55881.jpg

ΙΙ.

Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν
κλεισμένες πόρτες – περιμένουν επισκέψεις.
Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.

Λέω, θ’ ανοίξει σαν αυλαία τ’ όνειρό μου,
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,
θ’ αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.

ΙΙΙ.

Κάποτε θα ‘φτασα ψηλα στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.
Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα ‘πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.

ΙV.

Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.
Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα.

V.

– Αλλοτε θα ‘παιρνες αργόπλοα τα χρόνια
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·
θαμποί παράδεισοι θα ‘φεγγαν απ’ το τζάμι,
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.
Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.

– Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες
τις εμφανίζει ο ουρανός – και ποιόν θα πείσω·

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,
μαντεύω λίγο ουρανό για ν’ αγαπήσω.

VΙ.

Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,
και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες – σ’ ένα βύθισμα – καντρίλιες.

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να ‘χει φύγει και τη χάρη.

VΙΙ.

Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
κάτι που άρχισε – δεν ξέρω πόσα χρόνια·
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
θα ‘ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ’ αλλοιώνει.
Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
θαμπές μορφές απ’ το βιβλίο των νεκρών,
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
μ’ ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.

Να ‘ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
να ‘ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.

VΙΙΙ.

Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.
Γι’ αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
μ’ ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,

είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.