(Από την ποιητική συλλογή «Ένα λεπτό πριν τα μεσάνυχτα» εκδόσεις Μπιλιέτο Παιανία 2003).

giannis-goumas-1a.jpg

ΡΕΚΒΙΕΜ ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

Όλη μου τη ζωή, χτυπήματα και μώλωπες
Χτίσανε το δικό μου τείχος του Βερολίνου.

Η κακία ενός πατέρα που αναζητούσε έναν αληθινό γιό
Για να κληρονομήσει τα γκριζοπράσινα μάτια του
Που έγδερναν πρόσωπα τσάκιζαν σαγόνια
Και τρύπαγαν καρδιές.
Απέτυχε
Γιατί τα μάτια μου κοιτούσαν τη δουλειά τους
Με βλέμμα πλεύσιμο. Και κάτι ακόμα: μπορούσα και επιζούσα
Στο απέραντο δάσος, βαθιά μέσα μου.

Έτσι, ξεθύμανε την οργή του
Καίγοντας τα άγουρα χρόνια μου.
Έκανε το γαλάζιο
Να κρέμεται μαύρο από πάνω μου.
Διέγραψε τ’ όνομά μου απ’ το κατάλογο
Όσων είχαν το δικαίωμα να είναι άντρες.
Και α! Τι ήχους άφησε μέσα μου
Για να παρεμβάλουν παράσιτα σ’ όποια ελπίδα έτρεφα.

Απέτυχε. Έχασε το παιχνίδι
Όταν δε μπόρεσα να φτάσω να προφέρω
«Ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή του!»

UN PICCOLO DINERTIMENTO

Αυτό που όλο το πρωί
Και κατά τη διάρκεια του μεσημεριού
Αδιάκριτα ήταν ύφασμα,
Έγινε σάρκα πια το απόγευμα
Η γλώσσα να πασχίζει να-

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή…

Ήταν Σάββατο,
Και το μικρό βιβλιοπωλείο σκισμένο από γρύλλιες
Καθώς ο ήλιος έκαμνε τον περίπατο του.
Ο βιβλιοπώλης, γνωστός μου,
Στο γραφείο του καθόταν παραφθαρμένα μιλώντας σε κάποιον
Που μου είχε γυρισμένη την πλάτη.

Μπόρεσα να κάνω τρία βήματα απαλά
Προς μια στοίβα νέων εκδόσεων,
Μετά ο Νίκος (το όνομα του βιβλιοπώλη)
Πουράκι banderilla στο στόμα του,
Έβηξε μερικές συντετμημένες λέξεις,
Σαν δαχτυλίδια καπνού, από πάνω του αιωρούμενα-
Προοπτική μιας κάποιας αγιότητας.

«Από δω, ο Άντον», είπε,
συστήνοντας με σ’ έναν τριαντάρη
με ένα πρόσωπο χωρίς απόθεμα ελπίδας
αλλά με χαμόγελο χωρίς κανένα τελειωμό.
« Ο Άντον με βοηθάει εδώ μέσα που και που».

Άντον. Από τα Τίρανα. Βιοπαλαιστής στην Αθήνα.
Γυναίκα και παιδί μείναν στη χώρα τους-
«Ήταν μια φορά και ένα καιρό…»

Ο Νίκος μας προσκάλεσε για μεσημεριανό
Τρίο παράξενο γι’ αυτήν την κατηγορία εστιατορίου
Αλλά τρίο με όρεξη
Και μια πέρα του δέοντος φιλικότητα
Ως αναπλήρωση στο αμήχανο κουβεντολόι .
« Θα ΄θέλα να ‘μουν ελεύθερος « διακήρυξε ο Άντον,
το βλέμμα του στηλωμένο πάνω απ’ τα κεφάλια μας
προς την κατεύθυνση της Αλβανίας.

Τα λόγια του, μια σκηνή για έναν ρόλο που δεν παίχτηκε ποτέ.

«Αλλά, έχω γυναίκα, και γιο οκτώ χρονώ».

Ήταν σαν ν’ αποβάλλουν άρωμα τα τριαντάφυλλα της ταπετσαρίας.

Αφήσαμε τον Νίκο σπίτι του.
«Που πάμε Άντον;» ρώτησα, διακινδυνεύοντας απάντηση.
Με άγγιξε με βλέμμα

Αυτό που ήταν ανεπανάληπτο σαν σύννεφο
Έγινε σάρκα πια το απόγευμα-
Πάνω της η γλώσσα έδινε
Ένα ιδιαίτερο είδος ελευθερίας.

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

giannis-goumas-1b.jpg

Ο αυτόματος τηλεφωνητής του είναι τρίγλωσσος:
Ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά.
Ο ήχος – ένα μπιπ – εσπεράντο
Πάσχα, 11 Απριλίου – κανένα τηλεφώνημα.
Το μικρό κόκκινο φως στη συσκευή
Σταθερό σαν αιωνιότητα.

Πήγε στο πλησιέστερο καρτοτηλέφωνο
Και σχημάτισε τον αριθμό του:
Μια, δυο, τρεις φορές.
Άκουσε τον εαυτό του να φωνάζει σε τρεις γλώσσες:
«Γιατί με εγκαταλείψατε;»
δεν άφησε μήνυμα.

ΣΤΟ ΜΠΑΡ Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ

Με θέα τα μπουκάλια και τους καθρεφτισμένους σωσίες τους,
Μέσα σε φώτα σαν επαλείψεις ιωδίου, ο μπάρμαν είναι
Μια κινητή προτομή πίσω απ’ τον πάγκο, που
Μονορούφι καταπίνει παραγγελίες, χαμόγελα και ειδησούλες.
Τα λόγια του χρήζουν υποτίτλων
Μες στην κακοφωνία των ήχων και της μουσικής
Μια αστραπιαία χειρονομία, ύστερα τα χέρια του αποσύρει
Προς την ασφάλεια ενός ποτού
Που τρέμει σαν φλόγα στο ποτήρι.
Φραγκίσκος τ’ όνομα του.
Και μια ψυχή τόσο εμφανίσιμη όσο και ο ίδιος έχει.
Και μια καρδιά που δεν κρατά ποτέ για τον εαυτό του.
Κοιτάζω γύρω μου να δω τίνος τη διάθεση τραβά^
Τίνος το αντίδοτο είναι τίνος τη φαντασιόπληκτη ζωή πληροί^
Ποιόν, ανεπίγνωστα, κατέχει –
Από την μέση και κάτω.

ΠΙΟ ΩΡΙΜΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ποσοστά από τον καθρέφτη;
Μπορείς να είσαι πάντα είκοσι όταν ξυρίζεσαι;

Ο Γιάννης Γκούμας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940:πολυταξιδευμένος, κοσμογυρισμένος, ναυτικός, τραγουδιστής, ηθοποιός, ποιητής της αγγλικής, κοσμοπολίτης, ευγενής και γενναιόδωρος έχει μεταφράσει περίπου 300 Έλληνες συγγραφείς στα αγγλικά. Τα ποιήματα που ανεβάζουμε είναι σε μετάφραση Μαρίας Λαϊνά και Βασίλη Αμανατίδη.