proliptiki.jpg

ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΟΙ, 1984

Οι δυο μας

Εσύ λοιπόν τραβάς τη στράτα σου.
Οι γάντζοι του ρεσάλτου σαπισμένοι χρόνια
και σκόρπισαν στο πρώτο τράνταγμα.
Φεύγεις με το νου σου τυλιγμένο στις αιθάλες
κ’ είσαι πια στην αυλή του αυτοκράτορα
αντάμα με τους αυλοκόλακες
κ’ εγώ ξανά με γρανιτένια σάνταλα
σα χέλι φωσφορίζον στο βυθό
τεντώνω το κεφάλι περισκόπιο
για ν’ αγναντέψω μιαν ιδέα θάλασσα.
Εσύ, ένας γυρολόγος ένας πραματευτής
πού άνοιξες την κασέλα της μάνας
και ξεπουλάς τα μεσοφόρια της
όπως τότε χαράματα στο Λαζαρέτο
τραβώντας το μοχλό της γκιλοτίνας
τώρα σεγγούνια χρυσοκέντητα, υποκλίσεις
κι άλλα τέτοια της παρακμής
κ’ εγώ γυμνός στο πόστο μου
να κράζω τις Ερινύες χρόνια
και να τους δείχνω το μητροφόνο στιλέτο του Ορέστη
το σώμα του εγκλήματος.

Τυφλός μάντης
Πορεία στον Τροπικό του Καρκίνου
κι αναζητάς τη φωνή σου
πού σκόρπισε ηφαιστιογενής τέφρα
να τη σέρνουνε τσακίδια οι τέσσερις άνεμοι.
Πού είναι τώρα τα φωνήεντα της δικαιοσύνη
και σε ποιο τέλμα βούλιαξε
η πατημασιά απ’ το πέταλο σου; Ήσουνα της γενιάς μου η γαλαζόπετρα
τ’ αστραφτερό σπαθί
τώρα συρρικνωμένο μέσα στο θηκάρι του
κι ο χτεσινός δρόμος που μέχρι δω
μας έφερε γυμνούς σαν τους πρωτόπλαστους.

Ποιος είδε καλοκαιριάτικα τ’ απομεσήμερο
να πηγαίνει ο βρικόλακας του Τειρεσία
ανεβαίνοντας τα σοκάκια της Θήβας χαρούμενος
σίγουρος πως επαληθεύτηκε η προφητεία του
μη μπορώντας να δει την παραχάραξη του τοπίου
εβγήκε γελασμένος
καθότι, τυφλός ο γέροντας ετούτος.
Μόνο τους θρήνους άκουγε
καθώς στα χέρια των νυχτόβιων
εσπάραζε φριχτά παραμορφωμένο
το ωραίο κεφάλι του Μακρυγιάννη.

Την ώρα αυτή

Την ώρα που η νύχτα
τροχίζει, τα μαχαίρια της
την ώρα που ανύποπτοι μες στο γαλάζιο
οι ελαιώνες αρμενίζουν

την ώρα αυτή
πέρα στο διάζωμα της θάλασσας
φυσάει άνεμος δυτικός
κι αθόρυβα τα οχηματαγωγά
αδειάζουνε τους φοβερούς μισθοφόρους τους.

Επιστροφή
Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου
ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα
το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε.
Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες
χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο.
Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά
κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας,
από τη γέφυρα τα ξερονήσια
ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας,
την προκυμαία αδιάβατη
ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες
κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα.
Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά;
Η θάλασσα που γνώριζα
είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου.
Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.

Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα
ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες
που ριζώσαμε αγριάδα
ακόμα παίζουν πένθιμα
τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;

Στις εκβολές του Αχέροντα
Το περιβόλι στις εκβολές του Αχέροντα.
Διαβαίνει το νερό όλο λείψανα
βρικόλακες της θύμησης και ύψος ανεκπλήρωτο
κ’ εσύ σκύβεις να πιεις και φαρμακώνεσαι
καθώς αντίκρισες καθρεφτισμένο
τον Άη-Μηνά ίσκιο θεόρατο
κυνηγώντας τους Φράγκους
και τώρα σκήνωμα προσκυνητάρι θλιβερό
ή τον καπετάν-Διάκο
βγάζοντας λόγους στη Λαμία
κ’ ύστερα καρφωμένο το κεφάλι του στ’ ακόντιο
λέξεις να σου παίρνουν το μυαλό.

Τώρα ξανά τα πράγματα δεν είναι εύκολα
ο νεκροπόταμος τραβάει την πορεία του αιώνιος
ξωπίσω σου οι ρουφήχτρες αχόρταγες
τα κουφάρια στρώμα στην πεδιάδα
κ’ είναι το στόμα σου στυφό αγραπίδι.
Όχι, δε θέλω πια τις τεχνητές σας λίμνες
όλο στολίδια, αρώματα, χιτώνες μεταξένιους.
Δεν φτάνουνε ν’ αναχαιτίσουν
τη φουρτουνιασμένη κοίτη που λυσσομανάει.

Μόνον οι μαίανδροι στη φλέβα μου
με πολυδιάστατες καμπύλες
δουλεύοντας μερόνυχτα
γνωρίζουνε τ’ απόκρυφα του
μπορούν να βάλουν χέρι στην ορμή του.

ΦΑΝΟΣ ΘΥΕΛΛΗΣ, 1991

Notturno
Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός!
Πώς ράγιζαν οι πλάκες
απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού
πώς έτρεμε ως το κόκκαλο
ολόγυμνη η πλατεία
κʼ υστέρα πώς η πόλη
αποτραβήχτηκε στην κώχη της
κι από κει μέσα παραμόνευε
μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.

Και ξαφνικά νʼ ακούγεται
βουή τεκτονικού σεισμού
τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό
κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων
να κατρακυλούν στη θάλασσα.

Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο
λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.

Η πόρπη της παρθενικής σου ζώνης

Μόνο σαν νύχτα αφέγγαρη
περάσουνε τα μεταγωγικά
κʼ η πόλη ανυπεράσπιστη
παραδοθεί γυμνή στους βιαστές της
όταν ιστός κατάλευκος σαλπάρεις
κι ούτε ως λαθρεπιβάτης πια
δεν θα μπορέσω να διασχίσω
τον γκρεμό ανάμεσα στα δυο σου στήθη
—πόσο μάλλον την αγιάτρευτη λύπη σου
που οχυρωμένη σε κορφές απάτητες θερίζει-
σαν τσακιστεί το τελευταίο δοκάρι
και πλημμυρίσει η θάλασσα
με νάρκες αστεριών
αφού ακουστεί πως ήρθε πια
το πλήρωμα του χρόνου
μόνο τότε την τελευταία στιγμή
γυμνό σπαθί αλαβάστρινη σιωπή μου
θα πάρω φυλαχτό την πόρπη
της παρθενικής σου ζώνης
που μουσκεμένη στο άσπιλο αίμα σου
σε δίσεκτους καιρούς
μπορεί και γίνεται η αγρύπνια μου
ή θυρεός που την κατάλληλη στιγμή
είναι ικανός να εκραγεί
να στείλει στο βυθό τα πάντα.

Ως πότε θαʼ σαι το λεπίδι
ο πετρωμένος χρόνος
που οριοθετεί την πίκρα μου
μη δει το πλάτος της
μη σκύψει στη χαράδρα του ονείρου
και ξεχυθεί αχαλίνωτη καλπάζοντας
ως πότε διάτρητος από μεταπτώσεις
ομοβροντίες και αντιπαροχές
θα σε ακολουθώ
δεν βλέπεις μέσα μου βαθιά
κρυφά, πολύ κρυφά κι αθόρυβα
που ανθίζει η νύχτα;

Δολιοφθορέας

Με βαραίνει η συνωμοσία
οι μεσίστιες νύχτες που έδωσα
να σηκώσω τα οράματα
ως την ακάθεκτη αυγή
η ανομία για την εξόρυξη
του φεγγαρόφωτος
απ’ τον βυθό της μνήμης
η ενοχή για την απόκρυψη στοιχείων
από την περιδιάβαση στο στήθος του πουνέντε
η λαγνεία μου να βλέπω
τις νυχτερινές ώρες να διαστέλλονται
ν’ ακούω τους αρμούς
και τις κλειδώσεις τους να τρίζουν
επικίνδυνα.
Ζητάτε από μένα, έναν πυρομανή
έναν αχρείο δολιοφθορέα
να συμπλεύσω
να καταθέσω ό,τι απόμεινε
από το ραγισμένο κόνισμα της μάνας μου
να ξεριζώσω μέσα μου
την ανθισμένη βυσσινιά
να ασπαστώ την αθωότητα μου
εντέλει να ομολογήσω.

Ενώ γνωρίζετε πολύ καλά
πώς για όλα ευθύνεται ο μπούσουλας
που έδειχνε μονίμως την ανάκαμψη
το σκοτάδι της φυλής μου
που αλύγιστο κατάρτι
μέσα στο μπουγάζι άνθιζε
με άλλα λόγια
τα οστά του Ιακωβίνου
Ανδρέα Κάλβου
καρφωμένα στο μυαλό μου.

Κάθετη αναρρίχηση

Αν είναι ο θάνατος μια μαχαιριά
που νύχτα σε αδιέξοδο
ανυποψίαστα, ύπουλα
είναι ικανή να σε σωριάσει κάτω
ή μια ευθεία ατέρμονη
στυφή, φαρμακωμένη
εφτά φορές πιο ηχηρή, πιο ασύμμετρη
πιο κι από σάλπιγγα
όταν για έφοδο αντηχεί
εφτά φορές ή κάθετη αναρρίχηση
προς την οροσειρά της Εγκαντίνας
για να θαυμάσουμε για τελευταία έστω φορά
τα εντόσθια των Άλπεων
μου φτάνει αυτή η ταλάντωση
από ένα ύστατο αβέβαιο καρφί
κʼ ή φωνή μου
ένα ανάθεμα πυρρόχρωμο, σαββατογεννημένο
με ξέπλεκα μαλλιά
όρθιο σε παρισινό οδόφραγμα
να αψηφά τις λόγχες
και την επέλαση των κυβερνητικών
φωνάζοντας πριν γίνει φλόγα:
Γεννηθήτω τώρα το όνειρο
ας έρθει η δεκαοχτάχρονη
εφηβική μου θάλασσα να με σκεπάσει.

Επέμβαση ανοιχτής καρδιάς

Περπάταγε προς τη συνωμοσία του χειρουργείου
παράφωνος, ασύμμετρος, ονειροπόλος
ένα πλευρό από την τελευταία θύελλα
στο στήθος του ένας αχανής βυθός
να λάμπουν μέσα τα προγονικά μνήματα
κʼ οι νεκροί που κάθε τόσο τον καλούσαν.

Αν με τριγμούς ανέμου
ανακαλύψουν χαραγμένο
τ’ όνομα στην ωμοπλάτη
και αν στη χαρτογράφηση
σε ιζήματα Ιουρασικά
βρεθούν οστά μαχαιροδόντων
αν υστέρα
αναβλύσει εκ των έσω η κραυγή
«χτίστε παντού μονόδρομους της θλίψης»
ποτέ δεν θα γραφτεί
ούτε πώς είχε δει τον θάνατο
να ιχνηλατεί, να σημαδεύει πόρτες.

Το βλέμμα του όμως
όταν γονάτισε στο θυσιαστήριο
τη νεκρανάσταση
το φλέγον νέφος
εν τω μέσω της νυκτός
αυτά πώς θα τα κρύψουνε;

Εγγραφή
Το ξαναλέω
μην ψάχνετε για το χαμένο στίγμα μου
ούτε πώς έγινε
και πάντοτε εν πικρία διατελώ.
Καλλίτερα ας αναρωτηθούμε
τι γύρευε το ματωμένο δισκοπότηρο
η θεία μετάληψη φαρμάκι
στα χείλη των αξεδίψαστων
τι συνέβη τέλος πάντων
και δεν έχουν μονοπάτι τα φεγγάρια μου.
Μόνον έτσι ίσως γίνει αντιληπτό
γιατί καιόμενος εγγράφομαι
σε ρίγη αιμάσσοντα
εγκάθετος των οιμωγών
σε φτερακίσματα πουλιών
ή εν ανάγκη σε ταφόπετρες
χωρίς ρωγμές
εισόδους από γκρεμισμένα τείχη
χαρτογραφήσεις επικίνδυνες
χωρίς μια στάλα αίμα.
Αφού μου γράφτηκε
με της αστροφεγγιάς το τρέμουλο
λαθραία να περιφέρομαι
στις αρτηρίες των ονείρων να εισχωρώ
μια μπουκαπόρτα που ορθάνοιχτη
με τ’ αναπάντεχο μετριέται.

Ερμηνεία ανερχομένου

Το ότι στο αίμα μου
εγκατεστάθη από καιρό
ένα μελίσσι σε έξαψη
αναπολώντας την στιγμή που οι δυο μας
σε πείσμα όλων των άνωθεν προβλέψεων
μεγαλοβδόμαδα
θα επιχειρήσουμε αποκαθήλωσιν του εσταυρωμένου
δεν το αρνούμαι,
ορκίζομαι μόνο πως δεν ξέρω
τι θα πει απολογία
και πως απʼ τους αγέρηδες
γνωρίζω μόνον τον φρικτότερο
αυτόν που απογυμνώνει τα οστά.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται
γιατί στεφάνωσα τους νικητές στον λίθον
καταμεσίς της αγοράς
όταν ακόμα βασίλευαν οι τριάκοντα
γιατί γονάτισα στη θέα του Βεζούβιου
που οργισμένος μας παρέδωσε
την Πομπηία κοιμητήριο
ξέχειλη στο θειάφι
έτοιμη για μελέτη πια
κι ακόμα πώς αλλάζω
σταυρωτά φιλιά
και ενίοτε μάλιστα ακολουθώ
τους εραστές του σεληνόφωτος
τους πάντοτε ανερχόμενους
τους έτοιμους να καταποντιστούν
μα εντούτοις ανελλιπώς διαπλέοντες
τα μαύρα ύψη
μονάχα για ν’ αναφωνήσω
κάποτε μαζί τους:

Νάτες, πάνε πια, πορεύονται
οι νέες πολιτείες.

ΕΝΝΕΑ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, 1993

ΙΙΙ
Είναι που η ανοιξιάτικη βροχή
δεν δύναται να γεμίσει τον γκρεμό της απουσίας σου
με στάλες από ροδόσταμο
είναι που δεν μπόρεσα να στύψω ακόμη
το πηγάδι του θανάτου
επειδή χωρίς τη φλόγα σου βρίσκομαι καθημερινά
αντίκρυ σε χιλιάδες εκτελεστικά αποσπάσματα.
Είναι που σου λέω σ’ αγαπώ
σ’ όλες τις γλώσσες των λουλουδιών
των εντόμων και των δέντρων
κι εσύ μπορεί να μη μ’ ακούς
που τόσες φορές φόρεσα το ρούχο της απελπισίας
κι ήρθα ικέτης στην Παράδεισο σου
μια βάτος καιομένη χωρίς έλεος.
Είναι πού το φεγγάρι κυλάει κατά πάνω μου
που όλο μεγαλώνει κι έρχεται ανελέητο
κι άλλη δεν έχω έπαλξη απʼ το γυμνό σου σώμα
δεν έχω άλλη παράκληση
απʼ αυτόν τον ακονισμένο Απρίλιο
που σκέφτομαι να τον καρφώσω
μ’ όλη τη δύναμη του σκότους μου
ανάμεσα ακριβώς στα φυλλοκάρδια της νύχτας
και τότε
“φυλάξου αγάπη μου” να σου φωνάξω
γιατί πάλι απόψε
θα πλεύσει στο αίμα ο έρωτάς μας
κι απʼ το πυρακτωμένο στήθος μου
μη φεύγεις μακριά
που ξέρει να φυλάττει τα ζεστά σου χέρια
στʼ αρώματα των γιασεμιών
και στη σιωπή του.

VII.

Πόσο τα αδηφάγα πάθη
έχουν χαράξει τα πελάγη των ονείρων μου
κι έχουν εξαγριώσει τις νύχτες της αγρύπνιας μου
το ξέρουνε τα αδάμαστα καράβια
όταν σαλπάρουνε βουβά μεσάνυχτα
εν μέσω δίψας και ξεσηκωμού
για τα πιο απόμακρα λιμάνια σου.
Το ξέρουνε οι κλειδωμένες θύρες της σιωπής μου
που τις άνοιγες μια-μια με τ’ αντικλείδια σου
και βγαίνανε στο φως τα διψασμένα οράματα
κι είχαν στο βλέμμα τους
τον ουρανό των καταρτιών σου
να αστροφορούν μέσα στη νύχτα
να πηγαίνουν.

Μην ήσουν το τριζόνι του γενέθλιου σπιτιού
στο στόμα η γλύκα απ’ το σταφύλι
τ’ άσβηστα μάτια όσων έφυγαν
τα βήματα που ρίζωσαν στις πλάκες της αυλής
μην ήσουν μόνο το ταξίδι
και τα βέλη της αγωνίας μου
ώσπου να βρω το σώμα της Ανοίξεως
για να το διαπεράσω πέρα ως πέρα.

Μην ήσουν ό,τι αγάπησα
και θ’ αγαπήσω ακόμη
αυτό το διάδημα από κυκλάμινα
στα φεγγαρένια σου μαλλιά
των άστρων μεσουράνημα
και φρεναπάτη των απέραστων ορίων
αναδυομένη των νεφών
όχι άλλες μοναξιές
αυτή τη νύχτα.

ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΒΟΛΗΣ, 2000

Ερώτημα

Ποιος την ύστατη ώρα της νυκτός
θερίζει το χωράφι που σαλεύει στον βυθό μου
ποιος σημαδεύει το ζαρκάδι.
που κοιμάται αμέριμνο;
Τι ζητούν οι σειρήνες
τα διαβούλια κεκλεισμένων των θυρών
οι προβολείς και οι κάνες του εκτελεστικού
προς τι οι λυγμοί του φεγγαριού
πώς τρέμει ο ύπνος
και πώς εγώ ο δηλωμένος αγνοούμενος
ο πένητας του ανέμου
βρέθηκα μʼ ένα τραύμα διάττοντος δράματος
να ακροβατώ πάνω στην κόψη τόσων ήμερων
να κόβω πήχες απʼ την πίκρα μου
και να μετρώ το ανάστημα του ονείρου.

Δεν περνιέται

Δεν περνιέται δίχως σαρκίο διάτρητο
αύτη ή ανεξάντλητη λίμνη του χρόνου.
Χρειάζεσαι την αναπάντεχη καλοκαιριά
που σκορπούν δυο σάλπιγγες παλλόμενες
στο σώμα του ουρανού.
Για να υπομείνεις την ολονυκτία
και να κερδίσεις την ανύψωση του στήθους
χρειάζεσαι απʼ τις εφτά πληγές την πιο βαθιά
εκείνη των αγγέλων
το ρίγος ενός κήπου απριλιάτικου
να σε σχίζει πάνω ως κάτω
κι από τα χρώματα των σπλάχνων σου
το πράσινο της πρώτης μνήμης.
Δεν περνιέται χωρίς σκοτάδια που ανθίζουν
χωρίς δάκρυα αλλοφροσύνης
χωρίς τις λάμψεις απʼ το διάδημα της νύχτας
που στολίζουνε την θλίψη του έρωτα
η ερημιά των άστρων.

Ανθοφορία
Πώς θα την αντέξω αυτήν την τρέμουσα ανθοφορία;
Έρχεται συνεχώς, με διαπερνά, υιοθετεί την λύπη μου, ανορ-
­θώνει συντρίμμια από παλαιούς λυγμούς, σταλάζει, στο δέρμα
μου την διαύγειά της και πάνω του φυτρώνουν άγριοι στήμονες.
Δεν της φτάνουν τα οστά μου, βρίσκει την ματιά μου, την προε-
­κτείνει ως την εσχάτη οδύνη. Αναζήτα στην φλέβα κάθε χειρο-
­νομίας το αίμα που ώθησε νʼ ανατείλουν τα μπουμπούκια των
ονείρων. Την ώρα της μνημοσύνης με μεταβάλλει στα τραύματα
εξ ων συνετέθην, δροσιά με παίρνει τα χαράματα και μʼ ακου-
­μπά στα πέταλα των κρίνων. Με βυθίζει ως την πιο μεγάλη ρί-
­ζα, με βάζει νʼ αντικρίσω το γκρίζο της ζωής, ώσπου ν’ αδειάσει
το στήθος από ένταση και η δράση από σύμπαν, να μείνει μόνο
το κορμί να το μαδούν τα δάχτυλα του ανέμου, κι υστέρα από τα
βάθη των καιρών ξανά με παραδίδει στην ανάσταση.
Ολόκληρον με κατοικεί και πού θα μ’ αρμενίσει αυτό το
τρυφερό άγγιγμα της ανοίξεως;

Σονάτα για δυο φωνές
Ι
Πουλί της έσωθεν μαρμαρυγής
όταν χιμάς να βγεις
απʼ το ανοιγμένο στέρνο μου
όταν επικαλούμαι τον θυμό των άστρων
κι αγγίζω μόνον τα φτερά του ρίγους σου
την ώρα πού έρχεσαι να με συναντήσεις
να με βυθίσεις στην αφή των ρόδων
να φυτέψεις μέσα μου
ένα δάσος μʼ ανθισμένες φλαμουριές
για να ενοικούνε κάθε βράδυ
τα ατίθασά μου οράματα
αυτά που ετάχθησαν να μετρηθούνε με τον τάφο
τότε το ξέρω πια
είσαι η λυμένη κόμη
της πιο απλησίαστης άνοιξης
που κατηφορίζει στην σιωπή της.

ΙΙ
Τις νύχτες που ορθώνεται το στήθος
χαϊδεύοντας τον εύθραυστο βλαστό του ονείρου
σιμά στʼ αυτί ακούω την ανάσα σου.
Σαν ανατείλει ανελέητη η ερημιά
κι η φλεγόμενη παρειά της πόλεως φανεί
τότε που σε άνθη μονάζω
και κρέμομαι σε κάθε αγχόνη μπουμπουκιού
μοιράζοντας αντίδωρο το σώμα μου
αυτές τις νύχτες είναι
που σʼ ακούω με βήμα βάδην
να ʽρχεσαι σʼ απόσταση βολής
άγρυπνο παραθύρι της αβύσσου
ορθάνοιχτο σε μια γωνιά του νου.

Λιθάρι

Θα αγρυπνήσω πάλι.
Τι μπορεί όμως να σώσει το μέσα φέγγος;
Το δειλινό ετοιμάζεται για την στέψη του
με υάκινθους – ή μήπως με ακάνθινο στεφάνι;
Μαζί με τα πουλιά και τις εσπερινές καμπάνες
θα ζήσω την πτώση μου
από την κορυφή του θριάμβου
ως την επίκληση του πόντου για βοήθεια.
Μπροστά στην ορθάνοιχτη θύρα ενός άστρου
θα αντικρίσω τα ερείπια που μου αναλογούν.

Σελήνη, δεν είναι το φως σου που κουρελιάζει,
Εγώ είμαι ή πηγή των δακρύων
το κρεμασμένο σεντόνι της λύπης
στο ανοιχτό παράθυρο της μάνας μου
ένα λιθάρι έτοιμο να πάρει τον κατήφορο
σε μια πλαγιά του χρόνου
και στο πλευρό μου φέρω
τα σημάδια ενός παραδείσιου κήπου
που διακρίνονται μέσα απʼ την ανοιχτή πληγή της λόγχης.

Τίποτε δεν αγγίζει την δική σου μοναξιά.
Απλά φορώντας την χλωμάδα σου
με τόσο φως από την μια μεριά
και τόσο απέραντο σκοτάδι από την άλλη
άφοβα θα μπορέσω να σκύψω
στον γκρεμό του Ζαλόγγου μου.

Επιστροφή

Αν μια βραδιά το δαφνοπόταμο
πού ξενυχτώ στις όχθες του
με πάρει στον βυθό του
δεν θα μπορέσει η γης να λειώσει το όραμα μου.
Ένα μελίσσι ανοιξιάτικο
θα το ανασύρει πάλι, θα επιστρέψω μαζί του.
Βαθύς γαλάζιος από θύελλες
θα ξημερωθώ στο πιο αθώο παιδικό τριφύλλι.
Στο πρώτο φως
τζιτζίκια θα χαράξουν την μνήμη
μέρες λησμονημένες θα ανατείλουν
ονόματα μέσα στα ρίγη τους
μες στον καημό τους απλησίαστες ακτές.
Γεμάτος θα ʽμαι με σημάδια από παλέματα
με τράφους αιμάτων από σπαθιές του Χάροντα.
Δάδα θα αντιφεγγίζει
θα αντηχεί λύρα του κάτω κόσμου
πού ήρθε ξαφνικά στον ήλιο
θʼ ανοίγει δρόμο το όνειρο μου.

Θα επιστρέψω
και θα ʽμαι το κλάμα ενός άστρου
που μόλις γεννήθηκε.

Ερμηνεία

Με όσα εκ βαθέων ακούστηκαν
όσες στιγμές προτέρου βίου κι αν ανέσυρα
εκθέτοντας τα σπλάχνα μου
σε αυθαίρετες ερμηνείες
ας μην αναζητηθεί έξω από μένα
η αιτία της χλωμάδας μου.
Φταίει ότι μέσα μου μεγαλώνει νυχτοήμερα
ένα θηρίο σαρκοβόρο.
Ήτανε στην αρχή μια τρίλλια
μια τύψη ελάχιστη
ένα τόσο δα ανθάκι πόνου.
Ύστερα ένας κορυδαλλός
έξω από τα λουτρά της Ηλέκτρας
όταν εξυφαίνονταν οι φόνοι
κατόπι μια κραυγή ματωμένη
απέναντι στο πλήθος που λιθοβολεί.
Αργότερα έγινε μια ασήκωτη ονειρόπλακα
κι έπειτα βόγκος του πελάγου.

Όμως τώρα;
Τι γίνεται τώρα, Χριστέ μου;
Σε ποια τράπεζα δημίου
δεν πλάγιασα ακόμη τον αυχένα μου;
Δεν ακούτε τις σήραγγες
που ανοίγουν δρόμο στους ουρανούς μου;
Δεν βλέπετε που κάθε μέρα
σκύβουν νʼ αντλήσουν θλίψη
απʼ το πηγάδι μου τα όνειρα
και κάθε νύχτα λιγοστεύω;

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΡΕΙΑ, , 2004

Tο πηγάδι

Κάπου μυρίζει λεμονιά εδώ γύρω
ακούγονται τριγμοί, ήχοι ανασταίνονται
σάλαγος από κοπάδια αόρατα.
Ονόματα επιμένουν, ίσκιοι, αντίλαλοι
πνίγεται στα φυλλώματα ένας σκοπός άλλων καιρών.
Φυσάει μια λύπη απʼ την πλαγιά
σέρνει το ρέμα σκοτωμένα αγριοπερίστερα.

Μπαίνεις στο περιβόλι
ακλάδευτα τα δέντρα γέρνουν
στάχτη τʼ αμπέλια στις βραγιές.
Θυμάσαι το αίμα. απʼ το σφαγμένο αρνί
κι ανοίγεις το πηγάδι
να σπάσει ο κόμπος στον λαιμό
να βρει ραγισματιά το δάκρυ, νʼ αναβλύσει.
Ρίχνεις τριχιά και σʼ αποκρένεται
της μάνας σου το γέλιο.
Σκύβεις στο φιλιατρό
σκοτάδι το νερό ελλοχεύει
φωνές απόντων σε καλούν
άπατη δίψα σε μαραίνει.

Στο βάθος θα κυλούν τα πορφυρένια χρόνια
θα λούζεται η σελήνη
ο αριάς ακόμη θα θροΐζει στο παράθυρο
σε μαύρη όχθη θα κάθονται οι πνιγμένοι
νʼ ακούν τα μοιρολόγια, νʼ αγριεύουν.
Και πιο βαθιά θα λουλουδίζει ο θάνατος
το πιο πλατύ ποτάμι.

Αντίστροφη πορεία
Άξαφνα χύθηκε από μέσα μου η αιθάλη
στοιβαγμένη τόσα χρόνια
και σκοτείνιασαν τα πάντα.
Στα Τρία Αλώνια άρχισε νʼ αστράφτει
φάνηκαν τα σημάδια απʼ τους σταυρούς στο χώμα
λίγνεψε ο αγέρας και το φως του.
Ξεμύτιζαν τα λαβωμένα αγρίμια απʼ τις καμένες θημωνιές
ακούγονταν σκυλιά, πνιχτές φωνές, πατήματα.
Ψυχή στον δρόμο.

Γύρισε ο χρόνος τον τροχό του αντίστροφα
όρθροι με πήραν, με ρούφηξαν καταρράκτες.
Χρήστο, Βασίλη
πού ανατέλλει πια το αστέρι σας;
Ποια ρεματιά αντηχεί απʼ την κραυγή σας;
Ακόμη σας ψάχνουν οι δικοί σας
με τα φανάρια.
Άφαντοι εσείς
με των βουνών τον ψίθυρο
και της βροχής το χάδι.

Η νύφη
Βήματα στο σκοτάδι, γνώριμα
πλησιάζει κάποιος και μυρίζουν
τόσο δυνατά τα δεντρολίβανα.
Την πόρτα μη!
Αν είναι η μαύρη μάνα μου
δεν έχω ξάστερο νερό.
Θα δει το λερωμένο νυφικό μου
θʼ αφουγκραστεί του κήπου την ακινησία.
Πώς θα το κρύψω το βαμμένο χείλι
πού θα το βάλω το πηγμένο δάκρυ;

Αν είνʼ τʼ αδέρφια μου
πού ρίχνουν μοσκοκάρυδα και με πετροβολάνε
ποιος θα τους δείξει τα καρφιά στον ουρανό μου
τι να τους πω που μʼ έντυσαν για γάμο;

Ο πατέρας
Στο έμπα του σπιτιού θα κάθεται ο πατέρας.
Θα ʼχουν φυτρώσει βάτα στο κορμί του
θα μπαινοβγαίνει η ομίχλη από τα μάτια του
τίποτε δεν θα βλέπει, θα μας ακούει μόνο
πίσω από μέρες θολωμένες.
Ίσκιος θεόρατος θα χαμηλώνει από ψηλά
από τις φτέρες θα κρυφοκοιτάζει ο αρχάγγελος.

Χάραμα θα σηκώνεται όπως τότε
στʼ αμπέλι θα τον φέρνουνε
τα λυπημένα βήματα του.
Κάρβουνο το τραγούδι του θα γίνεται
στις χούφτες μου θα βρίσκω στάχτες
παλιές ρυτίδες θα βαθαίνουν· από μέσα.

Στο μισοσκόταδο θʼ αντιφεγγίζει
το ραγισμένο δίκανό του
κι αντί κοτσύφια και λαγούς
θα σημαδεύει εμένα.

Ο τρύγος

Νυχτώνει και ψηλώνουνε τα δέντρα
σκοτάδι, πνέει από τα απάτητα
στάχτη σαρώνει η πυρκαγιά του χρόνου
υψώνονται τριξίματα σκαρμών
ως τον απάνω κόσμο.
Και τότε αυτοί μπαίνουν στους αμπελώνες
συντρίμμια αντίλαλων φέρνουν τα βήματά τους
με σηκωμένη τρίχα τούς αλύχτισαν σκυλιά.

Τί τρύγος, Θεέ μου, από το σούρουπο!
Έπεσαν τρεις γενιές στα κλήματα
με κλαδευτήρια, με μαχαίρια, με σουγιάδες
να σώσουν πριν τους βρει η μέρα.
Πουκάμισα σχισμένα, τραύματα ανοιχτά
έμπαινε η θύμηση από παντού
έτρεμε ως τον ανθό ο κορμός των αμπελιών.

Πέρασαν χρόνια και φαρμάκια, δεν γνωρίζονταν
ρίχτηκαν τυφλωμένοι
ο ένας στον δόμο του διπλανού
αλλού το χέρι, αλλού τα άρματα
ακούγονταν υπόκωφα χτυπήματα
από τους φράκτες και τους όχτους βογκητά
βάψανε χείλια, στήθη, μπράτσα
κόκκινα ρούχα ανέμιζαν.
Λύκοι αγρυπνούσαν.

Την άλλη μέρα θα φανούν στο χώμα
φρέσκα ακόμη τα σημάδια.
Με κρασί και με ώχρα
θα μετρήσουν τους απόντες.

Μνημολόγιο

Να μην ξεχάσω:
Την τρυφεροφεγγαριά πού βαθαίνει το κλάμα
τα λινά σεντόνια
τις κουμαριές ανθισμένες στην πλαγιά
την πόρτα του κοιμητηρίου πού έτριζε
το ραγισμένο σκαλοπάτι
τη μυρωδιά των κυδωνιών στο υπόγειο
το καντήλι στα χέρια της
το λάδι του λειψό
το θολωμένο μάτι του Θεού
στην περιφορά του επιταφίου.
Να θυμηθώ να μην κλειδώσω απʼ έξω:
το παιδί πού δεν είμαι
το βλέμμα του ντουφεκισμένου τρυγονιού
το πανωφόρι του νεκρού
ακουμπισμένο στο κατώφλι
τη βροχή στον κυπαρισσώνα
τις άδειες φωλιές των πουλιών
τα φιδοπουκάμισα στις ρεματιές
το τραγούδι πού δεν είπαμε
το άγγιγμα στο σκοτάδι από δάχτυλα αόρατα
το αθέριστο μεριές-μεριές χωράφι της μνήμης.
Το φύλλο που με γέννησε κι ακόμη τρέμει.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΒΛΑΧΟΣ

diomidis-vlachos.jpg

Ο Διομήδης Βλάχος γεννήθηκε στην Περίθεια της Κέρκυρας το 1953. Σπού­δασε γεωλογία στο Πανεπιστήμιο της Παβίας. Εργάστηκε ευδοκίμως ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση. Απεβίωσε στις 9 Αυγούστου 2004, σε ηλικία 51 ετών.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:
Σχιστόλιθοι (Τυπογραφείο Κείμενα, 1984)
Φανός θυέλλης (εκδ. Αστρολάβος-Ευθύνη, 1991)
Εννέα χοροί της Ά­νοιξης (εκδ. Έψιλον, 1995)
Σε απόσταση βολής (εκδ. Γαβριηλίδης, 2000)
Αντίστροφη πορεία (εκδ. Γαβριηλίδης. 2004, μεταθανάτια έκδοση που ο ίδιος την προετοίμασε).

Ο Διομήδης Βλάχος, επίσης, μετέφρασε και εξέδωσε, μαζί με τους Σωτήρη Τριβιζά και Ευριπίδη Κλεόπα, ποίηση των ιταλών ποιητών Σάμπα, Ουνγκαρέτι, Κουαζιμόντο, Πέννα, Παβέζε, Λούτσι, Παζολίνι στον τόμο Terra amatissima –Ποιητικές διαδρομές: Απʼ την Τεργέστη ως τις Συρακούσες, εκδόσεις Έψιλον, Αθήνα 1999.

Υπήρξε μέλος της ευρύτερης εκδοτικής ομάδας και βασικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού Πόρφυρας. Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά Νέα Εστία, Πάροδος, Περίπλους, Πόρφυρας κ .ά.