Ο Γιώργος Μαρκόπουλος διαβάζει το ποίημά του «η Μπάντα»

giorgos-markopoulos1.jpg

Η ΜΠΑΝΤΑ
Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.

Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ

με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής

που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.
Έτσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.

Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.
(Οι Πυροτεχνουργοί, 1979,)

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα -και την κοίταζα.
Το πρόσωπο της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννηση τους την ερημιά του μάστορα.

ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ

Καθόμασταν μια Κυριακή στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου

ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε: «να μας πεις για εκείνη».


Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα: «σπίτι εξοχικό η ψυχή της,
το χειμώνα, όπον έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.
Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από -μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,
νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.
Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή
ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
Όλοι γελούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,
και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.
Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.
Ήταν σφαγμένη, με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,
στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,
ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,
για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.
Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».

Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγηση μου αυτή,
και κανένας δεν μίλησε.
Το σούρουπο μόνο εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
μου φώναξε ένας: «περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».
Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά. Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου- με παλτά. Σκισμένοι.
Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.
Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.
(Η ιστορία του ξένον και της λυπημένης, 1987)

Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ
Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου

και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου!
Την πεθαμένη ταξιδεύαμε τη μάνα μας

με το βαγόνι της γραμμής
κόσμος πολύς μέσα στο διάδρομο και η αποθήκη του γεμάτη

με μπαούλα, οικοσκευές,
και ανάμεσα τονς, στα ψηλά, το φέρετρο της

έτσι καθώς πηγαίναμε παλιά κουτί, στων συγγενών μας,

με κούκλες, τα παιδιά.
Το κοιμητήριο ήσυχο, όταν εφτάσαμε μετά,
της φοβερής πατρίδας μου,
και πρόσχαροι οι συμπατριώτες μας και γελαστοί τους όλοι
στις φωτογραφίες τους επάνω στους σταυρούς
σε νεόκτιστες ανάμεσα βεράντες καθισμένοι και ορτανσίες
ενώ φυσούσε θάνατος στη μάντρα, ο ήλιος, του σπιτιού
κι ένα κομμάτι από σώμα ερπετού
μυρμήγκια το τραβούσαν στη φωλιά, μυρμήγκια το τραβούσαν.
Ο Βιβάλντι κάποτε μικρά έφερνε, κοριτσάκια, στο σαλόνι
(σταθήκαμε για, μια στιγμή όλοι μαζί θυμούμενοι και πάλι)
με κρινολίνα στις μαργαρίτες χόρευαν,
και χωράφια της παιδικής ευφροσύνης
με σύννεφα και χιλιάδες αρκαδίες, ο Μπρέγκελ, και ζώα,
και ανάμεσα τους μιαν αγελάδα ειρηνική
να περνά το σούρουπο μόνη
με τους μαστούς της δυο λάμπες φωτοφόρες
των εκατό κηρίων η κάθε μία, και κότες και λίμνες,
και σκάφες πλυσίματος με χοντρές χωρικές έφερνε.
«Εκείνη που κατέβηκε στον ποταμό
με το λευκό χιτώνα της να βαπτισθεί
έχει τα πόδια της γυμνά κι έχει λαιμό για σφάξιμο
– τα παιδάκια τραγουδούσαν με τα μαντολίνα –
αγόρια τρέχουν ανυποψίαστα
να πιάσουν στα νερά το σταυρό
χρυσίζει σαν ψάρι το κράμα στην κοίτη,
ήρθα να σε πάρω, της λέει εκείνος ο άγνωστος,
μα είναι τα μάτια μου μπλε όπως ο ουρανός
κι όπως αυτός δεν βλέπουν,
οι φωνές από τους αίνους λάμψη στο μεσημέρι
και ο προδότης έχει ανήσυχο το μάτι
τις κρύες φακές του στο χάνι, τρώγοντας, της οσίας,
οι φλαμουριές έξω τον συντροφεύουν
και τρέμουν οι λεύκες σαν το κορμί του».
Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!


Βατομουριές σκονισμένες
και σχοίνα που τα παντελόνια τραβολογούν!


Σνναλλαγές, -ψευτιές, ενώ ο «ΓΊάντσο» ιδού
στην ταινία τον υπαίθριου
να «χτυπήσει» το Νότο λέει το βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί τον τομάρια
από εκείνα που τα ‘χουν οι πόρνες σαν αδελφάκια τους
κι έχουν οι ίδιοι το πιστόλι για παιχνίδι,
χαροτρομάζουν ακόμη και αυτόν τον πατέρα τους,
τραυματίζουν τη μάνα τους για επίδειξη
και κάνουν το γειτονοπούλα τους να τρέχει σαν το κοκόρι,
βρωμάνε τα χνότα τους πιοτό,
από αυγουστιάτικους κάμπους που καίνε το άχυρο
κι από μικρά φιλέρημα μέσα νεκροταφεία, περνούν.


Μια φωνή μου φώναζε χθες στον ύπνο

«έλα να δεις τα στέκια σου
που έτρεξες – μου έλεγε – παιδί»,
«εγώ δεν ημπορώ να δω τα στέκια μου
γιατί είναι η καρδιά μου κάρβουνο – της απαντούσα
«έλα να δεις τα πρώτα σου τα χρόνια
και τις πηγές τις δροσερές, έλα», μου ξαναέλεγε η φωνή!


Έναν τόπο ζητούσα όπου ο αρτοποιός θα κάνει το ψωμί

όπως τότε που ο φούρνος μύριζε τη νύχτα,

τα ρούχα θα πλένονται στον κήπο
με όλες τις ατέλειες που αφήνει το χέρι
και ο τεχνίτης του σίδερου
θα λιώνει το μέταλλο με πρωτόγονους τρόπους
– τον γύρεψα έναν αναπτήρα αυτοσχέδιο για ενθύμιο,
έψαζε – Πάρε – μου είπε – αυτόν
μπορεί και να τον έχει φτιάξει ο θείος σου
δούλευε κάποτε εδώ, πέθανε και δεν τον γνώρισες»,
τα απαιτούμενα του έβαλε, τον άναψε,
το πρόσωπο του μέσα στις τσακμακιές έπαιζε, φωτίστηκε,
όπως άστραφτε, μικροί, τον Οκτώβριο,
πριν αρχίσουμε, δωδεκαετείς, το σχολείο.
Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης.

Ω ζωή κομμένη στη μέση,
και ω νεότητα από τότε, τέλος, τραυματισμένη

σαν ένα κοριτσάκι με το καλό του φόρεμα

που ισορροπούσε πάνω στην εγκαταλειμμένη

γραμμή του τραίνου, ισορροπούσε.
(Μη σκεπάζεις το ποτάμι, 1998)

(Τα ποιήματα από την «αυτο»ανθολογία, Γενιά του ’70, εκδόσεις Όμβρος, Αθήνα 2001)