Κατά τον Δείπνον

eccehomo.jpg
Aestatem et Ver, tu plasmasti. Σε σύγχυση έρχονται
πάλιν οι Ώρες. Και ενώ απέχει ακόμη τόσους μήνες
της φλογερής αμπέλου η συγκομιδή· ενώ το στάγμα
είναι μακριά, το ευώδες, του οίνου, σήμερα, πριν το γέρμα,
συναντούμε στο στρατί του Αμπελώνα εξαίφνης
το ερύθημα του ιματίου σου. Πώς, καθημαγμένος,
έρχεσαι, άνθρωπε, με βυσσινιές κηλίδες απʼ το Πατητήρι;
Πού βρήκε πάλιν τον καρπόν, αρχή του απρίλη,
και πάτησε ο μονογενής μου; Και όμως το χρώμα
πυρώνει του χιτώνα σου αιμάσσον· και όμως οι απόπνοιες,
στη διάβασή του που κυλούν, απόπνοιες Σταφυλής·
και ως έρχεται καταντικρύ του δύοντα ήλιου, με τα πορφυρά,
αλκή επιδείχνει εκεινού που αχνίζει ακόμη
από χυμούς Βοτρύων και που επιστρέφει
στο σπίτι, πρι διαβάσει, για κατάπαψή του.

Ομνύω, πως πληγές δεν είναι, ουδʼ αίμα σου, ό,τι σε βάφει.
Και μολονότι ορθώς ερρήθη, πως από πληγών σου
εμείς ιάθημεν, συνδυάζει εντούτοις η ευσταθής
πρόοδο σου και η δόξα της γραμμής του ήλιου, που ακολουθείς,
εικόνες που έπονται του Τρυγητού, Τρυγητού αφθόνου,
όταν το γέννημα πατιέται και ο χυμός του,
κάτι περσότερο παρά ευώδης, κυλά, ζωηρός
και κόκκινος, και μεταγγίζεται στις διψαλέες
από την κάψαν άγριου θέρους στέρνες,
να γίνει της τρυφής το δώρημα, το πλήρωμα του Ποτηρίου.
Και ας συγκεράννυνται, ιδέα του αίματος, κατά το ρήμα σου,
με ιδέα του οίνου· εμείς χρεωστούμε το θεσπέσιο γεγονός
σε εσπερινή συνάντησή σου, τότες που επίστρεφες από Αμπελώνα
παράκαιρα, ως εκ θαύματος, καρποφορήσαντα, παράκαιρα
συγκομισθέντα, παράκαιρα δουλεμένο.
Αλλʼ αν εσύ έχεις το κράτος και συμμιγνύει
τις Εποχές που μόνος σου όρισες, εμείς, ως χτίσματα,
και την παράκαιρη τούτη σύμμιξην, ομού με τʼ άλλα,
in coena domini, με την κατάνυξη που πρέπει, τελετουργούμε,
αλλά και πάλι, όταν οι Ώρες το καλαίνουνε
όταν με τον Κανόνα πια, και όξω του θαύματος,
καρπός Αμπέλου έρθει τη γης να επισκεφθεί,
θα σου μνησθούμε, μέσα στο καύμα, –θα σου στηθεί
διʼ ημών γιορτή μεγίστη, που τα ουράνια Γεννήματα,
Σίτος και Οίνος, θα δοξασθούν όξω του πάθους, όξω αιμάτων:
μέσα στο τρίξιμο του Τζίτζικα και στο άναμμα του Πεύκου,
πάλι θα ρεύσει ο Οίνος, που, τώρα, αόριστα
μάς στέλνεται η ανευωδιά του με τις Βιολέτες.

Όμως τι κάθουμαι και ανιστορώ, σε ώρα του πάθους,
αλλότρια λόγια. Ό,τι και αν λέγω, εικόνες,
αναμίξ, προφητείες με τʼ αναγνώσματα, κλαυθμηρισμοί,
δεν είναι αρμόδια. Δεν το βαστώ και θα το κράξω, όποιον χιτώνα,
όσο ποικίλο, και αν φορείς και ο Μέγας Ήλιος
όποια και αν αίγλη σού προσδίδει, σε όποια Κελλάρια
πάμπλουτα και αν έχεις βουτηχθεί, όμως αιμάσσεις.
Πολυκαλά την ξεύρω την κατάπαψη και το είδος της.
Τι σε περίμενε, σαν γύρισες από τον Τρύγο.
Έλα, στην ερημιά που σε συνάντησα· δώσε Κηλίδα
του ιματίου σου στα χείλη με περιπάθεια να την στραγγίξω.
Του πόνου δώσε κοινωνία στο διαβάτην, όχι της τρυφής.
Θρόμβους, που απλώσανε σε αυτό το ιμάτιο και το κηλιδώσαν,
δώσε τους και κατεύνασέ με· μη τους λυπάσαι.
Και μετασκεύασε, στου Αμπελώνα τα μονοπάτια
που σε συνάντησα, το κούφιο εκείνο, σε ρώση, και το άδειο,
που η στέρησή σου γεννούν εντός μου, της αρρωστίας.
Κηλίδα του χιτώνα σου άφες με να γευθώ,
κηλίδες άθλιες ιδικές μου να σβεσθούν.
Ου φίλημα σοι δώσω, καθάπερ Εκείνος.
Το μόνο που έμαθα, είναι των αρρήτων
καταδότης πλέον να μην είμαι· το δε μυστήριο,
που μου έφθασε ως τις ακοές, δεν διαλαλώ,
κρατώ του εαυτού μου· και την Κηλίδα, που ζητώ,
την θέλω του εαυτού μου. Να πιω και να βοήσω
που έπαθες, που κεντήθης, που λαβώθης,
που, κατάκριτος, έφθασες μέχρι τα κατώτατα της συντριβής,
εκεί αψηλά στημένος, Αμπέλι θεόρατο, περιπλεγμένο
με Κούτσουρο, στην πιο μεγάλη ανύψωση, τότες που ιερουργεί,
όχι Ιερέας, όχι Επίσκοπος, όχι ο της Ρώμης Πρώτος,
αλλά ο Γεχωβά, σφαγιαστής του σπλάχνου του υπέρ αναξίων.

In Parasceve

H τελευταία καμπάνα σήμερον ηχεί, σμήνος πουλιά
που προσπετάν. Ψυχή του Μέλους η περίκλειστη
στην φύση του Μετάλλου, εγκαταλείπει
σήμερα για πολύ τον όρθιο Περιστερεώνα της.
Τραβά προς αψηλά. Αφού έδωσε το περισσό της·
αφού έμαξε τα πόδια του Ενοικούντος,
από το μύρο ακόμη υγρά – πούθε ειλημμένο!
τραβά να μεταδώσει τώρα τα βουβά
μηνύματα, έξω του Πύργου της του συνήθους.
Άλλοτε κόμη σκόρπισε γυνή για νʼ απομάξει
τα πόδια ανθρώπου αξίου. Την κόμη εκείνη
που ο άνεμος φουντώνει και που, ανεμιζόμενη,
δείχνει το υπέροχο του όντος και το περισσό.
Αυτή η περίσσεια, αυτή η υπερβολή,
το άχρηστο τούτο πλούτος, σούρθη και δόθη
σε πόδια δεόμενα. Indigent pedes
dominci superfluam hanc caritatem.
Αλλά τα πόδια φύγαν. Και το μάκτρο τώρα
πετά ναν τάβρει. Εντύθη Μέλος πράξη της συμπάθειας,
η πράξη πόκλεινε το σφόγγισμα. Και καθώς είναι
το Μέλος φτερωτό, συμπόνια συνεπήρε
και τραβά νʼ ακολουθήσει τον φυγόντα στην ερημιά του.
Τούτο είναι το ιστορικό, που απομείναμεν
εμείς με το βουβό μας τριήμερο, με ψόφους
κροτάλων, γήινα πράγματα, δίχως απήχηση,
στεγνά, δίχως φτερά, να προσδοκούμε
σάλπισμα μέγα, της Εξαναστάσεως, ξανά,
το ηχηρότατο, με απόδοσην εντός των διαστημάτων
και με κατοίκησην εκ νέου του ερημωμένου
Περιστερεώνα από το περισσόν και το υπερβάλλον,
του οποίου εντούτοις τόσο δεόμεθα.

Τα Εγκώμια

Μάτην φυλάσσεις τον τάφον, κουστωδία.
Ου γαρ καθέξει τύμβος αυτοζωίαν.

(Από το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας)

Το Μόσκο τον τιμιώτατο, το σπάνιο Ροδόσταμα
σού κόμισα στον τάφο σου, κατά το πούχα τάμα.

Ξεβούλωσα τη Λήκυθο, και ρέει το πηχτό Μύρο.
–Μα, έλα που η Πέτρα η λαξευτή, σφαλνάει το Θεό μου γύρω.

Μα και την πλέρια την Υδρία των άφθονων Κλαυμάτων
την ξεσκεπάζω, και οι λυγμοί παίρνουν μορφή αρωμάτων.

Όλες οι θλίψεις οι γλυκειές, γενήκαν πικριές Κρήνες
και ίδιες Πηγές φαρμακερές, τεφρές, οι ωραίες οδύνες.

Δε θα κατέρθει Όρνιο και Αιτός, για να σε συναπάρει
από τη Σταυρική Ομορφιά. Κακό σε κλείει σουδάρι.

Τα γένη των Πετούμενων δεν έχουν τι να κάνουν,
παρεχτός, πλάι στην Πέτρα σου, λυπηρά νʼ ανασάνουν.

–Μα όχι. Τον τάφον έραναν αι Μυροφόροι μύρα,
και πλάι μʼ αυτές κιʼ εγώ μαζί περμένω το Σωτήρα.

Γιατί όφθηκα όραμα να σειέται η ασπράδα του Μνημάτου
και του θανάτου να χαλνάν τʼ αρχοντικά τα κάτου.

Και ο Αμνός, το Σφάγιο, να γενεί με μιας Λαμπρής Λεοντάρι,
που, του απλωμένου πριν Νεκρού, να μη δειχτεί σημάδι.

Τη στιλβωμένη τη Ρομφαία κρατάει ο Αναστημένος,
και πανοπλίαν αγγελική, χαρμόσυνα ενδυμένος –

τον αντικρύζω ονειρευτά, με ορθά της Πίστης μάτια,
να μου σαλπίζει τη Δροσιά στα καημένα μου μάτια.

Και μετεωρίζομαι έξαλλος, μπροστά σε Νόμους ξένους,
κατανυσσόμενος με Ειρμούς, Μεγαλυνάρια και Αίνους.

Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη Μετάνοια.

Προϊόντος του Πάσχα Καιρού η επιλογή τεσσάρων ποιημάτων του μοντερνιστή ποιητή –και εισηγητή του ελεύθερου στίχου στα καθʼ ημάς– Τ.Κ. Παπατσώνη (1895-1976), πνευματικού ανθρώπου παραγνωρισμένου ή στην καλύτερη των περιπτώσεων ανεπαρκώς ιδωμένου από την φιλολογία και την κριτική· δημιουργού με ιδιαίτερο θρησκευτικό αίσθημα –ίσως παράταιρο και πάντως ανοίκειο μέσα στην «ελληνικότητα» που όρισε ορισμένως μέσα από την ποιητική του ο Γ.Σ. Σεφέρης–, εκπορευόμενου από το Καθολικό του υπόβαθρο, το οποίο διαπνέει το έργο του. Τα ποιήματα Κατά τον Δείπνον και In Parasceve γράφτηκαν το 1934, Τα Εγκώμια, το 1915 και η Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής, το 1914· συμπεριλαμβάνονται στην ενότητα Ο Ενιαυτός της Αʼ Εκλογής (αʼ έκδοση, Κασταλία, 1934). Η επιλογή αυτή ας εκληφθεί ως ελάχιστη πράξη ύμνου και πίστης στην τέχνη της Ποιήσεως.

(Επιλογή-Σημείωμα: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)