tasos-livaditis1.jpg

 

 

Στη Στέλλα

«Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη/μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,/σαν ένα τραγούδι που, καθώς βρέχει,/παίρνει το μέρος των φτωχών» οραματιζόταν ο ποιητής και στιχουργός Τάσος Λειβαδίτης, εκπρόσωπος της γενιάς των ποιητών «της ήττας», υπερασπίζοντας το όραμα αυτό με τη ζωή και την τέχνη του, συγκοινωνούντα δοχεία μέχρι το τέλος του βίου του, στις 30 Οκτωβρίου του 1988, σε ηλικία 66 ετών.

Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με το χώρο της μουσικής πραγματοποιείται το 1946 μέσα στα γραφεία της Λέσχης της ΕΠΟΝ στην Αθήνα, όπου γνωρίζει τον Μίκη Θεοδωράκη, όπως και άλλους διανοούμενους της τέχνης και του πολιτισμού, μια συνάντηση η οποία τα επόμενα χρόνια θα αποφέρει, στο χώρο της ελληνικής μουσικής, ορισμένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του 20ου αιώνα.

Το έναυσμα όμως ώστε ο Λειβαδίτης να δώσει τα πρώτα του ποιήματα στον Θεοδωράκη προς μελοποίηση ήταν η πλατιά απήχηση που είχε στα λαϊκά στρώματα η μελοποίηση που έκανε ο δεύτερος στον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, το 1961, καθώς και οι ανάγκες της ταινίας «Συνοικία το Όνειρο» της οποίας υπογράφει το σενάριο μαζί με τον Κώστα Κοτζιά, σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Έτσι, τα πρώτα τραγούδια με δικούς του στίχους κυκλοφορούν τον Οκτώβρη του 1961, στο δίσκο «Πολιτεία» και είναι τα περίφημα «Μάνα μου και Παναγιά», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» (που ακούγονται και στην ταινία), «Δραπετσώνα» «Έχω μια αγάπη» και «Σαββατόβραδο» με ερμηνευτές τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρινέλλα, τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα. Οι στίχοι του μελαγχολικοί και εσωτερικοί αποτυπώνουν συμφορές προσωπικές:

 

 

«Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά»
(Μάνα μου και Παναγιά)

 

 

αλλά και συλλογικές, εκφράζοντας το αίσθημα της λαϊκής γειτονιάς, την ορφάνια και τη φτώχεια της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Δραπετσώνα», εμπνευσμένο από την επικαιρότητα της εποχής, όταν οι μπουλντόζες του δήμου προσπάθησαν να γκρεμίσουν τα παραπήγματα των φτωχών κατοίκων για να χτιστούν στη θέση τους πολυκατοικίες, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών και επεισοδίων:

 

«Με αίμα χτισμένο κάθε πέτρα και καημός
Κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδι απ΄ τη δουλειά
Εγώ κι εκείνη όνειρα φιλιά
Το δέρνε αγέρας κι η βροχή
Μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκαπαντοχή
Αχ το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή»
(Δραπετσώνα)

Ωστόσο, παρόλες τις δύσκολες καταστάσεις που περιγράφουν οι στίχοι του, καταστάσεις όπως είπαμε ρεαλιστικές και πολύ σκληρές, διακρίνονται σε αυτούς το πείσμα, η περηφάνια και η θέληση για μια καλύτερη ζωή. Έτσι, στο ίδιο τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», στο δεύτερο κουπλέ γράφει:

 

«Οι συμφορές αμέτρητες
Δεν έχει ο κόσμος άλλες
Φεύγουν οι μέρες μου βαριά
Σαν της βροχής τις στάλες
»

στο ρεφρέν όμως κλείνει με τους περίφημους στίχους (αναφερόμενος στο ψεύτη και άδικο ντουνιά):

«Είσαι μικρός και δεν χωράς
Τον αναστεναγμό μου»

Ανάλογο τέλος δίνει και στη «Δραπετσώνα»:

«Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί».

 
Την ίδια περίοδο με την κυκλοφορία του δίσκου, ο Λειβαδίτης ακολούθησε τον Θεοδωράκη στην πρώτη του μεγάλη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και ανάμεσα στα μουσικά μέρη της παράστασης απαγγέλει στίχους του και μιλάει υπέρ της ειρήνης. Οι παρεμβάσεις του αυτές θα προκαλέσουν τις αντιδράσεις των επίσημων αρχών και των εθνικοφρόνων της κάθε περιοχής με αποτέλεσμα να ξεσπούν επεισόδια και διαμαρτυρίες καθότι ήταν περίοδος εκλογών και το πολιτικό κλίμα οξυμένο.

Το 1977, κυκλοφορούν «Τα Λυρικά», ο πρώτος από τους δύο δίσκους του Θεοδωράκη, αποκλειστικά με στίχους του Λειβαδίτη. Ο συνθέτης έγραψε τη μουσική στην Αθήνα και το Βραχάτι το 1976, και ο Λειβαδίτης προσέθεσε στη συνέχεια τους στίχους. Παρουσιάστηκαν και ηχογραφήθηκαν, το 1977, ζωντανά, στο θέατρο του Λυκαβηττού, στα πλαίσια του Β΄ Μουσικού Αύγουστου, με ερμηνευτή τον ίδιο τον Θεοδωράκη και με τη φωνητική συμμετοχή της Μαργαρίτας Ζορμπαλά, του Πέτρου Πανδή και της Σοφίας Μιχαηλίδου. Ο δίσκος ανοίγει με την εξαιρετική μπαλάντα «Την πόρτα ανοίγω το βράδι», τραγούδι που συμπυκνώνει το ποιητικό σύμπαν και την προσωπική κοσμοθεωρία του ποιητή αφού βρίσκονται μέσα σε αυτό τόσο το ανθρωπιστικό ιδεώδες και η συντροφική του αγάπη που χαρακτηρίζουν τα νεανικά του χρόνια

 
«Την πόρτα ανοίγω το βράδυ
τη λάμπα κρατώ ψηλά
να δουν της γης οι θλιμμένοι
να ρθούνε να βρουν συντροφιά»

 

όσο και το μεταφυσικό, αλλά και θρησκευτικό συναίσθημα που χαρακτηρίζει την όψιμη ποίηση και στιχουργική του:

 

 

«Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ρθει συντροφιά κι ο Χριστός»

 

Τραγούδια όπως τα «Δρόμοι που χάθηκα» και «Μοιρολόι της βροχής» ξεδιπλώνουν περίτρανα το λυρικό στοιχείο των στίχων του σε συνδυασμό πάντα με το αίσθημα της απώλειας, της μοναξιάς και του θανάτου, που τον ακολουθεί :

 

 

Παλικάρι χλωμό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.

(Μοιρολόι της βροχής)

 

Διαχρονικά τραγούδια του δίσκου τα καταιγιστικού ρυθμού «Μια μέρα θα στο πω» και «Ήταν κάποτε δυο φίλοι», τραγούδια ταυτισμένα με την ερμηνεία του Θεοδωράκη. Έξι από τα τραγούδια του δίσκου, μεταφρασμένα στα ιταλικά, θα τραγουδήσει και η Milva, στο δίσκο της, «10 τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη», με πωλήσεις 1.000.000 αντιτύπων στη Γερμανία και τη Γαλλία.

Η συνεργασία Θεοδωράκη-Λειβαδίτη συνεχίζεται σταθερά και τα επόμενα χρόνια, καθώς τραγούδια με στίχους του ποιητή βρίσκονται διάσπαρτα και σε άλλους δίσκους του συνθέτη όπως στον δίσκο «Της εξορίας», (1976), με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, στο δίσκο «Οκτώβρηςʼ 78» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση καθώς και στον δίσκο «Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού». Ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα, δίσκος του Θεοδωράκη αποκλειστικά με ποίηση Λειβαδίτη, κυκλοφορεί το 1987 με τον τίτλο «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» και πρόκειται για μια καντάτα-ορατόριο, με σαφές το αντιπολεμικό της μήνυμα.

 

 

Τη δεκαετία του ʼ80, στίχοι του μελοποιούνται και από άλλους συνθέτες. Ο Μάνος Λοίζος, φίλος και αυτός με τον ποιητή, μελοποιεί μοναδικά ένα από τα ωραιότερα στιχουργήματα του Λειβαδίτη στον τελευταίο εν ζωή δίσκο που κυκλοφόρησε, «Για μια μέρα ζωής», με τη σπαρακτική ερμηνεία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου:

 

 

«Ήταν ατέλειωτη η μέρα
κι ως νύχτωνε σε μια γωνιά
μ’ ένα τσιγάρο του πατέρα
τους άντρες παίζαμε κρυφά.

Τώρα η μέρα σε τρομάζει
γύρω αποτσίγαρα σωρός
και πια δεν είναι γυρισμός
γερνάς και σκοτεινιάζει.

Γέλια παιδιών έξω απ’ το σπίτι
πέτρες στην τσέπη της ποδιάς
μα έφτανε ένα νεκρό σπουργίτι
για να σε κάνει να πονάς.»

 

Η θύμηση του πατέρα, τα αθώα παιδικά χρόνια, ο χρόνος που υπήρξε, ο χρόνος που χάθηκε, ο χρόνος που (δεν) θα έρθει πια, σταθερά μοτίβα της στιχουργικής αλλά και της ποίησης του Λειβαδίτη βρίσκονται σε γερές δόσεις μέσα στο τραγούδι που σε αφήνει στο τέλος με ανάμεικτα συναισθήματα μην ξέροντας αν πρέπει να χαρείς για τα όμορφα χρόνια που πέρασαν ή να πενθήσεις για το δρόμο που δεν έχει πια γυρισμό.

Το 1993 κυκλοφορεί ο δίσκος «Φυσάει» του συνθέτη Γιώργου Τσαγκάρη με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Στο δίσκο αυτό ο συνθέτης σταχυολογώντας στίχους από ποιήματα του Λειβαδίτη φτιάχνει 8 τραγούδια με εξαιρετικές ενορχηστρώσεις. Πολύτιμη η συνεισφορά του ηθοποιού, Γιώργου Μιχαλακόπουλου, ο οποίος συμμετέχει με την υποβλητική ανάγνωση των ποιημάτων, προσδίδοντας τους τη θεατρικότητα, το λυρισμό και την ειρωνεία που τα χαρακτηρίζουν:

 

 

 

«Ένας ζητιάνος ξύνει τ’ αχαμνά του.
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο
Ο υπουργός χειρονομεί, μια γριά σταυροκοπιέται.
Κύριε των δυνάμεων!!!
Των δυτικών, βέβαια, δυνάμεων…»

(Φυσάει)

Στο δίσκο ακούγεται για λίγο και η φωνή του ίδιου του ποιητή. Το ομώνυμο τραγούδι «Φυσάει», (όπως και το «Τραγουδάω») είτε ολόκληρο είτε αποσπάσματά του δεν λείπει σχεδόν ποτέ από τις συναυλίες του Παπακωνσταντίνου ξεσηκώνοντας το κοινό εξαιτίας του δυναμισμού των στίχων, της μουσικής και της ερμηνείας:

 

 

 

«S. O. S.
Φυσάει, φυσάει απόψε φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει
S.O.S.

Δος μου το χέρι σου, φυσάει
Δος μου το χέρι σου»

 

Το 1997 ένας ακόμη συνθέτης, ο Μιχάλης Γρηγορίου, κυκλοφορεί δίσκο βασισμένο στην ποίηση του Λειβαδίτη, στενού του, μάλιστα, φίλου. Στο δίσκο αυτό, «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη», που παρουσιάστηκε ζωντανά στο Μέγαρο Μουσικής το 1993 και τρία χρόνια αργότερα στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά, συμμετέχει η «Ορχήστρα των Χρωμάτων» υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, η χορωδία «Fons Musicalis» και τραγουδούν οι Σαβίνα Γιαννάτου, Μιχάλης Χριστογιαννόπουλος, Γιάννης Παπακωνσταντίνου και Tάσης Χριστογιαννόπουλος.

 

Οι πιο πρόσφατες μελοποιήσεις στίχων του γίνονται από το συγκρότημα Όναρ, «Στα σταυροδρόμια του κόσμου» και τον τραγουδοποιό Κώστα Λειβαδά στο ρεφρέν του τραγουδιού του «Για να σε συναντήσω» (στο δίσκο του Μανώλη Λιδάκη, «Υλικό Ονείρων»).

 

 

Όλα αυτά τα χρόνια τραγούδια με στίχους τους Λειβαδίτη γνωρίζουν αρκετές επανεκτελέσεις, όπως τα «Γερνάς και σκοτεινιάζει» από τους αδελφούς Κατσιμίχα, «Την πόρτα ανοίγω το βράδι» από τον Διονύση Τσακνή, «Δραπετσώνα» από τον Πέτρο Γαιτάνο, «Μοιρολόι» από την Νένα Βενετσάνου, «Μοιρολόι της βροχής» από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, αποδεικνύοντας πως στη διαχρονικότητά τους μεγάλη συμβολή είχαν και οι στίχοι του εκτός από τις εξαίρετες μελωδίες με τις οποίες ενδύθηκαν και τις κορυφαίες ερμηνείες που τα απέδωσαν.

Αναμφισβήτητα, λοιπόν, ο Λειβαδίτης κατέχει ξεχωριστή, θέση ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες στιχουργούς του αιώνα μας, συγγενεύοντας, στιχουργικά, στενά, με ορισμένους από αυτούς όπως με τον Λευτέρη Παπαδόπουλου (ως προς την λαϊκότητα των στίχων, χαρακτηριστικά τα τραγούδια του δίσκου «Πολιτεία») και τον Μάνο Ελευθερίου (ως προς τη λυρική και υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα τους). Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλους μέγιστους στιχουργούς, με τον Λειβαδίτη συμβαίνει το παράδοξο ενώ όλοι μας να έχουμε τραγουδήσει και να τραγουδάμε τραγούδια του, να μην γνωρίζουμε πολλές φορές ότι πρόκειται για δικούς του στίχους. Ίσως η ποιητική του πλευρά να υποσκίασε τη στιχουργική του (για την οποία ποιητική πλευρά έχει τιμηθεί με Κρατικά βραβεία και έχει γνωρίσει την πανελλήνια αναγνώριση όπως δείχνουν οι συνεχείς επανεκτυπώσεις των βιβλίων του) ή τα τραγούδια του να ταυτίστηκαν με το συνθέτη τους ή τον ερμηνευτή τους, όπως συχνά συμβαίνει στο χώρο της μουσικής. Ανεξαρτήτως πάντως οποιασδήποτε αυθαίρετης ή μη υπόθεσης, ο ποιητής ξεκαθαρίζει από μόνος του τη θέση του απέναντι στον χρόνο:

 

 

«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.»

(Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου)

***************

(Α΄Δημοσίευση: Δίφωνο, τευχ. 146)