jorgewelaw.jpg

η φωνή του Jorge Luis Borges εδώ

Όλα συμβαίνουν σʼ εκείνον, στον άλλο, στον Μπόρχες. Εγώ περπατάω στους δρόμους του Μπουένος Άιρες σταματώντας ίσως μηχανικά, για να κοιτάξω την καμάρα μιας πόρτας ή μια καγκελόπορτα· νέα του Μπόρχες παίρνω από το ταχυδρομείο και βλέπω ταʼ όνομά του σε ακαδημαϊκές επιτροπές, σε κάποιο βιογραφικό λεξικό. Μʼ αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του δεκάτου ογδόου αιώνα, οι ετυμολογίες, η γέψη του καφέ και η πρόζα του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον· ο άλλος μοιράζεται τις ίδιες προτιμήσεις, αλλά με ματαιοδοξία που τη μετατρέπει σε θεατρινισμούς. Θα ήταν υπερβολή να πω πως οι σχέσεις μας είναι εχθρικές· εγώ ζω, εξακολουθώ να ζω, για να μπορεί ο Μπόρχες να επινοεί τη λογοτεχνία του· κι αυτή η λογοτεχνία με δικαιώνει. Δε μου είναι δύσκολο να παραδεχτώ πως έχει συνεισφέρει μερικές αξιόλογες σελίδες, αυτές οι σελίδες όμως δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως επειδή ό, τι είναι καλό δεν ανήκει πια σε κανένα, μήτε σʼ εκείνον, στον άλλο, αλλά στο λόγο ή στην παράδοση. Οπωσδήποτε πρόκειται κάποτε να χαθώ οριστικά, και μόνο μια στιγμή του εαυτού μου ίσως μπορέσει και ζήσει στον άλλο. Λίγο λίγο, του παραχωρώ έδαφος, ό,τι έχω και δεν έχω, αν και ξέρω καλά τη διεστραμμένη του συνήθεια, να υπερβάλλει και να παραποιεί τα πάντα. Ο Σπινόζα κατάλαβε πως όλα τα πράγματα προσπαθούν να διατηρήσουν την υπόστασή τους: η πέτρα θέλει να είναι αιωνίως πέτρα, και η τίγρη, τίγρη. Θα επιζήσω στον Μπόρχες, όχι στον εαυτό μου ( αν υποθέσουμε πως είμαι κάποιος) και πάλι αναγνωρίζω τον εαυτό μου λιγότερο στα βιβλία και περισσότερο στο περίπλοκο κούρντισμα μιας κιθάρας. Εδώ και χρόνια, προσπάθησα να τον ξεφορτωθώ και πέρασα από τις μυθολογίες των συνοικισμών της πόλης στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο, τώρα όμως, τούτα τα παιχνίδια ανήκουν στον Μπόρχες, και θα πρέπει να σκαρφιστώ κάτι άλλο. Έτσι η ζωή μου είναι μια διαρκής φυγή, και χάνω τα πάντα, και τα πάντα ανήκουν στη λήθη ή στον άλλο.
Δεν ξέρω ποιος απʼ τους δυο μας γράφει τούτη τη σελίδα.