Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Το τραγούδι –η λυρική εκφορά του λόγου που απηύθυνε ως προσευχή και επίκληση ο άνθρωπος προς τις ακατάληπτες για τη νόησή του δυνάμεις ενός ανώτερου Όντος, για να αξιώσει την εύνοια του περιβάλλοντος χώρου καθώς και τη θεραπεία του σώματος ή της ψυχής του (στο πέρασμα του χρόνου μάς έδωσε εκείνη την υποβλητική εικόνα της φωτιάς, γύρω από την οποία συναθροίζεται η μικρή κοινωνική ομάδα και τραγουδάει την συναισθηματική διάθεση που δοκιμάζει μέσα από τα συλλογικά βιώματα και τις ατομικές εμπειρίες κάθε μέλους της)– το τραγούδι και η αφήγηση του Μύθου συνιστούν τις αρχέγονες λειτουργίες της ποίησης και, πιθανώς, τις μόνες που παραμένουν αμετάκλητα δραστικές ως σήμερα. Μολονότι, «θεωρητικές» φωνές κραυγάζουν πως, σε μια γκρεμισμένη κοινωνική πραγματικότητα μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, απʼ όπου απουσιάζει κάθε αίσθηση Ιδανικού και η σύλληψη υψηλών Ιδεών που θα ανακινήσουν την σκέψη εντός του πολιτιστικού, κοινωνικού και πολιτικού βίου, η κτίση μιας ποιητικής σύνθεσης φαντάζει –επιεικώς– ανεπίκαιρη, αφηγηματικές –ενίοτε και επικές, τουλάχιστον ως προς το σχέδιο και την στόχευσή τους– συνθέσεις συνεχίζουν να γράφονται∙ άλλωστε δεν έπαψαν ποτέ. Και συνιστούν συνήθως το στίγμα αναφοράς μας σε έναν ποιητή. [Πώς θα αντιλαμβανόμασταν την ποίηση του Εγγονόπουλου, λόγου χάρην, αν δεν είχε συνθέσει τον «Μπολιβάρ»; Πλήθος τα παραδείγματα.]

Αλλάζει μόνο η μορφή τους: εκκινώντας από το σπάραγμα και καταλήγοντας στην μακροσκελή, πεζολογικού ή ακόμη και δοκιμιακού ύφους, αφήγηση. Στην παραδοχή της παραπάνω ήττας που σημείωσα, όμως, θεμελιώνεται ακαριαία, σαν φυσικό επακόλουθο, το αίτημα ανάπλασης των παλαιών Μύθων ή της δημιουργίας καινούργιων. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται πάντοτε τους Μύθους του για να υπάρξει. Γιατί ακόμη και ένας χαοτικός κόσμος πρέπει να έχει το κέντρο του. Ας είναι και μια ευθεία γραμμή, σχεδιασμένη μέσα σε ένα πλήθος αναρίθμητων, άναρχα διεσπαρμένων, μαύρων κουκκίδων στο λευκό χαρτί. Οι Μύθοι πρέπει να καταβαραθρώνονται μόνο και μόνο για να δημιουργηθεί ο ζωτικός χώρος για τους επόμενους. Όπως ακριβώς αγωνιζόμαστε να σκοτώσουμε την εικόνα του πατέρα εντός μας για να μας κατατρύχει το φάσμα του με μεγαλύτερη ακόμη σφοδρότητα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ποιητική σύνθεση Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία (2003) του Ανατολικογερμανού –πιθανώς ανήκει στους τελευταίους λογοτέχνες της γερμανόφωνης αυτής επικράτειας στον οποίο έχει νόημα να μην αποδώσουμε την εθνικότητά του απλώς ως γερμανική– ποιητή Ντουρς Γκρύνμπαϊν (γεν. 1962). Στο αφηγηματικό –μυθιστορηματικού χαρακτήρα– ποίημα του, δομημένο με όρους αυστηρούς μορφικά (42 Κεφάλαια –ή Άσματα κατά Πάουντ– αποτελούμενο το καθένα από επτά δεκάστιχες στροφές), ο Γκρύνμπαϊν ανασύροντας από το φιλοσοφικό πεδίο τη διαμεσολαβητική μορφή του Ντεκάρτ και από το ιστορικό την παραμονή του Γάλλου φιλοσόφου σε μια μικρή πόλη της Γερμανίας τον χειμώνα του 1619, ενώ οι συγκρούσεις του Τριαντακονταετούς Πολέμου έχουν ήδη ξεσπάσει από τον προηγούμενο χρόνο, δεν ξετυλίγει απλώς το νήμα ενός ελκυστικού Μύθου, ούτε προβαίνει στον κριτικό σχολιασμό του∙ ο Γκρύνμπαϊν συνθέτει εκ νέου ένα πρόσωπο ιστορικό αυστηρά και μόνο μέσα στο γλωσσικό πλαίσιο της ποίησής του. Χρησιμοποιώντας στον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα της σύνθεσης στοιχεία από τα πλέον τετριμμένα της καθομιλουμένης ως τα σαφώς ανοίκεια που θρέφουν τις ρίζες τους στην αρχαία γερμανική, ενσωματώνοντας στον λόγο του την ειρωνεία και την επιτήδευση –επιτήδευση προς χάρην της οποίας θυσιάζεται ενίοτε το κείμενο προκειμένου να ανταποκριθεί στους αυστηρούς νόμους «αρχιτεκτονικής» που επιβάλλει ο Γκρύμπαϊν–, αλλά και στηριζόμενος σε εκφραστικές δυνατότητες που του προσφέρουν η πεζογραφία, το δοκίμιο, ο δραματικός μονόλογος και διάλογος, ο Ανατολικογερμανός ποιητής ανοίγει τους δικούς του δρόμους στην ποιητική πράξη και την ανάπλαση του Μύθου∙ συνθήκες μέσα από τις οποίες δημιουργεί και, συγχρόνως, πασχίζει να τις ορίσει και πάλι. Ακόμα και οι γνωστές θέσεις του Ρενέ Ντεκάρτ του Γιοακίμ μοιάζουν να χάνουν την κεκτημένη υπόσταση τους στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού και να αναδεικνύονται σε δημιουργική διαδικασία στοχασμού του Ρενέ Ντεκάρτ, γεννήματος της μυθοπλαστικής ικανότητας του Ντουρς Γκρύνμπαϊν. Το σημαντικότερο επίτευγμα, ωστόσο, του εν λόγω ποιήματος παραμένει η διαυγής εικόνα ενός ανθρώπου ο οποίος στοχάζεται, δρα και αναπτύσσει τη δική του ανθρωπολογία. Είναι απολύτως βέβαιο πως το ποίημα Του χιονιού συνιστά την προσωπική σπουδή του Γκρύνμπαϊν πάνω στο ανθρώπινο ον. Συνθήκη αναφαίρετη κάθε σπουδαίου έργου τέχνης ή –πέρα από ατομικές αισθητικές εκτιμήσεις– κάθε έργου που φιλοδοξεί να κομίσει μια καινούργια προοπτική στην τέχνη του.
Το εγχείρημα των μεταφραστών έθεσε ως προτεραιότητα την μεταφορά στα ελληνικά του μεγαλόπνοου δημιουργικού σχεδίου του Γκρύνμπαϊν και των μεθόδων που χρησιμοποίησε για να το επιτύχει. Κάπου εκεί θυσιάστηκε ο ιδιαίτερος ρυθμός του πρωτοτύπου ο οποίος θα αξίωνε πιθανώς την εκ μέρους τους στρέβλωση των πολλών και διαφορετικών στοιχείων που απαρτίζουν το συγκεκριμένο ποίημα. Πέραν αυτού: είναι σημαντικό πως προτείνουν στα καθʼ ημάς έναν σύγχρονο Ευρωπαίο ποιητή και μάλιστα σε μια μετάφραση, η οποία πληρεί τον ουσιαστικότερο στόχο αυτής της υποτιμημένης –συχνά– τέχνης: να αποτελέσει πηγή άντλησης υλικού για τους δημιουργούς που γράφουν στην γλώσσα όπου μεταγράφεται το πρωτότυπο. Εξάλλου, η εργασία τους τονίζει το αυτονόητο: κάθε νέα λογοτεχνική γενιά δοκιμάζεται –και ανδρώνεται– και μέσω της μετάφρασης.
ΝΤΟΥΡΣ ΓΚΡΙΝΜΠΑΪΝ, |Του χιονιού ή Ο Ντεκάρτ στη Γερμανία|, γερμανική έκδοση 2003, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Γιώργος Λίλλης και Θωμάς Πούτας, εκδόσεις Κέδρος, σ. 200

Ο Ντουρς Γκρίνμπαϊν γεννήθηκε το 1962 στη Δρέσδη. Θεωρείται εκ των κορυφαίων ποιητών στον γερμανόφωνο λογοτεχνικό κόσμο. Σπούδασε θεατρολογία στο Ανατολικό Βερολίνο (1984-1989). Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου ταξίδεψε στην Ευρώπη, στη Νοτιοανατολική Ασία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πρώτο του βιβλίο “|Grauzone morgens|” (|Γκρίζα γραμμή το πρωί|) εκδόθηκε το 1988 από τον εκδοτικό οίκο Suhrkamp. Το έργο του γνώρισε άμεση ανταπόκριση, σε βαθμό ώστε το ξεκίνημά του να παραλληλιστεί με την πρώτη εμφάνιση του Hans Magnus Enzensberger. Έχει εκδώσει 12 ποιητικές συλλογές και 6 τόμους με δοκίμια, ενώ έχει μεταφράσει Αισχύλο και Σενέκα στα γερμανικά. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία της πατρίδας του: το Peter-Huchel-Preis, το Georg-Buchner-Preis, το Literaturpreis der Osterfestspiele Salzburg, το Friedrich-Nietzsche-Preis, και το Friedrich-Hölderin-Preis για το σύνολο του έργου του.