zeta.jpg

Ο στρατηγός χαμογελάει ευχαριστημένος. Έχει φάει κι απολαμβάνει το μεσημεριανό του καφέ. Τη βαριά μυρουδιά του, τη σωστή του αναλογία στη ζάχαρη, τις ανοιχτόχρωμες φουσκάλες που σκάνε στα ζεστά χείλια του φλιτζανιού. Ακούει τα ξελαρυγγιάσματα των τζιτζικιών, νιώθει το σιγανό φτερούγισμα της αύρας πάνω απ’ το κεφάλι του, χασμουριέται τεμπέλικα. Σε λίγο ο ήλιος θ’ αγκαλιάσει την πολυθρόνα του και τότε εκείνος θ’ αποσυρθεί για καμιά ώρα στο δωμάτιο του. Τον ευχαριστεί να λιάζεται. Όταν σηκωθεί από τη μεσημεριανή του ανάπαυση, θα προσφέρει στον εαυτό του την απόλαυση ενός φρέσκου δροσερού χυμού από φρούτα εποχής. Ίσως καπνίσει κι ένα τσιγάρο. Στη ζωή του τα ‘κανε όλα. Με μέτρο! Τίποτα δε στερήθηκε. Ακόμη και τώρα που άρχισε να γερνάει.


Οι ήχοι από τα κατσαρολικά στην κουζίνα τον νανουρίζουν. Καμιά φορά παίρνει κι έναν υπνάκο, εκεί, στην πολυθρόνα. Πέντε λεπτά, όχι παραπάνω. Ακούει τη φωνή της Κλειώς, που δίνει οδηγίες στον κηπουρό. Πιστός άνθρωπος! Αφότου πέθανε η γυναίκα του, αυτή κρατάει το σπιτικό του. Νέα πήγε σχετικά η μακαρίτισσα… Όμορφη! Καλλονή στα νιάτα της! Ποτέ όμως δεν την πολυκατάλαβε. Ψυχική επαφή, επικοινωνία, όλα αυτά που γυρεύουν οι γυναίκες και τα περιοδικά, δεν υπήρξαν ανάμεσα τους. Δεν το θεώρησε κι αυτός απαραίτητο, Ίσως δεν τα κατάφερε να βρει και τον τρόπο…
Θυμήθηκε με νοσταλγία πόσο του άρεσε τα παλιότερα χρόνια να μαζεύονται οι φίλοι του τα βράδια κι εκείνη μετά το φαγητό να τους παίζει πιάνο και να τραγουδάει, Μοναδική οικοδέσποινα! Καμάρωνε. Βέβαια υπήρχαν και τα λεφτά. Από πάππου προς πάππο. Μ’ έναν σκέτο μισθό τίποτα δε γίνεται. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει γιατρό. Πήγε ένα χρόνο στη Σχολή για να μην του χαλάσει το χατίρι, μα δεν άντεξε. Η στολή πάντα τον μάγευε. Η περιπέτεια, η ορμή, ο κίνδυνος κύλαγαν στις φλέβες του σαν μεθυστικό κρασί.
Με τις γυναίκες παρ’ όλα αυτά ήταν ασυνήθιστα ντροπαλός. Συνήθως αυτές κάναν το πρώτο βήμα, ακόμη και τότε, στα χρόνια του, που οι καιροί ήταν συντηρητικοί. Αυτός πάντως τους γιους του δεν προσπάθησε να τους επηρεάσει. Τουλάχιστον όχι επαγγελματικά. Ο στρατός θέλει θυσίες. Πόσα βράδια μακριά απ’ το σπίτι του, την αγκαλιά της γυναίκας του, τη θαλπωρή της βιβλιοθήκης του. Τόμοι, τόμοι δερματόδετοι, η ιστορία, η ζωγραφική, η ποίηση, ακόμη και κάποια βιβλία βοτανολογίας ήξερε απέξω όλα τα φάρμακα για τη μελίγκρα, το δάκο και τις άλλες ασθένειες των φυτών.
Όχι πως ήταν άβγαλτος. Είχε γνωρίσει αρκετές γυναίκες πριν συναντήσει τη δικιά του. Κι όμως ξελογιάστηκε. ναι, ξελογιάστηκε, ξελογιάστηκε, αυτή ήταν η σωστή η λέξη, Έπιασε τον εαυτό του άλλη μια φορά να χαμογελά ντροπιασμένα, σαν μικρό παιδί που το πιάνουν στα πράσα. Ρούφηξε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ του κι έριξε μια τεμπέλικη ματιά στο ρολόι του. Την πέρναγε δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Μίλαγε μʼ έναν νεαρό αξιωματικό στο χορό της Λέσχης, όταν του τη σύστησαν. Δεν του έδωσε καμιά σημασία, ούτε στην επόμενη συνάντηση, που την κανόνισε ο ίδιος σʼ ένα φιλικό σπίτι, λίγα βράδια αργότερα.
Ήταν ομορφάντρας. Μελαχρινός, γελαστός, με τα μουστάκια του, τη βαθιά του φωνή, τις ευχάριστες διηγήσεις του. Δεν του ‘μοιασαν οι γιοι του. Ντελικάτοι, λεπτοί, μη μου απτού, πήραν απ’ τη μάνα τους. Την κυνήγησε, σε χλωρό κλαρί δεν την άφησε. Την έβλεπε να κρυφομιλάει στις συγκεντρώσεις που την πετύχαινε με τον νεαρό λιμοκοντόρο και του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Τι του ‘βρισκε έξω από τα νιάτα του; Ένα σαχλό παιδαρέλι! Τους πέτυχε μόνους ένα βράδυ στη βεράντα
ενός φιλικού σπιτιού. Κρύφτηκε πίσω απ’ την κουρτίνα. Της απήγγειλε με φωνή όλο πάθος κάποιους στίχους του Μποντλέρ κι αυτή τον άκουγε μαγεμένη, με τα μάτια υγρά από συγκίνηση. Τρεις ολάκερες νύχτες έμεινε άυπνος. Τον βασάνιζε αδιάκοπα το υγρό της βλέμμα πάνω στο ξανθό νεανικό πρόσωπο. Ποτέ δεν τον κοίταξε αυτόν έτσι… Θύμωσε, ακόμη και σήμερα, όταν το θυμόταν, θύμωνε. Σκέφτηκε προς στιγμή να τον λιώσει, να τον εξαφανίσει από Θεού πρόσωπο, είχε τον τρόπο, μια μετάθεση στα σύνορα, πέρα κι απ’ τα σύνορα, ο διοικητής της μεραρχίας έτρωγε κάθε σαββατόβραδο με τον πατέρα του, ποτέ άλλοτε δε σκέφτηκε τόσα πολλά και τόσα επώδυνα στη ζωή του. Την τέταρτη μέρα παρουσιάστηκε στους γονείς της. «Θα την κάνω ευτυχισμένη», τους είπε, χωρίς περιττά λόγια, «τίποτα δεν ποθώ περισσότερο απ’ το να την έχω στο πλάι μου ευτυχισμένη». Την παντρεύτηκε αμέσως και, πριν περάσουν εννιά μήνες, του χάρισε τους δίδυμους, μέσ’ από μια πρόωρη και εξαιρετικά δύσκολη γέννα.
Άκουσε από μακριά το θόρυβο του τρένου που πλησίαζε. Όταν υπήρχε διαύγεια, οι γραμμές διακρίνονταν απ’ τη βεράντα του. Τι ήθελε και τα συλλογίστηκε σήμερα όλ’ αυτά, του κόπηκε κι η διάθεση να πάει να ξαπλώσει. Τουλάχιστον ας μην τον έβλεπε η Κλειώ και του ‘βαζε πάλι τις φωνές, οι αναμνήσεις είναι κι αυτές μια συντροφιά, ο ήλιος του χάιδεψε παρηγορητικά το πρόσωπο σαν να τον ακολουθήσουν, ερχόταν εκείνος μόλις μπορούσε με κάποιες σύντομες άδειες – κι ας αντιμετώπιζε προκλήσεις, ακόμη και μες στον ίδιο του τον κύκλο, κι ας κόχλαζε το αίμα του. Είχε υποσχεθεί να την κάνει ευτυχισμένη!
Με τον καιρό κατάλαβε πως η ευτυχία της δεν είχε καμιά σχέση με τη νυχτερινή, ερωτική του δραστηριότητα. Αντίθετα! Έδειξε ολοφάνερη ανακούφιση όταν μειώθηκε το συζυγικό του πάθος, όταν αραίωσε τις επισκέψεις του στο κρεβάτι της• θαρρείς πως ξεθάρρεψε, άφησε τον εαυτό της πιο ελεύθερο, γελούσε μαζί του κι αστειευόταν, του ‘δειχνε γνήσια συμπάθεια- τις νύχτες που αυτός διάβαζε, του ‘παιζε παλιές μπαλάντες στο πιάνο, η ζωή τους γίνηκε πιο ανάλαφρη, καλούσαν φίλους… διασκέδαζαν… Αυτός κάπου κάπου ξεπόρτιζε. Διακριτικά, ήσυχα, χωρίς κανείς να το παίρνει χαμπάρι. Κι ύστερα γύρναγε κοντά της, ξανανιωμένος, με μια ήσυχη μεταμέλεια που δεν τον ξόδευε, πρόθυμος να τη χαϊδολογήσει και να της κάνει όλα τα χατίρια.
Μόνο στον τρόπο που μεγάλωνε τους γιους του είχε αντιρρήσεις. Μα τίποτα δεν πήραν επιτέλους από μένα; Τίποτα; νευρίαζε και χτύπαγε κιόλας κάπου κάπου την παλάμη του πάνω στο τραπέζι. Εκείνη είχε δημιουργήσει έναν κλοιό ασφαλείας, θα ‘λεγες, γύρω τους, που τους προστάτευε από ποιον θαρρείς, απ’ αυτόν τον ίδιο, τον πατέρα τους! Ποτέ δεν τον άφησε να τους πάρει στο κυνήγι μαζί του – όταν ήταν πιο νέος συνήθιζε να κυνηγάει με τους φίλους του —, δοκίμασε με το καλό, δοκίμασε με το άγριο, προσπάθησε όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, μάταια, ούτε κι αυτά έδειχναν καμιά διάθεση να τον ακολουθήσουν.

Είδε το τρένο που σταμάτησε στο σταθμό. Άλλοτε τον ενδιέφερε. Τώρα δεν περίμενε πια κανέναν. Θυμήθηκε καπνό που ‘βγαζε σαν ουρά πίσω του, όταν έφευγε, τα παλιά χρόνια. Τώρα όλα ηλεκτροκίνητα. Ένιωσε ξαφνικά πολύ κουρασμένος. Θα ‘πρεπε να ‘χε ξαπλώσει, συλλογίστηκε, μα δεν κούνησε. «Θα ‘ρθουν, θέλουν δε θέλουν», της έμπηξε τις φωνές μια φορά, λίγο μετά πουʼχαν κλείσει τα δεκάξι. «Τους γιους μου τους θέλω άντρες δεν τους θέλω μυξιάρηδες». Του ‘ριξε ένα βλέμμα, ένα μόνο βλέμμα γεμάτο σημασίες και δεν τ’ απάντησε. Ζάρωσε κι έφυγε μόνος του. Κι από τότε δεν την ξανακόντραρε στην ανατροφή τους.
Θα έπρεπε μάλλον να ‘χε επιμείνει περισσότερο. Ίσως, αν τους είχε πιέσει στις δικές του συνήθειες, δε θα ένοιωθε σήμερα τόσο μόνος. Τον υπολόγιζαν, τον σεβόντουσαν, είν’ η αλήθεια, μα δεν του ‘φτανε. Δεν τον ένοιαζε να μπερδεύεται στις ζωές τους. Μα ήθελε μαζί τους αυτή την αντρίκεια, ζεστή σχέση, που ‘χε και με τους φίλους του, με οικειότητα και με αστεία, έστω και χοντροκομμένα καμιά φορά πειράγματα, κι ας του περίσσευε ο πληθυντικός που του μίλαγαν. «Θα ‘πρεπε να ‘χεις παντρευτεί ίσως νωρίτερα ή να μην έλειπες τόσο συχνά όταν ήταν μικρά», του υπέδειξε ο αδερφός του, κάποτε που το συζήτησαν, όμως τι ωφελεί να συμβουλεύεις κάποιον για πράγματα που δεν μπορούν πια ν’ αλλάξουν…
Ένιωσε μιαν ελαφριά ψύχρα. Ο ήλιος είχε χαθεί ξαφνικά κι ο ουρανός είχε αρχίσει να χρωματίζεται άσπρος. Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα, συλλογίστηκε, η ζέστη, το καλοκαίρι, πόσο αναπάντεχα χάνονται… Έπρεπε να φωνάξει την Κλειώ να του φέρει τη ζακέτα του, μα τ’ άρεσε κιόλας αυτή η μελαγχολική αναπόληση, δεν ήθελε να τη διακόψει. Το Σάββατο θα ‘ρχονταν μάλλον τα παιδιά να τον δουν, είχαν κάτι βιαστικό να του πουν, δε θα ‘μεναν αυτήν τη φορά για φαγητό, ποια μέρα ήταν Σάββατο, μπερδεύτηκε, όχι, είχε γίνει αυτό, η μητέρα τους ήταν πολύ άρρωστη, ο αγροτικός γιατρός δεν ήταν σε θέση να της προσφέρει τίποτα, έπρεπε να το καταλάβει, του είπαν. Ποιοι ήταν αυτοί που αποφάσιζαν τι πρέπει και τι δεν πρέπει για λογαριασμό του; Μέσα στο ίδιο του το σπίτι; Τον πήραν τα δάκρυα. Δυο ξανθά μυξιάρικα που ποτέ δεν κατάφερε να τους επιβληθεί. Δυο ξανθά μυξιάρικα! Έβγαλε απ’ την τσέπη του τις φωτογραφίες τους και τα χάζευε. Η μάνα τους τα κράταγε σφιχτά αγκαλιά και καμάρωνε σαν την κότα που ‘κανε το χρυσό αυγό. Δυο ξανθά μυξιάρικα… Προσπάθησε κάτι να θυμηθεί. Μια σφήκα πέρασε βουίζοντας μπρος απ’ τα μάτια του. Ήταν κάτι που τον πόναγε βαθιά, κι όμως έπρεπε να το ξεκαθαρίσει, έπρεπε να ‘ναι τώρα πια σί-γουρος. Άκουσε τα πρώτα μπουμπουνητά πάνω απ’ το κεφάκι του, «Κλειώ», πρόλαβε και φώναξε αντί για βοήθεια κι άλλη μια φορά, «Κλειώ…»
«Τι όμορφος θάνατος», ακούστηκε να λέει ο κηπουρός στη γυναίκα του, την ώρα που ‘ρθαν να τον πάρουν. «Όμορφη ζωή κι όμορφος θάνατος, χωρίς να καταλάβει τίποτα πήγε ο στρατηγός».