μαύρο τετράγωνο στέκει σαν ήλιος πάνω από την έβδομη λίμνη.
Δεν αντέχω τόση σκοτεινιά. Δεν αντέχω τόσο δρόμο, με κοιτάει μια ανοιχτή πόρτα.

Είμαι υγρός, θα μπω σʼ αυτή τη πόρτα, στην όγδοη λίμνη που είναι η στιγμή που ανθίζει,
ένα ποίημα του Άλλεν Γκίνσμπερκ. «Ηλιόλουστο πεζοδρόμιο» λέει ο στίχος,«ξάστερο χειμωνιάτικο μεσημέρι.»
Θα δω την μέρα μου εκεί στην όγδοη λίμνη. Θα κάνω μακροβούτια μαζί με μια ροζοπρόσωπη γυναίκα. Δε θαʼ χω νιάτα θαʼ χω μόνο ηλικία, όχι πια νιάτα. μοναχά ηλικία παντού μέσα σένα όραμα κοιτάζοντας μύγες που περνούν πάρα τα δέντρα, ξεχνώ το αύριο και γίνομαι τυφλός άνθρωπος, με σκληρή κοιλιά που μεταμορφώνεται και κρυφοκοιτάζει το χιόνι που έγινε το μάτι μου,
το μάτι μου είναι το χιόνι,
παγώνει το μάτι μου, ίσως η ένατη λίμνη μπορεί να με ησυχάσει.

Η ένατη λίμνη είναι η σιωπή, ένα δωμάτιο ασπρισμένο σαν τους θορύβους του λάρυγγα όταν είναι μουγκός. Σαν τα μονοπάτια που παίρνουνε οι ενοχές κάθε άνοιξη, σαν την αγάπη που είναι αναγκαία και σαν το μεσημέρι που έρχεται κάθε ημέρα και ξαποσταίνουν οι εργάτες.
Λυγίζω και φεύγω σκυφτός γιατί η ένατη λίμνη δεν μπορεί ζήσει μεσ΄ το νου μου που ανάβει απʼ τʼ αστέρια. Η ένατη λίμνη δεν είναι ο εαυτός μου, είναι μια εξαίρεση του εαυτού μου, μόνον ο φόβος επέρχεται, ένας μονόλογος στο «Βόρειο-Δυτικό Πέρασμα» της ένατης λίμνης μου σφραγίζει το μάτι,
δε μπορώ να μπω μέσʼ τη λίμνη, δε μπορώ ακόμα να κοιμηθώ, δε μπορώ…
Ποιό σώμα δικό μου μπορεί να μπει μεσʼ τη λίμνη? Κανένα γυαλικό ειδώλιο του εαυτού μου.
κρυώνω, εντούτοις παραμένω ορατός σε ένα πρωινό τραγούδι παρέα με τον ζόφο
Γλυπτά με φτερά γίνονται ο ύπνος μου και κοιμάμαι μεσʼ τη λίμνη μήπως και την ξεχάσω.
Μαύρο Τετράγωνο σε Λευκό Φόντο.
πλανώ ένα μαύρο ξάρτι μήπως και την ξαναβρώ.

Καληνύχτα.

Ρέκβιεμ:
Ένα αντίδωρο έπειτα από τον Αποχωρισμό μας στο «Βόρειο-Δυτικό πέρασμα»της Ένατης Λίμνης (την ώρα του ζόφου, λίγο πριν το ροδοχάραμα)
ή
Λουόμενος στην Ένατη Λίμνη αναθυμάμαι τις Χίλιες και μια Ευχές που δεν Βρήκα να σου Δώσω για την Μεγάλη Τετράγωνη Νύχτα

Requiem aeternam dona eis Domine.
Δεν υπάρχουν συνώνυμα της καληνύχτας. (Ακολουθεί ενός λεπτού σιγή, κατά την οποία η σελίδα παραμένει, Τετράγωνη και Λευκή. Άκουσε,) «…

…» Φως.

Λόγο-παίγνιο

Όταν ξυπνήσεις βρεγμένος θα σε χαρίσω
στη στιγμή που θες να ζήσεις

Λίγο πριν στεγνώσεις θα κλάψεις
Κι η στιγμή σαν δάκρυ θα κυλήσει
Από τις τρύπες του προσώπου σου

Θα μου φωνάξεις πως καίγεσαι
Και θʼαπαντήσω
Πως τώρα
Είσαι καθαρός.

Όταν χαρίσω το ξύπνημα σου στη βροχή
Θα ζήσεις στιγμιαία

Το κλάμα λίγο πριν θαʼχει στεγνώσει
Και το πρόσωπο της τρύπας
Θα κυλήσει στιγμιαία απʼτο δάκρυ σου

Η φωνή
θα καίγεται
μα η απάντηση
θα είναι καθαρή.

Όταν χαρίσω τη στιγμή στο ξύπνημα σου
Η βροχή θα είναι ζωντανή

Στεγνό το κλάμα ,σαν στιγμή

απʼτο πρόσωπο σου , κυλά στη τρύπα
πουʼχει το δάκρυ σου

Το καθαρό
Καίγεται
Απ΄την φωνή
Που απαντά.

Ξυπνώντας τη βροχή
Θα σου χαρίσω την ζωντανή στιγμή

Το κλάμα που κυλά απʼτο στεγνό
ʽέχει μια τρύπα απʼτο πρόσωπο σου,
Το δάκρυ της στιγμής

Η απάντηση
Καθαρίζει
απ΄τη φωνή
που καίγεται.

Βρεγμένος
Πρόσωπο
Κύλησε
Τρύπα
Στιγμή
Καίγεται

Η Ηχώ της Φωνής που Αντήχησε στο Σπήλαιο της αλληγορίας του Πλάτωνος

Δεν (θα) υπάρχω εγώ Παρά μόνον οι λέξεις που είπα

Κυλώντας στη σελίδα
Φως
Σαν ακτές κυλιόμενες
Στενές
Βρεμένες

Κατέβα

Πόσο ακόμα ?

Τρέξε πιο γρήγορα,

Άκουσε:

ΉΧΟΣ

Μέσα Σου

Φεγγάρια , φως , αστρόνειρα
Νερό που σπάει σε έλικες
Καταλήγει στον πάτο του αυτιού .

Πες μου , ποιό είναι το πιο γλυκό κρασί που έχεις πιεί,
Κι ύστερα σβήσου,

Θα κολυμπώ για πάντα στο πιο εύθραυστο σημείο του φλοιού του ματιού σου
Θα τʼαγγίζω με δάχτυλα γεμάτα από σκάλες

Θʼανέβεις ?

Χθες βράδυ λίγο πριν κοιμηθώ έσβησα ένα τσιγάρο,
Τι παράξενο , δε θυμάμαι ούτε πότε πρωτομίλησα ούτε πότε γεννήθηκα, κιʼόμως θυμάμαι πότε άρχισα να καπνίζω .

Μπήξε μια πρόκα στο χέρι σου,
Και τότε κάνε μου την πιο θερμή χειραψία

Χθες βράδυ λίγο πριν κοιμηθώ ξαναέκοψα την γλώσσα μου

Οι αρκούδες καταλαβαίνουν τα πάντα ακόμα και όταν βρίσκονται σε χειμερία νάρκη .

Πόσο εύθραυστα βυθίζεται το πόδι τους στο χιόνι το χειμώνα!

Δεν φοβάμαι – τι νομίζει πως είμαι?

Η κάθε λέξη είναι ένα αριστούργημα

Και τι έγινε αν τρελάθηκες?
θα περάσει.

Οχτώ χρονώ παιδί

Καράβι ατενίζοντας
Δυο μαύρα σύννεφα

Ξύλο σαν από πέτρα
ήλιος που κατάφερε να χτίσει (σ)το χιόνι

Σαν λευκή σελίδα , καταλύματα γυμνά και χρώμα από νερό, που χτίζεται σακάτικα στο καναπέ του λιωμένου χρόνου .

Ξανακοίταξα το Είναι του κακού και είδα τα μάτια του μυαλού .

Καλημέρα μαμά τι κάνεις ?
Θέλω καινούρια σάκα.

Αυτό

Ερωτικό
Για την Κάπα

Σήμερα ξύπνησα ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών σου,
Και τάʼ νιωσα που μου σφιγγαν το λαιμό με μίσος αισχρό και καλογυαλισμένο.

Αύριο όταν θα χω ξεψυχήσει ανάμεσα στα δυό σου δάχτυλα,
θα ξυπνήσω μέσα στο φως του ύπνου,
και τότε θα σε κοιτάξω ολόγυμνος,
και θα κρατώ στα χέρια την νεκρή καρδιά μου.

Δεν θα στη δώσω όμως, θα την φάω εκεί μπροστά στα μάτια σου,
με αίμα γυμνό θα βάψω την ψυχή μου,
και τότε
θαʼρθει η σειρά σου, να σκύψεις κάτω στο νεκρό και άκαρδο κορμί μου,
και να κουρνιάσεις ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου για να κοιμηθείς.
Κάτι σαν Βιογραφικό Σημείωμα

Από το 1985 γεννήθηκα πάμπολλες φορές, αλλά για λίγα λεπτά μονάχα. Μεγάλωσα σε μια πόλη κοντά στην Αθήνα, Κάπου ανάμεσα στις «πλαδαρές μαξιλάρες» του Τριστάν Τζαρα και τις «ξιφολόγχες της ασυνέπειας» του γερμανικού DADA.

Μέχρι σήμερα έζησα όλες μου τις ζωές πάντοτε «δίχως παντούφλες και παράλληλες γραμμές» και γύρω στα είκοσι έκανα ότι σπούδαζα κάτι, ενώ στην πραγματικότητα ήμουν ένας αγράμματος αστροκουβαλητής καταδικασμένος να σέρνω στην πλάτη μου ένα Μαύρο Τετράγωνο.

Σήμερα ολοκληρώνω την διατριβή μου πάνω στο «Σουματρικό κεφάλι του γερμανικού μωρού» και τείνω πλέον να δηλώνω κακεντρεχής λεξηπλαστης και αυτιστικό ξαδελφάκι του Αρθούρου Ρεμπώ.(Αν και κανείς δεν με πιστεύει!)