pterodactyls.jpgwww.buddycom.com/dinos/3d03/pterodactyls.jpg

Ίμερος

Οι μέρες, που κράτησαν τον άνεμο,
διαβήκαν.
Μέρες που ‘ χαν για μάτια
κοχύλια άσπρα,
όμοιες πουλιά,
που χάθηκαν σε μακρινό ουρανό.
Μέρες απ’ τον αφρό της λησμονιάς φτιαγμένες,
της ηδονής και της χίμαιρας.
Τον έρωτα τον γεύτηκα
μέσα σ’ όστρακο πράσινο
στο χρώμα της θάλασσας,
κάθε που σκάλιζα οράματα
στα πέλαγα που με ζώναν.
Γούβες έκαν’ η μοναξιά
μες στην ψυχή μου
και μέσα χάντρα, το μάτι της θύελλας.
Κι ύστερα ήρθες,
μαζί με τη νύχτα.
Μπαλάντες του χαμού
με πήγαν σε κόσμους άγνωστους.
Μπαλάντες του αλαργινού
μου όρισαν το δρόμο.
Έσταξʼ η νύχτα έρωτα
μέσʼ απ’ των αστεριών τις ασημένιες κόχες.
Κι εγώ με φεγγαρόφωτο έκλεινα
τις χαραμάδες του κορμιού σου.
Όνειρα του γιασεμιού και του ίμερου
με κύκλωσαν.
Τι είναι τ’ αληθινό και τι είναι ψεύτικο;
Όσο κι αν έψαξα δε βρήκα.
Μόνο τη γεύση κράτησα
από την αχλή των στιγμών
και τ’ αστέρι τριαντάφυλλο,
να το φοράω στο στήθος.
Αστερίας

Γεννήθηκες απʼ τη μήτρα της νύχτας,
γυμνός,
θαλασσινός αστερίας πάνω στα βότσαλα.
Ξεπήδησες απʼ τη ρωγμή του σκοταδιού,
άντρας του κοραλλιού
και της χίμαιρας,
της λησμονιάς
και της Ανάστασης.
Κι ύστερα περπάτησες
μέσα στα ηλιοτρόπια,
κάποιο ξημέρωμα
σε μια μαγεμένη γη.
Μάτια του πελάγους,
ανάσα της άνοιξης.
Νεράιδες ερωτεύονται
στο ξύπνημα των κυκλάμινων,
στο λίκνισμα των ανεμώνων,
στο γύρισμα της μέρας που φεύγει.
Κι εσύ περιδέραιο στο λαιμό
περνάς τα όνειρά μου.
Κρωγμοί πουλιών οι στιγμές
χάνονται με τον άνεμο.
Κι εσύ ζώνη στη μέση σου
φοράς την αγκαλιά μου.
Η ζωή μετριέται με τις αυταπάτες μας
κι ο έρωτας η μεγαλύτερη.
Ονείρεμα

Μπαλάντα της νύχτας,
της βροντής
και του σύννεφου,
μπαλάντα του πελαγίσιου αέρα,
σάλεμα φύλλων την ώρα του σούρουπου
γη, ουρανός κι αστέρια.
Σμίξαμε τη νύχτα του χαμού
πάνω στη νοτισμένη γη,
κάτω απʼ την Πούλια.
Χελιδόνια κουρνιάζουν στις μασχάλες σου.
Ο ιδρώτας σου,
δάκρια του φεγγαριού,
χαράζει το κορμί μου.
Τα μάτια σου,
μαύρες λίμνες,
ξεχύθηκαν στο σώμα μου,
το βογκητό σου
ο αχός της παλίρροιας.
Στο στόμα κρατούσες τριαντάφυλλο,
άγγιγμα από φίλντισι,
αφρό της θάλασσας κι ονείρεμα
ηδονή ανάκατη με πελαγίσια αλμύρα
γη, ουρανός κι αστέρια.
Ο γαλαξίας σκίρτησε στο σώμα μου
κοράλλι της θάλασσας
μπαλάντα της χίμαιρας
γη, ουρανός κι αστέρια.
Έρωτας ξεχύθηκε
απʼ τις ρωγμές της νύχτας.
Μας πήρε ο άνεμος την ώρα που σμίγαμε
πάνω στη νοτισμένη γη.
Μη μιλάς άλλο πια,
μόνο αφουγκράσου την παλίρροια
μπαλάντα της χίμαιρας
τραγούδι του άπιαστου
γη, ουρανός κι αστέρια.
Φεγγαρόφωτο

Φύσηξε νοτιάς
πάνʼ απʼ το χορτάρι
που πλαγιάσαμε
κι άνοιξαν τα γερμένα παράθυρα.
Κούρνιες πουλιών οι παλάμες σου
όταν μʼ αγκάλιαζες
και στο βλέμμα σου
έφεγγε ο Έσπερος.
Τα βήματά σου αφουγκράστηκα
στο πλακόστρωτο,
σφύριγμα κροταλία
μέσα στη νύχτα.
Έφυγες για τα μέρη της Πούλιας
πάνω σʼ άτι λευκό
στεφανωμένος με γεράνια,
στράτα χαραγμένη με κρύσταλλο.
Την ανάσα σου ακολούθησα
στη χώρα του Υάκινθου,
άντρας του ίμερου και της αναχώρησης,
του Νοτιά και της Ανάστασης.
Σʼ αντάμωσα τη νύχτα του χαμού
στην κόψη της στιγμής που ξεχάστηκε.
Φτερούγες γερακιών
είχες στους ώμους
και στα μάτια
ανταριασμένο πέλαγος.
Πληγωμένα αστέρια
σκεπάσαν το σώμα σου
κι ύστερα σμίξαμε
την ώρα της Σελήνης.

Αποχαιρετισμός

Ανταύγειες ονειρικών ηλιοτροπίων
με τυλίξαν
την ώρα που οι σκιές των αερικών
πέφταν πάνω στα κύματα.
Αλμύρα και σούρουπο,
παλίρροια κι αγέρας.
Ο έρωτας έσπαζε,
αφρός,
στα πόδια μου
κι ανάσαινα το γιασεμί του Απείρου,
πριν σʼ αντικρίσω.
Λυκόφωτο του κυκλάμινου
και της ηδονής.
Αλμύρα και σούρουπο,
παλίρροια κι αγέρας.
Ήρθες,
απʼ τη μεριά της θάλασσας,
γυμνός
και στάθηκες μπροστά μου.
Η άμμος στέγνωνε
πάνω στο κορμί σου.
Για μάτια
είχες κοχύλια λευκά
της Σερίφου
και στα μαλλιά
μπλεγμένα φύκια.
Στʼ αριστερό σου αφτί,
για σκουλαρίκι,
κρεμόταν ένας Τρίτωνας
και στα χέρια ανέμιζες,
ηδονικά,
του Ωκεανού τα δίχτυα,
γύρω απʼ το σώμα σου,
για να με φυλακίσεις.
Σπαθί από κόκαλο φάλαινας
κρεμόταν απʼ τη μέση σου,
μισό αλμύρα, μισό λέπια.
Ήσουν της τρικυμίας
και της ηδονής,
στήθος δασύ
Αποχαιρετισμός
κι η αναπνοή σου Ζέφυρος.
Μʼ αγκάλιασες σαν κύμα
ανταριασμένο του πελάγους
κι ύστερα αγκαλιασμένοι
στʼ ανοιχτά χαθήκαμε,
όπως τα βότσαλα
που ρίχνουν τα παιδιά
στη θάλασσα.
Από τις συλλογές ΟΝΕΙΡΟ και ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΤΟ