dimitris-isourvinos.jpg

ΕΝΑ ΚΛΑΔΊ ΤΗΣ ΠΙΚΡΟΔΆΦΝΗΣ (1982)

(Απόσπασμα)
Αυτός ο άνθρωπος ζωγράφιζε από το Νου του
έγκλειστος στο ιερατικό του δωμάτιο
αντέχοντας τη βουή και τους παράφρονες ήχους
που εφούσκωναν κι ανέβαιναν από χαμηλά
από τα τεθλασμένα λιθόστρωτα
της παλαιάς πόλης
σαν ασκητής και σαν αμέτοχος
μνημειώδης απόμακρος βουνίσιος
αυστηρός και ωχρός καθώς
εκείνο το περίλυπο αναιμικό φως
προχωρημένο απογεύματος
πάνω στις επιτύμβιες πλάκες


……………………………………………….

Αυτός ο άνθρωπος βούλιαζε στο κελλάρι του
στις αρχέγονες στοιβαγμένες ενθύμησες
ραντισμένες
με φασκόμηλο και ρίγανη
και ζωγράφιζε από το Νου του
ξεχασμένους αποθαμένους Έλληνες Αγίους
αρχάγγελους της Λαμπρής και του Μαγιού
………………………………………………………………

Κι ακόμα ζωγράφιζε από το Νου του
ααστόρους μαστορόπουλα μπαλωματήδες
διπλωμένους στο νυχτέρι του Σαββάτου
ή στο δείπνο με το χλωρό λάδι
και το ψωμί του Χριστού
σε ατενίζουν με κείνο το πένθος το γλυκό
στα βαθειά σεμνά ματία τους
το σφραγισμένο στόμα με το ξέφτι
του ανεπαίσθητου χαμόγελου
και το αμίλητο πένθος εκεί
μα μη θέλει να κλάψει
να μη γυρεύει βοήθεια
να μη θέλει τίποτα
σε ατενίζουν σιωπηλοί θλιμμένοι κι υπερήφανοι
όπως το μπορούν μόνον
οι φευγάτοι κι οι ανεπίτρεπτοι
βαρείς
σαν την ανάμνηση την αγάπη και την τύψη

ΤΕΦΡΟΔΟΧΟΣ (1985)

Οι φλέβες του θεού (απόσπ.)

Αλλά καθώς προείπαν
στα παληά πανηγύρια της εξοχής
οι πραματευτάδες
οι γελωτοποιοί και οι αλήτες
βόρειοι πανίσχυροι Άνεμοι
αλαλάζοντες εξεχύθυκαν
τα χόρτα και η βλάστηση όλη
αναστέναξαν
όρμησαν τα αιμάτινα
φριχτά μαλλιά της Φωτιάς
από τις σεμνές δενδρώδεις πλαγιές
οργίστηκεν η θάλασσα
και στους βράχους εβλαστήμησε
ημερονύκτια τρία
σαρκοφάγα πτερέοντα
αρπακτικά
από βροντή και σίδηρον
εξέσκισαν
τα πετεινά του Ουρανού
και έτριζεν από φόβο
το κωδωνοστάσιο
στο εξωκλήσι της Ελεούσας Παρθένου
κʼ ετότες εφάνηκαν
οι επικατάρατοι κυνηγοί
τυλιγμένοι σε φαιούς επενδύτες
με κείνα τα μισά χάλκινα
φεγγάρια στο κεφάλι
από χείλη σκοτεινά σπηλαιώδη
έβγαιναν κοφτερά θρύψαλα χιονιού
και κρύος ατμός
-έγινεν ο τόπος γόος και χους
γόος και χους-
και τα κίτρινα ραβδιά
των οδοιπόρων
με τα χαμηλόφωτα μάτια
της υπομονής
τα ετσάκισαν οι αδίστακτοι
και ιδού
στα σκεβρωμένα δένδρα του καημού
εκρέμασαν τους οδοιπόρους

Κι ολοένα εφούσκωναν
των πυρομανών οι φωνές
και υψηλά στην ακρούλα
άρπαξαν δυνατά
τις πλεξούδες της κόρης
με τα δόντια τις έκοψαν
και τις πήραν
άρπαξαν δυνατά
το πουκάμισό της
και το επήραν
και η κόρη απόμεινε
Πελαγία ονόματι
γυμνή και ωσάν από πέτρα
με τους μηρούς αιματόβρεχτους
κι ολοτρέμοντες
και είδε και είδε
από τα δάχτυλά της να εκτινάσσεται
το αθώον εργόχειρο
λευκό κυματιστό πουλί σκοτωμένο
μες στους ογκώδεις καπνούς
να βυθίζεται
και τα επούρανα ερράγισαν
και εφάνηκαν οι μεγάλες
οι κατακόκκινες φλέβες του Θεού
και η Πελαγία
-στο κατώφλι της έσβυσε
το χαμομήλι κι ο δυόσμος-
ολίγο κατʼ ολίγον
σωριάστηκε
ούρλιαξε και απέθανε

Μια κάποια τύχη

Έτσι σαν από σύμπτωση
κι όσο κρατάει της αστραπής η λάμψη
συναντηθήκαμε
-πόσον ημιτελής αλήθεια
η γνωριμία μας και πρόχειρη-
εκείνο το Νικόδημος ολόκληρο
το έπιασα καλά
κι άνετα το εδιάβασα
τʼ άλλα επίσης από κάτω
ναυτικός ετών εικοσιενός
ευδιάκριτα
με κεφαλαία γράμματα πενθούντα
χωρίς καμίαν αμφισβήτηση
ξεχώριζαν αλλά
από το δεύτερό σου τʼ όνομα
που εν ζωή σε προσδιόριζε
μόνο το αρχικό το Κάπα
επρόλαβα νʼ αρπάξω
στο ξεσχισμένο αγγελτήριο
της οριστικής
και ανεπίστρεπτης φυγής σου
Πόση ταπείνωση τι εξευτελισμός
αυτό το δύσθυμο πρωινό
έτσι να κείτεσαι κατάχαμα
ανυπεράσπιστος
στου Ήλιου τη γούβα
που σαν λαβωματιά λιμνάζει
πάνω στην κρύα ραγισμένη άσφαλτο
τσαλακωμένος άπελπις
σε πλήρη εξουθένωση
μάταιος κʼ εναγώνιος
ολότελα σχεδόν νεκρός
οικτρά κουρέλια κι απορρίμματα
σάπια λουλούδια φλούδες κι αποτσίγαρα
και συ αναμέσον
Νικόδημος Κάπα ναυτικός
ετών εικοσιενός
εδώ στο ελεεινό χαρτί
το τελευταίο χαρτί σου
-πού να σε ψάχνουν τώρα
οι θάλασσες οι προσφιλείς
τα φλογερά κορίτσια σου;-
μόνον ένα όνομα
κι αυτό σακατεμένο
αλλʼ όμως
βαθειά σε αισθάνομαι
το μειλίχιο παράπονό σου ακούω
εκλιπαρείς το βλέμμα των διαβατών
στα μάτια τους να εγγράψουν τʼ όνομά σου
το Κάπα έστω το άρχικό
κάτι επιτέλους από σε
απʼ τη Νεότητά σου
να διασωθεί στην όρασή μας
προτού η άθλια σκούπα
με τʼ ʽάγριά της φρύγανα
-γαμψόνυχα αρπακτικού σκελέθρου-
οπού κρατεί ετούτος
ο στυφός καμπούρης ανθρωπάκος
από την κρύα ραγισμένη άσφαλτο
σε διαγράψει διαπαντός

Ανεπαίσθητα
το τελευταίο χαρτί σου τρίζει
-πόσον ημιτελής αλήθεια
η γνωριμία μας και πρόχειρη-
και ιδού ο στυφός καμπούρης
που όλα τα εσυμμάζωξε
κουρέλια κι απορρίμματα
και της μικρής θαλασσινής ζωής σου
το λυπηρό υστερόγραφο
όλα τα εσάρωσε τα επήρε
όμως εγώ σε απομνημόνευσα
έχεις λοιπόν Νικόδημε
μία κάποια τύχη μίαν ελπίδα
αισθαντικός ρακοσυλλέκτης είμαι
συντηρητής
μισοσβυσμένα ονόματα μʼ ελκύουν
και τεθλιμμένος συγγενής
σκυφτός ακολουθώ ρεμβαστικά
του Κάπα
του Άλφα
του Ωμέγα
τους άγνωστους
κι ανεξιχνίαστους θανάτους…

Αειθαλής

Του άρεσε
μʼ ένα λευκό ελαφρύ πουκάμισο
γεμάτο αλμυρόν άνεμο
κοντό βρακί λευκό επίσης
βαρύτιμον εγκόλπιο και μία
φωτογραφική
τριών αστέρων μηχανή
κρέμονται εις το στήθος του
με λάμψη –
ένα ζευγάρι ματογυάλια μαύρα
για τον άγριον Ήλιο
της Μεσημβρίας

Του άρεσε
Πόλεις παληές να επισκέπτεται
Ιστορικές
Με κρύους σκιερούς Ναούς
Καθεδρικούς
Οι μουλωχτοί σακάτηδες
Και οι ζητιάνοι σωριασμένοι
Στις σκυθρωπές γωνιές των παρόδων

Του άρεσε
θωπεύοντας το κόκκινο υπογένειο
για συναυλίες και αυλητρίδες
να ρωτάει προσεκτικά
φιλομαθής φιλομειδής κι ευχάριστος
τα γεύματά του πάντοτε βασιλικά
αψύ κρασί
σε φωσφορίζον κρύσταλο
και συντροφιά με τραγανά
ημίγυμνα κορίτσια
-τον εβαστούσαν εκείνα τα χρυσά
ακόμα-

Του άρεσε
η εύκρατη χώρα μας
στα κυανόλευκα της Άνοιξης νησιά
να περιφέρεται ευδιάθετος
τʼ άνθη τα νεογέννητα
οι εκκλησίες οι πασχαλιές
των επιτάφιων οι πομπές
η σμύρνα και ο λίβανος

Και του άρεσε προπάντων
τη Μεγάλη την Αγία
και φρικτή Παρασκευή
βαρειάν επέτειο
βασανιστηρίων και θανάτου
κατόπιν προδοσίας
Εκείνου του μαθητευομένου
ξυλουργού και ποιητή
που αγαπούσε τις λίμνες τα παιδιά
τους ερωδιούς και τους ψαράδες
τα ελαιόδενδρα
το φως του λύχνου
ωσάν απόμακρο άστρο
στο βραδυνό ισόγειο του σπιτιού

Του άρεσε
χωμένος και χαμένος
μες στους θεοσεβείς ιθαγενείς
και τους άλλους
Χαλδαίους και Χαναναίους
μουσαφίρηδες
μέσα στο τρέμον
στερέωμα των κεριών
και μες στην παραπαίουσα Νύχτα
καθώς πορεύονται
τα εξαπτέρυγα τα λάβαρα
των ιερέων οι μακρόσυρτοι λυγμοί
ω γλυκύ μου έαρ…
έαρ… έαρ… έαρ…
αυτός
στητός ερμητικός
με διαβατήριο πλαστό
Γιόχαν
Ιωνάθαν
Γιάνναρος
τάχα σταυροκοπούμενος
τάχα στο πένθος συμμετ΄ςχων
-πίσω από τα σκοτεινά γυαλιά
μάτια φαρμάκι-
του άρεσε
την επιτάφιο πομπή
νʼ απολαμβάνει…
απολαμβάνει…
απολαμβάνει…
γιατί άριστα κατέχει ότι
επάνω στον χωρίς χορτάρι
κι ούτʼ ένα πρόβατο
αγωνιώδη λόφο
εκείνο το απόγευμα του φονικού
με τα σφυριά και τα καρφιά
όλα τελείωσαν κατʼ ευχήν
γλυτώσαμε απʼ τον ξυλουργό
από την τύψη της Ποιήσεως
από τα ωδικά πουλιά
κι από τη δοξασία εκείνη
περί αγάπης
εγλυτώσαμε

Κι αυτός ιδού
περιηγητής πατρίκιος
ξενύχτης
εν ενθυμία γυναίκας
φιλέλλην
-τόνε βαστούνε
της μοχθηρίας εκείνες
οι χρυσές μονέδες
εσαεί-
καταδότης ασύλληπτος
άλυωτος μένει
ανοξείδωτος πυρίμαχος
αειθαλής λεβέντης
ο Ιούδας…

Λευκοθέα

(…)
Μα τώρα πλέον
οι πίδακες κʼ οι κραυγές των χρωμάτων
εξέπνευσαν
κʼ εσύ
άκου τα βαρειά άρβυλα του Ληστή
νʼ αγκομαχούν
στο δολερό στριφογυριστό μονοπάτι
ο Ληστής που λυμαίνεται τους δρυμούς
ανεβαίνει ανεβαίνει
ιδού τος
στο βουβό καύκαλο του ξέφωτου
η πηχτή σκότεινη κόμη
αναδύεται στημένη
σε ολόμαυρες πλάτες βραχώδεις
της αιώνιας πείνας
μάτια του λύκου
το μαχαίρι στην κάλτσα
κρύο δηλητηριώδες χαμόγελο
σε σημαδεύει
-επιτέλους που έστησαν
το κοιμητήρι των χαρταετών
που έσβυσαν τα εαρινά μαλλιά σου
που εμαράθηκαν
τα υποφώσκοντα στήθη σου
Λευκοθέα

Αλλʼ εσύ αφουγκράσου
στην πελώρια δασώδη γενειάδα του
προσεχτικά αφουγκράσου
το νεογένητο γοερό Άνεμο
που προμηνά τη γιορτή
της τετράφυλλης χλόης
της καλής Τύχης το βασίλειον
-ω χλόη ανέφικτη του μαρτυρίου-
στη σκοτεινή πηχτή κόμη του
στους άγριους βραχίονες
εξαπλώνεται
ήδη ακμάζει
η τετράφυλλη χλόη
κι αυτός
ανεβαίνει ανεβαίνει
βαθύς και δεντρίσιος
τʼ άρβυλά του τσακίζουν τις πέτρες
που βροντολογούν
στα σπλάχνα της Νυκτός
καθώς τα σκληρά τύμπανα
όταν επίκειται η εκτέλεσις
στα κίτρινα καταραμένα ξεροτόπια

Αντιόπη

Απʼ αιώνων
γηρασμένα σπίτια τετράψηλα
συναθροίζονται στην οδό Φιλελλήνων
το ένα του άλλου
τα μυστικά υποκλέπτει
σε κίτρινο μυστικά υποκλέπτει
σε κίτρινο μυστικά και σε μαύρο
και μια παληά περιπλανώμενη βροχή
στο σκυθρωπό και σάμπως
δακρύβρεκτο λιθόστρωτο
συντρίβεται
ο ανήξερος ετούτος Άνεμος
του Φθινόπωρου
ο Άνεμος ανασαίνει
της Αντιόπης το βαρύ προαίσθημα
γαρύφαλα θνησιγενή και σκοτεινά
στα θαμπά τα περίσκεπτα δωμάτια
-μακριά που κυματίζουν
μες τα σύννεφα-
σπάζουν οι φλέβες της βροχής
και τρέμουσες διατρέχουν
με γεύση μουσικής
τα ονειρόπληκτα παράθυρα των κοριτσιών
ωμ δάση από γυαλί φανταστικά
με λύπη και νερό εμψυχωμένα

Τώρα
κρυώνει των ξυλουργών η εποχή
με τους χρυσίζοντες κροτάφους
στα ημίφωτα ισόγεια
μες το πριονίδι
ο τεφρός γάτος εκοιμήθη
των Ουρανών καμπάνες μακρινές
ταξιδεύουν
λευκά μεγάλα
ευλογημένα πουλιά στον ύπνο των παιδιών

Και ιδού
που εστέρεψε η βροχή
το έσχατο φως
καρτερικός σεμνός ζητιάνος
κατακαθίζει στα κατώφλια
στων τοίχων τις αρχαίες πληγές
και συ
ανάκουστη κι αχνή
περνάς
ήχος αβρός
Αντιόπη
λιγνή σκιώδης του Εσπερινού
μαύρο σφικτό το ένδυμά σου
μαύρο βαθύ τα μάτια σου ένα πένθος
μαύρα τα κάθετα μαλλιά σου
μόνον
λευκό το χέρι
παράφορο ανεβαίνει να σκεπάσει
το φοβισμένο στόμα σου
όπου
το κόκκινο άνθος σπάζει
στάζει ξεχειλίζει
-του Έρωτα μήπως
ίσως του Θανάτου-
πικρή Αντιόπη
τροπάριο λυγμικό
τόσον ωραία σχεδόν ανύπαρκτη
εκστατική κι απούσα
τα γηρασμένα σπίτια προσπερνάς
στην οδό Φιλελλήνων
απʼ αιώνων

Αχ την πληγή σου Αντιόπη
να ερμηνεύσεις
δεν το μπορείς
προτού πεθάνεις
εσύ
λιγνήτου Εσπερινού
σκιώδης…

ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΣ (1990)


Έκρηξη ρόδου

(απόσπασμα)

Ω η μαθητευόμενη
της προσδοκίας και των δακρύων
η εκστατική
του σφραγισμένου Κήπου
η γονυπετής
η τρυφερή ανέγγιχτη
εχάθη
…………………….
Στου άχραντου
γυμνού σώματος
τον άδυτο κοιτώνα
ποιος
με τη λόγχη έσκισε
την εικόνα της Μεγαλομάτας
ποιος
εποδοπάτησε την κιθάρα
και τα κηροπήγια
ποιος
στον εξώστη ετσάκισε
τα περίτεχνα κλουβιά
και των εορτών τα εξωτικά
πουλιά εστραγγάλισε
που
η φλέβα της Άνοιξης
εσπάραξε
το αίμα της
ρόδο
που ετινάχθη
……………..
Στα λυπηρά λιθόστρωτα
απόηχος ήχος
η βροντή βουλιάζει
του φλογοβόλου Ακανθόχοιρου
και στις παρόδους
τʼ άρβυλα των επίβουλων
χαλάζι απόμακρο
κοπάζει
……………….
Αχ
του Χαλκού και του Σιδήρου
του παραμιλητού
της βλασφημίας και των λεπίδων
κόκκινες Νύχτες
σε καταρρακωμένα νέφη
πορφυρά
σφάδαζε η πόλις
έφευγε
καπνός και φλόγα η πόλις
έφευγε
…………………
Στο παλαιό δωμάτιο
προς Βορράν
-άγρια
παράλογη καρδιά-
η αχνή γυναίκα
μόνη απομένει
εις το λαιμό φουσκώνει
πνογμός σπασμός
αγχόνη
τα δάχτυλα σκεπάζουν
το φρυγμένο στόμα
και στου χεριού
τη σκοτεινή παλάμη
η Αγάπη αιμόπτυση
σχεδιάζει
και φλεβίζει
-σε κόκκινο παράφορο
έκρηξη ρόδου-
τʼ όνομα της Ανέγγιχτης
που εχάθη
……………………

Όταν ο ύπνος

Με τον τριγμό βηματισμό
τη Νύχτα
επιστρέφουν τους ακούω
έρημα μάρμαρα παράθυρα γυμνά
στα σκυθρωπά περίχωρα η Σελήνη
τρομάζει και θυμάται μόνη
στον κήπο εγείρονται άλλο
μην υπομένοντας τα χώματα
επιστρέφουν τους ακούω
μαλλιά χλωμά νερό της στάχτης
μάτια γιομάτα φεγγαρόφωτο
ένα στεγνό φτωχό πουκάμισο
που τρέμει
εκεί στη θέση της καρδιάς
αντέχει η κόκκινη πληγή ζεστή
Αγάπη Αγάπη
ακόμα
δε λες να κοιμηθείς! –
τα σπίτια τους επάνω κάτω
ψάχνουν στα λιθόστρωτα
πιέζουν τα κουδούνια του κινδύνου
της Νυχτός
να τους ανοίξουν
έστω μια χαραμάδα φως
και να περάσουν
τα ονόματά τους
τα προφέρουν μόλις
αρχέγονα ονειροπαθή νησιώτικα
λυγμοί
στην περιπλάνησή τους
θροϊζουν
ενός Ανέμου που ενικήθη
Βέρθη
Μεριάνη
Αυγερινή
αχ θυμηθείτε
μα δεν τους θέλουν
δεν τους αναγνωρίζουν
απʼ το Βορρά κι από τη Δύση
τώρα τραχείς
σπιτονοικοκυραίοι ξένοι
τις θύρες όλες
έχουνε σφραγίσει –
κι αυτοί
απέλπιδες στο εξώσκαλο κρυώνουν

Με τον τριγμό βηματισμό
τη Νύχτα που επιστρέφουν
όταν ο Ύπνος με αρνείται
τους εγγίζω

sourvinos-di.jpg

Μονογενής

Ολομόναχος
ολονύχτιος
στο επάνω
χαλασμένο δωμάτιο
με τα φιλέρημα
πολυκάνδηλα των άστρων
εγώ
ο του Φόβου
και του Ύπνου ανώτερος
ασκεπής και αστέγαστος
αχτένιστος
νηστευτής
στο κίτρινο σανίδι
σκυφτός
στα χαρτιά του βυθίζομαι
ωσάν στρατιώτης
χτυπημένος στο στήθος
άλλοτες
εξομολόγος γόης
παρηγορητής
εξηγητής
των ονείρων αρμόδιος –
τώρα πλέον
απλώς
των νεκρών το παράπονο
ακούω
και τα γυμνά των πέλματα
στης Νυχτός
τον ωχρότατο αυλόγυρο
εγώ
ο ανυπεράσπιστος των πουλιών
ο πρόθυμος
και ο έτοιμος της Έγνοιας
ο Μονογενής της Σελήνης
της Αγάπης ο έρμαιος

ολομόναχος

ιδού ακούω
γράφω και κλαίω

Χόρτος Αβύσσου
(απόσπασμα)

Μειλίχιο ακούγεται
τώρα
της απόμακρης Κόρης
το κλάμα
ω η αξέχαστη κι η ξεχασμένη
ή χωρίς όνομα
η επιστρέφουσα έφηβος
η κορυφαία των δέντρων –
η ανέφικτη εσύ
το λευκό ενδυμά σου
βλέπω
σπαράζει κατάχαμα
στην πλεκτάνη του Ανέμου
ξεχύνομαι ιδού
τα μεσημβρινά μαλλιά σου
χρυσόφεγγα
στο κλινάρι της χλόης
ω εσύ
η στερημένη
υου λεμονανθού και των Υδάτωνξ
η στερημένη της θημωνιάς
στο πανηγύρι του Ιουνίου
η στερημένη της Δρόσου
στο παρεθύρι των άστρων
η στερημένη της Ωραίας Πύλης
η στερημένη του Έρωτα
στο δέρμα της Ολονυχτίας
η στερημένη…

……………………………

Ιδού
τα σεβάσμια δέντρα
μʼ εκύκλωσαν
πόσο εμίκρυνε
πόσο λιγόστεψε ο Ήλιος –
ο γλυκύς
ακροτελεύτιος Ύμνος
Εσαεί… Εσαεί…
ω εσύ
η καρτερική
η αξέχαστη κι η ξεχασμένη
μες στα ζεστά
τα τιμαλφή μαλλιά σου
– Χόρτος Αβύσσου! –
θα βυθισθώ
να κοιμηθώ
κι αποξαρχής να ξαναζήσω…

Πληγή

Στο δυτικό παράθυρο
χλώμιασε η μέρα
και νυστάζει
μέσα σε σκοτεινά κλαδιά
εσκάλωσε ο Ήλιος
γαρύφαλο που αρρώστησε
δάκρυ φωτιά και τύψη
κι εγώ
σου παραστέκομαι
πριν ωριμάσʼ η Νύχτα
σιάχνω σου το προσκέφαλο
παρακαλώ τους ίσκιους

Πικρό κι αλλόκοτο παιδί
σε κατατρώει ο πυρετός
στην κλινη σου αναφυλλητά
αναρριγείς παραμιλάς
λόγια δυσεύρετα παλιά
γιʼ αερικά και ξυλοκόπους

Στρυφνό
πεισματικό παιδί
το κλάμα σου εκατό χρονών
αποζητάς το σύννεφο
και τʼ άλογα του Ανέμου
του Φεγγαριού τα μυστικά
της Νύχτας τʼ αντικλείδια
αποθυμιές και μαχαιριές
μέσα στις ρίζες του Ύπνου

Έλειωσε το γαρύφαλο
στην πάχνη της Εσπέρας
μάτι του φόβου ησύχασε
κι η γριά – Στεγνή στα μαύρα
μʼ ένα ραβδί καουτσαίνοντας
μετράει τα σκαλοπάτια

Παιδί μου του παράπονου
και της καρδιάς μου αγκάθι
κατάπιε τʼ άλογα ο γκρεμός
και η φωνή μου εχάθη

Σβηνʼ η γριά-Στεγνή το Φως
πληγή
μας έζωσε ο Καιρός
κοιμήσου…

Αρκεί

Κι εγώ
είμαι ποιός;

Μισό κορμί
μισή ψυχή
φύλακας φροντιστής
συντηρητής
στο τρομαγμένο άλσος
των ευκαλύπτων
κλαδευτής
-μια ζωή-
τώρα
χλωμή περγαμηνή
γέρος αμελητέος
των δέντρων
ταπεινόφρων ίσκιος
τα μάτια μου
στραμμένα καταγής
παίγνιο του Ανέμου
της Σιγής
ξερόφυλλα ξερόκλαδα
θάμνα νεκρά
παλιόχαρτα
-μια ζωή-
μέσα σε μαύρο σάκκο
στοίβαξα τη ζωή μου

Πλην όμως
τις Νύχτες
του πληγωμένου Φεγγαριού
στου άλσους το σαπασμένο
πράσινο θρανίο
μνήμων ακόμη
κι έμφοβος
-μια ζωή-
πικραίνομαι
γιατί άραγες
η ανάλαφρη Αικατερίνα
-του Έρωτος αξία
και των ευκαλύπτων
το πρόσωπο φιλάσθενο
ένα απρόσιτο λευκό
σάμπως κερί
άλλου Καιρού
υης εκκλησιάς το αντίδωρο
του Αυγερινού το ασήμι
δόξα
της παπαρούνας το αίμα
στα μαλλιά της-
γιατί άραγες
η Αικατερίνα
-μια ζωή-
δεν επέστρεψε
ποτέ από
την απλή
ανεπίληπτη θάλασσα
γιατί άραγες
η ανάλαφρη Αικατερίνα
πότε;

Κι εγώ
είμαι ποιός;

Χωρίς νερό
χωρίς ψωμί
ιδού
κρατιέμαι
σε τούτη πλέον
τη βαθειά ηλικία
κατάμονος
σκεβρός
στο σαπισμένο
πράσινο θρανίο
άνθρωπος
ο εξοφλημένος των ευκαλύπτων
στα γόνατά μου επάνω
και στου χεριού
τη στερημένη γούβα
μια φέτα φεγγαρόφωτου
ανεπαίσθητη
αρκεί

Αυτός
ο Δείπνος μου
ο Ύπνος μου

ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΑΡΙΟ ΓΙΑ ΝΥΧΤΕΡΙ (1993)

Μεταμεσονύκτιος λόφος
Ι. Αποδιωγμένος του ύπνου

Και οι λέξεις ακέραιες
καθαρότατες
τις λέξεις της δεήσεώς του
συνέλαβα

Μεταμεσονύκτιος περιπατητής
αποδιωγμένος του Ύπνου
δίχως την μαρτυρίαν της Σελήνης
στο ελληνικό κοιμητήριο
των βυθισμένων αγαλμάτων
υψηλά στο λόφο
που οι πάντες ελησμόνησαν
και παρʼ όλον ότι
ασήκωτο κι αδιαπέραστον
του φοβερού Κισσού το παραπέτασμα
εν τούτοις λέγω
της δεήσεώς του οι λέξεις
μʼ εκτύπησαν κατάστηθα
μʼ επέτυχαν κέντρον
εκεί όπου
η Μνήμη και η Αγάπη
αξεδίψαστες κι άναρθρες
υποφέρουν

ΙΙ. Δέηση του καθηγητή για το θειάφι

Τον Κεραυνόν οργίλον
ας αμολήσει το Σύννεφον
και ο δίκαιος Άνεμος
ας φυσήξει
το καθαρτήριον άγριο θειάφι
επί τας κεφαλάς των Γραικύλων
ότι
ανεχόρταγοι του χρυσίου
οι ανόσιοι
τα νησία κυανά
-του πελάου αρμενίζοντας
προσφιλή των Ζεφύρων-
κι εντελώς
παναγίαν την Χώραν
όλην
των Ολυμπίων
εχάλασαν

ΙΙΙ. Το μεγαλειώδες δένδρο

Και μου εφάνη ακόμη
σε χρόνον ελάχιστον ότι
στο μαύρο της Νύχτας
εξέκρινα
της Αρετής και της Ιδεολογίας
τον καθηγητή μαυροφόρον
κι από τον βαρύν επενδυτή
σε τόνον ελάσσονα
πένθιμος έβγαινε
λυγμός ανεπαίσθητος

Πλην όμως
το τελευταίον αυτό
μάλλον ήταν ένα
τέχνασμα της Νύχτας περίτεχνο
που τους παραπλανημένους
της Ααγρυπνίας αρέσκεται
να περιγελάει στα σκότη

Το βέβαιον είναι ότι
απέναντί μου ακριβώς
με έβλεπε μεγαλειώδες
αγνώστου ονόματος
Δέντρο
μοναχικό και ολόρθο
τα κλαδιά του δυσκίνητα
με Θάνατον κι Αααιωνιότητα
φορτωμένα
και μόλις τρίζοντας
συλλαβές ακατάληπτες
ωσάν εις μάτην μία
επικοινωνίας προσπάθεια
ωσάν μακρόσυρτος ένας
χρησμός δυσεπίλυτος
ψίθυρος
σε φθαρμένους αρμούς
γεγυμνωμένων οστέων

ΑΠΟΗΧΟΙ ΣΕ ΠΛΑΓΙΟ ΦΩΣ (2004)

Των παραισθήσεων αίσθηση

Μόνον όπου συνέζησα
με κάποιες ιδέες ποιημάτων
και που η ωραιότητά τους
μʼεβασάνισε
κι εντούτοις
η καλή τύχη να τα γράαψω
δεν μου εδόθη
δεν τα εχάρηκα
τα επάλεψα
τις λέξεις όμως
-για την άρθρωσή τους
για τη διάσωσή τους-
δεν τις έπιασα ποτέ
οι λέξεις
σκόρπιζαν αμήχανες
σιωπούσαν

Ήταν κι εκείνος ο Καιρός
ο ανάποδος ο ασήκωτος
-μαύρο στο κόκκινο!-
στα μέρη μας
ληστές λεηλάτες Άνεμοι
ξερρίζωναν ουρλιάζοντας
λιόδεντρα Βενετσιάνων
τις πινακίδες
με τα ονόματα των δρόμων
εξεκάρφωναν

Νυχθημερόν
Ούρλιαζαν οι Άνεμοι
-απαγορεύεται!
-απαγορεύεται!

Ω εσύ της πρώτης θάλασσας
γυμνό αλμυρό κορίτσι
για να γλυτώσεις
φεύγεις
με τα μαλλιά – πουλιά
του Φόβου μακρόσυρτα φωνήεντα
οι λυγμοί σου
φεύγεις βυθίζεσαι
σε χάνω
μέσα στα ιερατικά
μυθομανή νερά
υου Σεληνόφωτος

Κι εγώ
ένας μοναχικός
ένας προσήλυτος
πάλιν ευρίσκομαι
πίσω απʼ το τζάμι αυτό
-την παραμυθητική
των παραισθήσεων αίσθηση!-
με το δάκτυλο
ακόμα σχεδιάζοντας
στο χνώτο της ομίχλης
διαδρομές χιμαιρικές
ρυμοτομίες του Ανέφικτου

Βαθύς ο θρόος

Και ιδού
Έλλην
κατακαλόκαιρος
μεσημεριάτης ήλιος
από ψηλά
φωνάζει το νησί
με τʼ όνομά του και
την παραθαλάσσια κόρη
κράζει
του αρχαίου Μαϊστρου

Φαιακία…
Ναυσικάα…
Ναυσικάα… εσύ που
εις τον Έρωτα της Θάλασσας
-τρέμοντας οι μαστοί σου
ωσάν τόπια-
το γυμνό σώμα παρέδιδες
Ναυσικάα…

Τώρα
Άνεμοι νέοι
ταξιδεύουν το νησί
στο Αλλού

Κάτω στων Ελαιών
τους λόφους
βορείων γυναικών
ονόματα ξένα
Γιοχάνα…
Βρουγχίλδη…
πρωτάκουστα τρέχουν
κι ο Έλλην
κατακαλόκαιρος Ήλιος
φωνάζει εις μάτην

Μόνον
μες απʼ των ακραίων βράχων
τα κούφια σπλάχνα
σκιαγμένα εκτινάσσονται
αγριοπούλια μαύρα
υψώνονται
βυθίζονται
σε μεγάλα κομμάτια
σχισμένου Φωτός

Βαθύς αποδημητικός
των φτερών τους ο θρόος
κι ωσάν
αναστενάζοντας μόλις
Ναυσικάα…
Ναυσικάα…

Τα μονοσύλλαβα της θάλασσας
(απόσπασμα)
[….]
ανάηχα ηχούν
εκείνα
τα εκ βαθέων
τα μονοσύλλαβα της άλασσας
τα ακατασίγαστα

ΙΙ

Στη Μνήμη
αντέχει ακόμη
άρωμα κόρης εαρινής
ένας κιθαρωδός αγύρτης Άνεμος
διεγείρει
τη συνάθροιση των δένδρων
ημέρα κατάξανθη
του μοσχολίβανου
-ω Κυριακή των Μυροφόρων
και των αδέσμευτων χελιδονιών!-
από της εκκλησίας
τα φαρδιά υαλόφρακτα
ξεχύνονταν
κατέβαιναν ολόισες
άλικες γαλανές
οι σάλπιγγες του Ήλιου
προς δόξαν του Αναμάρτητου
του πρωτομάρτυρα Χριστού
και τα παιδιά
με τα λευκά χιτώνια
υμνωδούσαν τα νικητήρια
-Άγιος Άγιος Άγιος
Κύριος Σαβαώθ
Πλήρης ο Ουρανός
……………………..
Και η ομορφιά σου πλήρης!

Μέγιστον Άλφα

Ι

Ενίοτε
στην κάμαρή του
με τʼ αεράκι του απογεύματος
τόνε προφταίνουν
απρόοπτα φωνήεντα
μακρυνότατος ονομάτων
ένας θρόος
άρωμα μόλις
από την ηλικία
των ελαιόφυτων λόφων
με τα πουλιά
κι από
της αμόλυντης Ακτής
την ηλικία

-Αγάθη!…
-Αριάδνη!…
-Αδριανή!…

Κόρες ενάλιες
λαμπερές
με στα μαλλιά
τη χτένα του Ήλιου!

ΙΙ

Α! την Άνοιξη
την Άνοιξη
εκείνη τη σφοδρή
την ανυπόμονη Άνοιξη
των κοριτσιών τα ονόματα
άρχιζαν όλα
από Άλφα
και υπεράνω
μέγιστον Άλφα
τʼ αψήλου ανεβαίνοντας
φωνήες αρχαίο
ερωτικός σπασμός
στους βράχους
ηδυπαθής
ασώπαστος
το Α Α Α!…
της πρωτόπλαστης θάλασσας!

ΙΙΙ

Φευγάτο πλέον
το Νησί
της Νεότητός του
αλλά

-Αγάθη!…
-Αριάδνη!…
-Αδριανή!…

Απʼ τʼ ανοιχτό παράθυρο
ήχων απόηχοι
προσφιλείς

Ενίοτε
με τʼ αεράκι του απογεύματος…

Το πανδοχείο στο δάσος
του Τάσου Κόρφη
in memoriam

Κυνηγημένοι την Κακοκαιρίας
ξεσπιτωμένοι
πρόσφυγες
με ανάστατα μαλλιά
υποδήματα σχισμένα
ένα σάπιο παλτουδάκι
ριγμένο όπως – όπως
στους ώμους τους λιπόσαρκους
οι νεκροί
οι νεκροί καταφεύγουν
τρυπώνουν στα ποιήματα
εξαντλημένοι στρατοκόποι
ντροπαλοί
μη τάχα και γλυτώσουν
απʼ τη σκληρή τους
περιπέτεια

Α το Πανδοχείο
της καλωσυνάτης θαλπωρής
στα έξαφνα
μες στην καρδιά του μαύρου
πηχτού δάσους!

Παίρνουν
μες στα λιγνά τους δάχτυλα
οι νεκροί
μία κούπα
ένα ρόφημα ζεστό
να πιουν
κάπως να στυλωθούν
μία παρηγόρηση
στα παγωμένα στήθη τους
μία ενδυνάμωση

Κυνηγημένοι της Κακοκαιρίας
ξεσπιτωμένοι
έρμαιοι κι απροστάτευτοι
οδεύουν οι νεκροί
πορεύονται
με το σάπιο παλτουδάκι τους
βολεύονται
μες στα ποιήματα
είναι κι αυτά
μία στέγη επιτέλους
να μη τους μαστιγώνει
η βροχή
να μη διαλύονται

Εκεί
μες στα ποιήματα
ευρίσκουν οι νεκροί
ενʼ αποκούμπι
για να επιζήσουν
γλυκά να φέγγουν
μετά Θάνατον

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΣΟΥΡΒΙΝΟΣ

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

«Ένα κλαδί της πικροδάφνης», εκδ. Πόρφυρας, Κέρκυρας 1982.
«Τεφροδόχος», Κείμενα, Αθήνα 1985.
«Απόδειπνος», εκδ. Διάττων, Αθήνα 1990.
«Προσευχητάριο για νυχτέρι», Διάττων, Αθήνα 1993.
«Απόηχοι σε πλάγιο φως», Διάττων, Αθήνα 2004.

O Δημήτρης I. Σουρβίνος γεννήθηκε στους Παξούς το 1924. Το 1942, αποφοίτησε από το εξατάξιο Λύκειο Κερκύρας και από το 1945, για κάποια χρονική περίοδο, ήταν φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολήθηκε κατά καιρούς με τα Μαθηματικά, τη Φωτογραφία και πάνω απ’ όλα με τη Λογοτεχνία και τη μαγεία της γραφής.
Ποιήματά του παρουσίασε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πόρφυρας», το 1982. Στο ίδιο περιοδικό διετέλεσε μέλος της συντακτικής ομάδας (1982-1986).
Έχει εκδώσει τις εξής ποιητικές συλλογές:
1. «Ένα κλαδί της πικροδάφνης», έκδοση περιοδικού «Πορφύ­ρας», Κέρκυρα, 1982.
2. «Τεφροδόχος», τυπογραφείο «Κείμενα», Αθήνα, 1985. Στην «Τεφροδόχο» απονεμήθηκε παμψηφεί το Βραβείο Ποίησης 1986 από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.
3. «Απόδειπνος», εκδόσεις «Διάττων», Αθήνα, 1990.
4. «Προσευχητάριο για νυχτέρι», εκδόσεις «Διάττων», Αθήνα, 1993.
5. «Απόηχοι σι πλάγιο φως», εκδόσεις «Διάττων», Αθήνα 2004.
Επίσης, το 1987 από το τυπογραφείο «Κείμενα» κυκλοφό­ρησε το καλλιτεχνικό τετρασέλιδο «Ολονύχτιος».
Ο Δ.Ι.Σ. έχει μεταφράσει από τα ιταλικά, ποιήματα και διηγήματα.
Ποιήματά του έχουν περιληφθεί στις ετήσιες ανθολογίες «Φωνές» των εκδόσεων «Πρόσπερος» του ποιητή και εκδότη Τάσου Κορφή. Ποιήματα του Δ.Ι.Σ. μεταφράστηκαν στα Αγγλικά, Ιταλικά και Τσέχικα, σε λογοτεχνικά έντυπα του εξωτερικού. Επίσης, στον 14ο τόμο του «Greek Letters», πού εκδίδει ή «Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας» ανθολογούνται ποιήματα του Δ.Ι.Σ., σε αγγλική μετάφραση από τον Μάριο-Βύρωνα Ραΐζη.
Τον Μάρτιο του 1990 ο Δημήτρης Ι. Σουρβίνος εξελέγη μέ­λος της Εταιρείας Συγγραφέων.
ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ – Ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης. Περ. Ακτή, Έτος ΙΣΤ’, Τεύχος 67, Άνοιξη 2006.