antioxou.jpg
PROZAC

Αποκεφαλιστής

ανθισμένων ονείρων με στήμονες νεκροκεφαλές

ως συνήθως ευφυής

ελέγχοντας αυστηρά τα επίπεδα της σεροτονίνης

αυξομειώνοντας τις δόσεις του Prozac

ξαπλώνεις κάτω από το μονότονο ήχο της βροχής

μουρμουρίζοντας το Exit music for a Film των Radiohead

Και ζώντας κατʼ επανάληψη

ό, τι δεν έχει πια αξία

και άνευ σημασίας είναι εδραιωμένο ως συναίσθημα

κάνοντας τον σκύλο του Παβλόφ

να σαλιάζει στη θέα ενός πλαστικού οστού

που οι ακονισμένοι του κυνόδοντες

έχουν ρημάξει,

δεν κατανοείς την αλλαγή

Ο κόσμος έχει μετακινηθεί

ξεθάψανε τους νεκρούς σου

συγχώρεσες τον εαυτό σου

και ξανάκανες τα ίδια λάθη

Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου

τους σάπιους μίσχους μιας ανθοδέσμης

που ξεχάστηκε χρόνια τώρα στο νερό

άπλωσες τον ρύπο

εμπιστευτικά

μυστικά

διαγράφοντας την ανάμνηση του γεγονότος

Στα δάχτυλά σου

μεγάλωσαν τα νύχια

και γαντζώθηκε η κόπωση

γιατί,

το να διαβάζεις ένα βιβλίο με τόσο μικρά γράμματα

πνιγμένο στις λεπτομέρειες

τοποθετώντας το χέρι σου κάθε φορά στο κατάλληλο σημείο

σε αποκάμει

φορτώνοντάς σου τη βαθιά θλίψη

όσων χαμένων κουβαλά κανείς

ένα δόντι, ένα καστανό μάτι, ένα φιλί

μια δύσοσμη αναπνοή, μια αγκαλιά,

τη δομή ενός κρυστάλλινου δακρύου

καθώς προσεκτικά το κουβαλάς

χρόνια τώρα

για να το χύσεις

το πολύτιμό σου

σʼ εκείνη τη μία και μόνη στιγμή

που κατρακυλώντας από τα μάγουλα

καμπανιστό θα διαλυθεί στο λευκό μου μάρμαρο.

ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΙΟΓΟΝΟ

Και καταστέλλοντας σώμα και επιθυμία

σημαδεύουμε τα πρόσωπά μας με βάσανα

γράφοντας με μαύρα μολύβια τις κόρες των ματιών μας

κι ότι απομένει

μια σκούρα αποπλάνηση

ένα ανήμερο βλέμμα

που στοχεύει και εκπυρσοκροτεί τραυματίζοντας

—ενίοτε θανάσιμα—

το πρώτο οικείο βλέμμα που ηθελημένα θα διεισδύσει

και συ

μην έχοντας δοκιμάσει

εδώ και σαράντα περίπου χρόνια

την αίσθηση του γαλάζιου φορέματος ενός κοριτσιού

που ολόγυμνο σαν το καλοκαίρι

θα τυλίξει τα πόδια του γύρω από τα δικά σου

δεν δίνεις σημασία

μόνο καπνίζεις το βαρύ σου τσιγάρο

λαμπηδόνα νικοτίνης φέγγοντας

ένα μέτρο γύρω όλο κι όλο

ταξιδιώτης του μακρινού δρόμου που έχεις διαλέξει

σκύβοντας από το βάρος

αποκάμνοντας από την κόπωση

ώσπου γίνεσαι ένα με τη γη

σέρνεσαι μες στο κενό

με τι νερό

τι στεναχώρια

σκίζοντας το στόμα να φτιάξεις χαμόγελο

να το προσφέρεις

Κι η κάμαρά σου είναι άδεια

Ψυχή δεν υπάρχει

Ούτε η ψυχή σου

μόνο «τραύμα» αρθρώνεις προσπαθώντας

και ουρλιάζεις «πονάω»

την ώρα που σε τσιμπά

το σιδερένιο έντομο της ανάμνησης

και ο Θεός σταυρώνει στον θόλο του σπιτιού σου

ουρανό το γαλάζιο φόρεμα του κοριτσιού

χτυπώντας με το σφυρί του τέκτονα

ένα καρφί στην σάρκα διεισδύοντας

και το αριστερό της στήθος

φεγγάρι πέτρινο

πλαγιάζει στη θέση της καρδιάς σου δύοντας

Και πάντα θα γράφεις

όσο έχεις τα δάχτυλά σου μες στο κεφάλι της

του ύδατος στιχάκια να ξεδιψάς

κρατώντάς την

σφίγγοντάς την

ρουφώντάς την αργά

εωσότου σωθεί το βαρύ τσιγάρο σου

που σε ταξιδεύει.

ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΑΣ

[…] Scarlet Experiment! Sceptic Thomas!
Now, do you doubt that your Bird was true?


Emily Dickinson, Poem 861

Μια κλίση είναι της ζωής

που κάθε στιγμή ξοδεύεται

και μένει μία άλλη

μια συστολή αναπνοής

ένας ανελκυστήρας εύφθαρτος

καρφωμένος και κρεμασμένος

στην αριστερή παλάμη του Θεού

με τροχαλίες που τρίζουν

σαν τους οξειδωμένους χαλκάδες μιας κούνιας

κλυδωνίζοντας το φάντασμα της παιδικής ηλικίας

—και γίνεται στʼ όνειρο:

οι δυο λιπαρές κι ασημένιες κοτσίδες μιας μαριονέττας

να είναι δυο ξεφτισμένα συρματόσχοινα,

που σπινθηρίζουν αιωρούμενα

σε ένα σκληρό μαξιλάρι

όπου η Ύπαρξη γερασμένη

αποκαμωμένη κατακλίθηκε

εντυπώνοντας την πείρα της—

Κι όλο τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών

αριθμώντας από μνήμης τις στάσεις που έχω κάνει

στοιβάζοντας το ένα μετά το άλλο

τα κουτιά με τα νεκρά πουλιά του Σαχτούρη

την τσίχλα και τον κορυδαλλό της Ντίκινσον

θυσιάζοντας κάθε μάταιο Τόπο

για να ξεγελάσω

για να κρατηθώ

και να μη συντριβώ

απʼ το υπέρβαρο φορτίο

των λέξεων και των ανιστόρητων λόγων

που ρούφηξα σαν τον Κατακλυσμό

εδώ και τόσο καιρό

αναμένοντας το θαύμα

ενός ιδιωτικού Παράδεισου

Εγκιβωτισμένος πια στην όρθια κάσα μου

από τις πλαϊνές τρύπες της ξύλινης καμπίνας

βγάζω τους δείκτες των δαχτύλων μου

με τα μακριά βρόμικα νύχια

που μακραίνοντας έστριψαν,

γρανιτένια από την πολυκαιρία

και χώθηκαν μέσα στη σάρκα μου

ματώνοντας τα κομβία των στάσεων

προδίδοντας τις αντιστοιχίες

μιας προσωπικής Ιώβειας κλίμακας

Και ανεβαίνω μέχρι εκεί που έμαθα να ανεβαίνω

ωστόσο

τάχιστα

επιστρέφω

—μʼ αυτό το αίσθημα της ναυτίας

αναμασώντας την ξινίλα και τη στυφότητα της ζωής

στους αισθητήρες της γλώσσας—

και πάλι στο ισόγειο

και πάλι στην πλάνη

Ό,τι ακολουθεί

είναι εύκολο κι απλό

αφού μαθαίνεις

να ανεβαίνεις

να κατεβαίνεις

πάνω κάτω

πάνω κάτω

πάνω κάτω

κι εδώ που τα λέμε

στα τριάντα εννιά σου

το έχεις πάρει πια απόφαση

πως η ζωή σου

είναι ένας εύφθαρτος ανελκυστήρας

ανεβαίνοντας

κατεβαίνοντας

ωστόσο

τάχιστα

επιστρέφεις

στα συντρίμμια του συναισθήματός σου

Και ερήμήν σου

δύναται να σʼ εγκλωβίζει σε κάθε επίπεδο

αντιστοιχίζοντας την κλίμακα

ποντάροντας να μηδενίσει

τα ψηφία της ζωής σου

ούτως ώστε

τάχιστα

να σε επιστρέψει

και πάλι στην αρχή

και στο τέλος σου.

Περισσότερα στην προσωπική του ιστοσελίδα